Η σχέση των Ελλήνων δημιουργών με την Ελλάδα εκτός από δοξολογική (π.χ. «Ελλάδα είναι μία», Νικολόπουλος- Χαψιάδης) ή καταγγελτική (π.χ. «Ελλάδα- Ελλάδα», Μούτσης- Γκάτσος), διλήμματος (π.χ. «Για ποια Ελλάδα», Μάνου) ή αποστασιοποίησης («Ερώτηση κρίσεως», Θ. Παπακωνσταντίνου) εκφράζει και ένα αίσθημα αγάπης-μίσους, κάτι σαν «το τσιγάρο που όλο λέω να το κόψω όμως με πάθος πιο πολύ ξανακαπνίζω». Ασφαλώς και δεν πρωτοτυπούν σε σχέση με το ανά καιρούς κοινό αίσθημα. Απλώς το εκφράζουν εντέχνως. Και είναι αυτή η πλευρά της σχέσης που σήμερα είναι πιο κοντά από ποτέ στην πραγματικότητα…

 

Ιδανικότερη, κατά τη γνώμη μου, περιγραφή αυτής της ιδιότυπης αλληλεξάρτησης είναι το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, «Όμορφη και παράξενη πατρίδα», το οποίο μελοποίησε ο Δημήτρης Λάγιος και ερμήνευσε ο Γιώργος Νταλάρας. Οι αντιφάσεις της Ελλάδας ξεδιπλωμένες αριστοτεχνικά:

Όμορφη και παράξενη πατρίδα/ ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα / Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά / στήνει στην γη καράβι κήπο στα νερά/ κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται/ μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται / Όμορφη και παράξενη πατρίδα / ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα / Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά/ κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα / μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς/ ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους.

 

Ένας άλλος ποιητής, ο Γιώργος Σουρής, πραγματεύεται το ίδιο θέμα πιο σαρκαστικά («Δυστυχία σου Ελλάς», συνθέτης: Γιάννης Ζουγανέλης):

Ποιος είδε κράτος λιγοστό/ σ’ όλη τη γη μοναδικό/ εκατό να εξοδεύει/ και πενήντα να μαζεύει;/ Να τρέφει όλους τους αργούς/ νά `χει επτά Πρωθυπουργούς/ ταμείο δίχως χρήματα/  και δόξης τόσα μνήματα;/ Δυστυχία σου, Ελλάς,/ με τα τέκνα που γεννάς!/ Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα/ τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα; […] Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι/ κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει/ Κι από προσπάππου και παππού/ συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

 

Σχετικό είναι και ένα από το πιο εμπνευσμένα  στιχουργήματα του Μανώλη Ρασούλη, («Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ») το οποίο ακτινογραφεί μοναδικά την εθνική μας σχιζοφρένεια:

 

Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά/  και στο Σικάγο μέσα ζει στη λευτεριά/ εκείνος που δεν ξέρει και δεν αγαπά/ σάμπως φταις κι εσύ καημένη/ και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά/ Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ/ γιατί μ’ έμαθες και ξέρω/ ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ/ να πεθαίνω όπου πατώ/ και να μη σε υποφέρω/  Αχ Ελλάδα θα στο πω/ πριν λαλήσεις πετεινό/ δεκατρείς φορές μ’ αρνιέσαι/ μ’ εκβιάζεις μου κολλάς/ σαν το νόθο με πετάς/ μα κι απάνω μου κρεμιέσαι.

 

 

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Σωκράτης Μάλαμας με αυτό το γλυκόπικρο «μάγισσα, σ’ αγάπησα», εκεί, στο τέλος του τραγουδιού («Για την Ελλάδα»):

Αμπέλια και χρυσές ελιές/  μοιάζεις Ελλάδα μου όπως θες/ φωτιά κι αέρας, στο φως της μέρας./ Τη μια ευρωπαία στο κλαρί, / την άλλη αρχαία προτομή/ Γιατί, γιατί;/ Γύρνα και δείξε μου τον δρόμο σου ξανά/ μάτια μου, κομμάτια μου/ σαν γράμμα ατέλειωτο που έσβησε ο καιρός/  μ’ ονόματα και χρώματα./ Γυμνά τα δέντρα, τα κλαδιά/ κι έχουν πετάξει μακριά/ πουλιά κι αστέρια, σε ξένα χέρια./ Ετσι ήταν πάντα μου γελάς/ παιδιά είμαστε της λησμονιάς/ σ’ ακούω χαμένος, σαν ζαλισμένος/ Στον ουρανό σου θέλω απόψε ν’ ανεβώ να σε βρω/ αγκάλιασέ με στο σκοτάδι σου να μπω/ μάγισσα, σ’ αγάπησα.

