Ο Σταμάτης Κραουνάκης ως προς το στιχουργικό του λόγο είχε από το ξεκίνημά του να αναμετρηθεί με αρκετούς «δαίμονες» οι οποίοι μέχρι σήμερα τον πολιορκούν και τον κατευθύνουν. Ο πρώτος είναι ενδογενής.  Το πηγαίο τού χαρακτήρα του και η εξωστρέφεια της δημόσιας –τουλάχιστον- εικόνας του τα οποία δημιουργούν μια χειμαρρώδη έμπνευση που βρίσκει την έκφρασή της σε στιχουργήματα-αφηγήματα. Αυτά τα μικρά διηγήματα αστικού περιβάλλοντος, με πρωταγωνιστές είτε σε ά πρόσωπο είτε σε β’  είτε με συγκεκριμένα ονόματα-ήρωες,  περιγράφουν καταστάσεις και νοοτροπίες της νεοελληνικής πραγματικότητας και λειτουργούν από τη μία πλευρά μέσα στο πλαίσιο μιας αυτόνομης δισκογραφικής συνθήκης και από την άλλη ως μέρος μιας μουσικο-θεατρικής ιστορίας, εξυπηρετούν, δηλαδή, έναν αρχικά ένα σκηνικό σκοπό, με ευρύτερες όμως προεκτάσεις.  

 

 
To μεγάλο του πλεονέκτημα, το ανοικτό εύρος των μελωδιών του, τον παρωθεί να υπογράφει τους δεκάδες στίχους του όχι ως ένας τραγουδοποιός  με περιορισμένη συνθετική φόρμα, αλλά ως συνθέτης που έχει ενσωματωμένα ετερόκλητα στοιχεία, από τη λαϊκή κανταδόρικη, αλλά και μινόρε μελωδία μέχρι τη jazz,  το μιούζικαλ, το ροκ και τη μπαλάντα.  Αυτή, λοιπόν, η συνθετική του  πολυπραγμοσύνη –ο δεύτερος «δαίμονάς» του- λειτουργεί υποστηρικτικά στο λόγο του, τον διευκολύνει να εκφραστεί και να πειραματιστεί με ποικίλα είδη λεκτικής εκφοράς, από τον λυρικό στίχο ως την αμεσότητα της λαϊκής τεχνοτροπίας και τη ραπ στιχουργική μορφή προτού μάλιστα αυτή καθιερωθεί στο μουσικό προσκήνιο.
 
Πρώτο ανάλογο χαρακτηριστικό τραγούδι- αφήγημα συναντάμε στον ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο του 1984, «Στον αστερισμό της Μέδουσας», με τον Γιώργο Μαρίνο και τιτλοφορείται «Κατάταξη»: «Στην Κόρινθο με κάλεσε η πατρίδα. Πήγα/ Κι ήμουν και πάνω στα ντουζένια μου και μου’ ρθε ξαφνικά. Και είδα τα χαΐρια και του Θείου Πελοπίδα/ που μου ‘λεγε, θα το τακτοποιήσω, έχω δόντι στρατηγό./ Μα ούτε δόντι, ούτε μέσον, νάκα/ και με πέρασαν και για μαλάκα/ κι έψαχνα τον κολλητό και με πήραν στο ψητό/ και με κούρεψαν γουλί στο τάκα τάκα». Οι στίχοι του Κραουνάκη λειτουργούν επικουρικά των κειμένων του Γιάννη Ξανθούλη, στο πνεύμα της μιουζικάλ φύσης των παραστάσεων του αρτίστα  Μαρίνου. Συνεχίζεται το 1990 στον ακραιφνώς πολιτικό δίσκο «Εφημερία», με τη Βίκυ Μοσχολιού, με όλα σχεδόν τα τραγούδια, αλλά κυρίως με το τραγούδι-ποταμός, «Στον καιρό του ‘90», «ο επικήδειος της περιπέτειας της γενιάς μου», κατά δήλωση του ίδιου του Κραουνάκη. 
 