 

Αυτό το αίσθημα της χαρμολύπης που γεννά η χώρα και της διαχρονικής «παλιμβουλίας» που προκαλεί (βλ. Αλέξη Πολίτη, «Ρομαντικά Χρόνια: Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830 – 1880), εκφράζει και ο Παύλος Παυλίδης («Ελλάδα»):

Ορίζοντες και ουρανοί/ και αυτή η απόκοσμη λιακάδα/ μι’ άγνωστη χώρα μυθική/ και αυτό που οι άλλοι λεν Ελλάδα./ Όσες φορές το προσπαθείς/ πάντα διασχίζεις κάποια άλλη, / η διαδρομή πάντα μικρή/ η απόσταση πάντα μεγάλη./ Στο πλάι της Εθνικής Οδού/ κτίρια παλιά, παρατημένα/ γυρνάς το βλέμμα σου αλλού/ όμως αυτά κοιτάν εσένα/ Γύρω βουνά κι άλλα βουνά/ και πάντα η θάλασσα στο βάθος/ να σου θυμίζει από μακριά/ πως την αγάπησες με πάθος.

 

Για το «Χαροποιόν πένθος» (κατά τον Φώτη Κόντογλου) που «καλλιεργεί» η Ελλάδα έχει γράψει και η Χάρις Αλεξίου («Ο Έλληνας», μουσική: Θάνος Μικρούτσικος)

Αφού ακόμα αγαπάς τις γκρίζες θάλασσες, / αφού μπορείς καμένα δάση να αντικρίζει/ αφού ακόμα ακούς Τσιτσάνη και ραγίζεις, / αυτό σημαίνει πως ακόμα εσύ δεν άλλαξες/ Αφού από τη μοναξιά σου δε νικήθηκες, / αφού δεν ντρέπεσαι μπροστά μου να δακρύζεις,/ αφού ακόμα ακούς κλαρίνο και ραγίζεις/ αυτό σημαίνει πως ακόμα εσύ δεν άλλαξες/ Έλα αγάπη μου, έλα/ να κάνουμε ένα Έλληνα ακόμα/ με το τραγούδι να ξεχνάει/ τα λάθη της να συγχωράει, όπως κι εμείς/ αφού η Ελλάδα μας πληγώνει όσο κανείς

 

Από αυτή τη γοητεία της αντιφατικότητας της χώρας θέλχτηκε και ο Άλκης Αλκαίος («Σαν πλανόδιο τσίρκο», μουσική: Θάνος Μικρούτσικος):

Μια φορά μου γεννούσες ένα πάθος παράφορο/ τώρα παίζεις παιχνίδι που μ’ αφήνει αδιάφορο/ δεν κερδίζω δε χάνω σ’ αγαπώ και σ’ αρνιέμαι/ κι από ένα

κλαράκι του γκρεμού σου κρατιέμαι/ Ελλάδα Βέμπο μου και Μέριλιν Μονρόε/ Ελλάδα Ελύτη μου και Έντγκαρ Άλλαν Πόε/ Ελλάδα μάγισσα, παρθένα και τροτέζα μου/ Ελλάδα Τούμπα, Αλκαζάρ και Καλογρέζα μου.

 

Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Όλες αυτές οι αέναες  αντιφάσεις επιβεβαιώνουν περίτρανα τα λόγια του Ένγκελς από το μακρινό 1884 και το βιβλίο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους»: «η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να παραμερίσει». Για αυτό και γράφει ο Κώστας Λαχάς («Διαμπερές τραύμα», μουσική: Θάνος Μικρούτσικος):

 

Τρέχεις, Ελλάδα, με κομμένη την ανάσα,/ ανάβεις φλας αριστερά και βγαίνεις δεξιά μου/ απ' τα σκυλάδικα γλιστράς στη Μαλακάσα/ κι η Εθνική οδός μια ματωμένη επωδός/ τραύμα διαμπερές στη μοναξιά μου.