Για τις ανάγκες των παραστάσεων με τον Γιώργο Μαρίνο στη Μέδουσα (1983) και στο Θέατρο Βέμπο (1990) γράφει μακροσκελή τραγούδια- θεατρικά νούμερα (με τη συνεργασία σε ορισμένα της Λίνας Νικολακοπούλου και του Γιάννη Ξανθούλη) τα οποία κυκλοφορεί με εντολή του Μάνου Χατζιδάκι, από τον Σείριο, με τον τίτλο «Αυτός ο Γιώργος».  Το 1995 κυκλοφορεί το δίσκο «Όταν έρχονται οι φίλοι μου», στον οποίο οι λεκτικοί ποταμοί του συνεχίζονται με τα τραγούδια «Αλληλούια ή ο μικρός Ιεζεκιήλ», « Το ποντίκι» και το  «8 ½». Τραγούδια που λειτουργούν σαν  soundtrack  πεντάλεπτης κινηματογραφικής ταινίας  («Αλληλούια»), ως έμμετρη παραμυθία («Το ποντίκι») και ως μελοποίηση ημερολογιακών καταγραφών παρατακτικού λόγου («8/12») πάντα με την κραουνάκεια  ρεαλιστική αλληγορία την οποία συναντάμε σε πολλούς ακόμα στίχους του. Με τον οξύμωρο αυτόν όρο, θέλω να τονίσω την επιτυχημένη συνύπαρξη που πραγματοποιεί ο Κραουνάκης ενός καθημερινού λεξιλογίου με τις ποιητικές εικόνες, με στόχο έναν κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό: « Η σιωπή αναρριχάται/ και ο άνθρωπος φοβάται/ την αγάπη του/μπλέκει τα σωστά με σάπια/ πεντοχίλιαρα και χάπια/ στο ντουλάπι του». 
 
Για τον Κραουνάκη-στιχουργό –ειδικά στα μεγάλης έκτασης τραγούδια του- δεν υπάρχουν ούτε απαγορευμένες στιχουργικές λέξεις ως φόρμα ή ως «μήνυμα» (θα βρούμε δεκάδες τέτοιες  όπως «ντεκλαρέ», «σκορδοκαΐλα», «κραγμένη», «ντιγκιντάγκας», «τεκνά», «επιλύχνιος ευχαριστία»,  «βυζόρογα», «μαστουριά»,  «συχνοουρία» κ.ά.) ούτε στιχουργικοί  περιορισμοί μιας καθωσπρέπει γραφής και τραγουδιστικής σύμβασης. Χρησιμοποιεί λειτουργικά πάμπολλες ξένες λέξεις στα μελοποιημένα κείμενά του  (π.χ. «Όλα dear και honey», «στα parking και στα drive in/ σου σκίζουν τα blue jean», «χάθηκα, γράψε delivery», «rock είναι smokin και ελβιέλο/ είναι ο Abbot με τον Costelo», «απόψε, απόψε σε θέλω global/ με ρόμπα, με ρόμπα λιγάκι banal», «το καινούριο εγώ είναι digital surround» κ.ά.) τοποθετεί ταιριαστά ηχοποιητικές λέξεις (π.χ. «Μάου, μάου/ πα –πα-ου-μα μα-ου,μάου», «λάι, λάι, λάι, τι μυαλά να κουβαλάει» κ.ά.)  και γίνεται λεξιπλάστης (π.χ. «Κι όταν ακουστεί το νιάου/ οι γενιές ξεκατινιάου», «Γιατί το κάθε βούρλο/ κι η κάθε θεομούρλω/ από τα ντεκαπάζ/ αν δούνε ευτυχισμένους/ ανθρώπους μονιασμένους/ ευθύς βρικολακιάζ», «Ξου, ξου, ξουτ/ άντε χάσου Χασεψουτ», «ο έρωτας δε θέλει φροντιστήριο/ δεν είναι φιλολό, είναι μυστήριο» κ.ά.) εξυπηρετώντας  τις ανάγκες της στιχουργικής και νοηματικής συνθήκης των τραγουδιών του. 
 
Το «χύμα» που εμφανίζουν τα γραπτά του δεν είναι προϊόν μιας ακαθόριστης έμπνευσης και υπερρεαλιστικής νοοτροπίας, αλλά μια λελογισμένη πρακτική εξομολογήσεων, διαπιστώσεων, συναισθημάτων. Είναι μια βαθύτατη ανάγκη  θεατράλε μουσικο-στιχουργικής έκφρασης που τον στοιχειώνει –ο τρίτος «δαίμονάς» του- μέσα από το δεδομένο μιας έντονης κοινωνικής παρουσίας και δεκάδων ανθρώπων-συνεργατών-επιρροών, ο τέταρτος «δαίμονάς» του. Είναι άνθρωπος των εκτενών συζητήσεων, των μεγάλων συγκινήσεων, των πολλών καπνών και των ισχυρών παθών. Και αυτά καθρεπτίζονται απολύτως στη στιχουργική του, αφού οι στίχοι του είναι μια προσωπική κιβωτός μέσα στην οποία έχει φωλιάσει ατάκες, λέξεις, νοήματα, εικόνες, στιγμιότυπα, «παραγγελιές», όπως τα έχει συλλάβει ο προσωπικός του φακός από τις συναναστροφές του, ερωτικές, φιλικές, συναδελφικές. Η φωτογραφική μηχανή που αενάως φέρει μαζί του είναι απλώς το εξωτερικό αποτύπωμα που θέλει να κρατά. Η ίδια του η εσωτερική φωτογραφική αντιληπτικότητα είναι η πραγματική αιτία των γραφομένων του. 
 
Συνεχίζοντας με τα τραγούδια-μικρά μονόπρακτα, γράφει το 1998, στο δίσκο «Σπεράντζα», τη «Μύγα» -[ντουέτο για άνθρωπο-έντομο] επιλέγοντας για ακόμα μια φορά ένα αλληγορικό τρόπο σχολίου αφού όπως ο ίδιος αναφέρει για την αφορμή γραφής του τραγουδιού: «επειδή μια δημοσιογράφος έγραψε κάτι δυσοίωνα κι αποφάσισα αντί να θυμώσω…να την περιγράψω». Το 2000 σε συνεργασία με τον Γιάννη Ξανθούλη γράφει με αφορμή το βιβλίο τού Ξανθούλη «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες», τη μουσική -για την τηλεοπτική μεταφορά του έργου- στον οποίο εμπεριέχονται τα διαλογικά «Αβραάμ και Σάρα»  και «Κορμάρα Θείο».  Από το 2001 και μετά η μουσική κολεκτίβα Σπείρα Σπείρα,  που έχει δημιουργήσει δυο χρόνια νωρίτερα, γίνεται το όχημα για περισσότερα σκηνικά μουσικοθεατρικά στιχουργήματα με βάση τη σατιρική απεικόνιση της καθημερινότητας σαν μικρά επιθεωρησιακά τραγούδια π.χ. «Το μαύρο καλσόν», «Μoney- money», «Μπιμπερό» κ.ά. Οι «δαίμονες» που ακούνε  στο όνομα Γιώργος Ζαμπέτας (ως προς τον αθυρόστομα σκωπτικό στιχουργικό και συνθετικό διονυσιασμό), Στίβεν Σόντχαϊμ και Αντρέας Βουτσινάς (ως προς τα μιουζικάλε τραγούδια και τη σκηνοθετικότητά τους κυριολεκτικά και μεταφορικά) είναι τα σημεία-κλειδιά για την ερμηνεία αυτής της πλευράς του Κραουνάκη. 
 
Εκτός όμως της πληθωρικότητας αυτών των στίχων του, ο Κραουνάκης έχει υπογράψει και αρκετά απολύτως συμπαγή στιχουργήματα όπου ο λόγος του χωρίς ποτέ να διεισδύει σε περισσότερο «λογοτεχνικά» μονοπάτια, ωστόσο διακρίνεται για την καθαρότητα της έντεχνης τέχνης του. Η σχέση του με την μελοποίηση ποιητικών κειμένων  συνάπτεται άμα τη εμφανίσει του στη δισκογραφία, το 1978, με «Το σπίτι του Αγαμέμνονα», σε ποίηση Πέτρου Χρονά, μέχρι τις μέρες μας και τη «Λειτουργία των πόλεων», το  2014, όπου μελοποιεί, εκτός των άλλων, ποιήματα της Κικής Δημουλά και του Γιώργου Χρονά. Ο ίδιος όμως, ως στιχουργός κρατά αποστάσεις από τον ποιητικό στίχο με την κυριολεκτική χρήση της έννοιας. Σε αυτό, πέραν της προσωπικής του φυσιολογίας πιθανόν να «ευθύνεται» και ο μεγάλος «δαίμονας» της προσωπικής και μουσικής του ζωής, η Λίνα Νικολακοπούλου, η βασικότερη συνεργάτιδά του όλα αυτά τα χρόνια, με το  λόγο της που φλερτάρει άλλοτε ανοικτά και άλλοτε πιο έμμεσα με την ποίηση. Με άλλα λόγια, σε ό,τι είχε να κάνει με αυτό το στιχουργικό πεδίο της τέχνης, είχε και έχει δίπλα του γερό συμπαίκτη όπου «καθαρίζει» τις φάσεις αλλά και εν γένει τον επηρεάζει. Όπως άλλωστε και ο ίδιος σημειώνει για το τραγούδι «Η άνοιξη»: «Η Λίνα μού συμπλήρωσε το δεύτερο κουπλέ, όπως πολλές φορές έχει κάνει». Ο ίδιος ο Κραουνάκης σε ορισμένες περιπτώσεις στους στίχους του εμπνέεται και από τα αναγνώσματά του και στιχουργεί για τις ανάγκες κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών (π.χ. «Μέσα στο νερό»: πάνω σε διήγημα του Τσέχωφ, «Η νύχτα βγάζει επίσκοπο» και «Πάτα –Πάτα» με δανεισμένους στίχους από το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, «Αυτή η νύχτα μένει», «Ζημιά»:  από το βιβλίο «Χτίστες» του Γιώργου Χειμωνά, «Σκιές στο περιστύλιο»: από το ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Παπαχρήστου κ.ά.). 
 
 Σε αυτήν την ενότητα, των καθαρόαιμων, ας το πούμε, τραγουδιών με δικούς του στίχους οι αιχμές του δόρατος είναι ορισμένα πολύ ισχυρά (διαφορετικής θεματολογίας και τεχνοτροπίας) στιχουργήματα: «Αυτή η νύχτα μένει», «Πάω να πιάσω ουρανό», «Έννοιες», «Η καρέκλα», «Ζωή νταλίκα κόκκινη», «Κυριακή», «Επιλύχνιος ευχαριστία», «Τσάκισα», «Ο Έλληνας», «Κοσμά και Δαμιανού», «Κάτι Παρασκευές», «Ο καινούριος χειμώνας», «Στη σκιά», «Το τραγούδι του Δημήτρη», «Κάτι ξυπόλητοι Έλληνες» κ.ά.  Σταχυολογώ ενδεικτικά αποσπάσματα:
 
«Πέφταν τ’ άστρα μες στη λασπουριά/ μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι», 
«Δώσαμε κρυφά φιλιά και άγια/ χωρίς να κοιταχτούμε/ και βγήκαμε ναυάγια/ πού να το φανταστούμε», 
«Μια Κυριακή απόγευμα/ είχα έναν άνθρωπο κι έπιανα μπράτσο/ δικό μου μόνο/ τώρα σκοτώνω κάθε περαστικό», 
«Έννοιες-έννοιες-έννοιες/ σαν τρελές ερινύες/ Ύαινες έννοιες-έννοιες/ και μεγάλες ανίες», 
«Κι όπως μια φορά/ άμα τραγουδάς την πληγή/ ξεγελάς τη φθορά/ μοιάζει να ΄ναι η γη/ Κυριακής χαρά», 
«Κι αν με δεις να φτάνω πάνω/ Θε μου σχώρα με/ κι άμα πέσω να πεθάνω/ παρηγόρα με», 
«Ζωή, νταλίκα κόκκινη στις εθνικές, / στις εθνικές του κόσμου/ στου Στέλιου τα τραγούδια βενζίνα των φτωχών/ αγάπη θεοσκότεινη/ πολλά ουίσκια εντός μου/ ακούνε τα ζεϊμπέκικα σαν το Πάτερ ημών/ Πίκρα, μανούλα μου, το γάλα/ πίκρα τα χρόνια μας τα υγρά/ τα εργοστάσια μεγάλα/ τα μεροκάματα μικρά», 
«Στη χώρα που φυτρώσαμε/ οικόπεδα κληρώσαμε/ στο παρελθόν πληρώσαμε μεγάλο ποσοστό […] Αυτό θα μας φάει τον Έλληνα/ ο Έλληνας τον Έλληνα/ και δεν το συζητώ», 
«Σεπτέμβριο τη λέγανε/ την πέτρα που δεν κύλησε», 
«Όσο τρέχει το κουβάρι/ τόσο ξετυλίγεται/ η χαρά δεν κάνει χάρη/ μια φορά ξανοίγεται». 
 
«Επειδή μιλάς και εκτίθεσαι, να θυμάσαι πως αυτό που λέει ο επώνυμος είναι αυτό που αδυνατεί να πει ο ανώνυμος»  του είχε πει στο ξεκίνημά του ο Μάνος Χατζιδάκις, ο «πρώτος»  χρονολογικά καλλιτεχνικός του «δαίμονας». Αν επιχειρούσε κανείς να συγκεντρώσει τα χιλιάδες λόγια του Κραουνάκη στιχουργού-συνεντευξιαζόμενου-ραδιοφωνικού παραγωγού- αρθρογράφου-μπλογκερά, θα έφτιαχνε ατελείωτα χιλιόμετρα δρόμου με μεγάλες λεωφόρους, ανοικτούς ορίζοντες και αναρίθμητους σταθμούς, αλλά  και με  λακκούβες,  ολισθήματα και ατυχήματα. Όλα όμως τείνουν προς το «Έγινε επεισόδιο με κείνον τον αρτίστα/ που βγαίνει μες στην αγορά/ και λέει τραγούδια πονηρά/ που τα’ γραψαν στη λίστα» , όπως γράφει στο πρώτο του δισκογραφημένο στιχούργημα, «Επεισόδιο», τραγούδι γραμμένο για το δίσκο της Τάνιας Τσανακλίδου, «Charlie Chaplin, το 1978.  Τραγούδια γραμμένα στη λίστα όχι των «παλιοφυλλάδων», όπως συνεχίζει το τραγούδι, αλλά στο μακρύ κατάλογο του ελληνικού τραγουδιού. 
 

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο αφιέρωμα του περιοδικού «Μετρονόμος», τχ. 59, στον Σταμάτη Κραουνάκη