Από τη δεκαετία του ’80 μέχρι και στις μέρες μας ακούγεται συνέχεια το ίδιο τροπάριο: δεν γράφονται πολιτικά τραγούδια. Πρόκειται ασφαλώς για έναν αστικό μύθο ο οποίος θα πρέπει βεβαίως κάποια στιγμή να αποσυρθεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Από τη δεκαετία, λοιπόν, του ’80 και μετά έχουμε μια νέα ιστορικά περίοδο: Η εμφάνιση του νεωτερικού κράτους με τον πρωτοφανή βαθμό κοινωνικής διαφοροποίησης, όταν οι θεσμικοί χώροι της οικονομίας, της πολιτικής εξουσίας, της κοινωνίας και του πολιτισμού απέκτησαν ξέχωρες δυναμικές, λογικές, αξίες και εκπροσώπηση σήμανε και το τέλος του «πολιτικού-πανεθνικού» τραγουδιού που εκπροσωπούσε μια χώρα.

 


Το πρώτο μέρος του θέματος το διαβάζετε εδώ


 

Τα κοινά αιτήματα του Εμφυλίου, των Πολέμων, της Δικτατορίας είχαν μετασχηματιστεί σε τραγούδια με καθολική αποδοχή και κυρίως ανάγκη ακρόασής τους. Ήταν ένας βασικός συνεκτικός δεσμός των ανθρώπων από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη. Από τη δεκαετία του '80 και μετά το τραγούδι ακολουθώντας την κοινωνική πραγματικότητα διασπάστηκε, απέκτησε τις δικές του διαστρωματώσεις και εκτός των πανεθνικών αιτημάτων άρχισε να εκφράζει πρωτίστως τις κοινωνικές τάξεις και τα ενδο-ταξικά προβλήματά τους (κοινωνική ανισότητα, ναρκωτικά, φυλακή, ανθρώπινες σχέσεις κ.ά). Εκεί αναδείχτηκε και η (κοινωνική) τραγουδοποιία των ελλήνων τροβαδούρων και των γκρουπ. Με άλλα λόγια το πολιτικό τραγούδι δεν είχε πια απέναντί του έναν ορατό εχθρό, έναν Γερμανό κατακτητή ή μια Δικτατορία, αλλά ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα με πολιτική και κοινωνική παθογένεια.

 

Και μεταλλάχτηκε σε κοινωνικό τραγούδι. Και ασφαλώς είχε, πλέον, να αντιμετωπίσει τη διασπορά των μέσων ενημέρωσης, δηλαδή την ιδιωτική τηλεόραση και ραδιοφωνία, και τον πλουραλισμό του Τύπου. Φυσικά και η πνευματική δομή της χώρας άλλαξε, ο προκρούστειος ρόλος της τηλεόρασης ήταν καταλυτικός, οι κοινωνικές συνθήκες της αναγέννησης και της επίπλαστης ευημερίας, η ανακατανομή του εθνικού πλούτου προς τα κατώτερα στρώματα, η αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού αγώνα και άλλα γνωστά φαινόμενα που έφερε η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στη εξουσία, σε συνδυασμό με την διάσπαση της Αριστεράς και τις οβιδιακές μεταμορφώσεις ηγετικών στελεχών του πολιτικού τραγουδιού, όλα αυτά και άλλα πολλά (π.χ. η εκτός συνόρων εμφάνιση του ΜΤV το 1981) συνετέλεσαν ώστε το πολιτικό τραγούδι να μην έχει ως πολιτική πράξη πρώτα από όλα και έπειτα ως μορφή τέχνης την ίδια παρουσία με τα προηγούμενα χρόνια ακόμα κι αν στις παλλαϊκές συγκεντρώσεις τα μεγάφωνα διατηρούσαν το ίδιο soundtrack με το παρελθόν.

 



altΑυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν γράφονταν και νέα κοινωνικοπολιτικά τραγούδια, ότι δεν κυκλοφορούσαν κοινωνικοπολιτικοί δίσκοι. Να δούμε παραδείγματα τη δεκαετία του ’80: «Επιβάτης» (Θεοδωράκης-Τριπολίτης, 1981), «Ραντάρ», επίσης το 1981 από τους ίδιους δημιουργούς, «Διόνυσος» (Θεοδωράκης 1985), «Κώστας Καρυωτάκης» (Θεοδωράκης, 1985), «Μήπως ζούμε σε άλλη χώρα» (Θεοδωράκης-Ελευθερίου, 1985), οι τρεις δίσκοι των Κατσιμιχαίων, οι δίσκοι του Παύλου Σιδηρόπουλου, του Άσιμου, πρωτίστως και κυριότερα του Θάνου Μικρούτσικου (Άλκης Αλκαίος και Τριπολίτης στα καλύτερά τους) οι δίσκοι που έκαναν οι Τρύπες, ο Παπακωνσταντίνου και οι δίσκοι αρκετών άλλων, ως μορφή έκφρασης ήταν καθαρά κοινωνικοπολιτική και μάλιστα υψηλής τέχνης.

 

Το θέμα ήταν η μαζικότητα που δεν υπήρχε πια, το πολιτικό τραγούδι ως ρεύμα. Εξηγήσαμε όμως ανωτέρω τις βασικές αιτίες αυτής της αλλαγής. Υπήρχαν όμως οι μικρότερες αυτές εστίες που συντηρούσαν τη φωτιά.




Από τη δεκαετία του 90 και μετά έχουμε την εμφάνιση των Cantautori -όπως οι αντίστοιχοι Ιταλοί της δεκαετίας του '60, δηλαδή των τραγουδοποιών οι οποίοι πλέον δίνουν μεμονωμένα κοινωνικοπολιτικά τραγούδια και όχι ολοκληρωμένους κοινωνικοπολιτικούς δίσκους. Είτε επειδή άλλοτε υστερούν σε επίπεδο μελωδίας, άλλοτε σε επίπεδο στίχου και άλλοτε σε επίπεδο φωνής είτε επειδή οι ίδιοι οι δημιουργοί δεν διαθέτουν την ισχυρή προσωπικότητα και την πολιτικοποίηση που χρειάζεται είτε επειδή έχουμε τη γιγάντωση του εμπορικού τραγουδιού, του lifestyle και τον αποκλεισμό τους από το τέρας που ονομάζεται τηλεόραση, και τέλος την αλλαγή κατεύθυνσης των δισκογραφικών εταιρειών, οι τραγουδοποιοί αυτοί δεν μπορούν να δημιουργήσουν κοινωνικοπολιτικά έργα που να είναι ικανά να δημιουργήσουν και όχι να αναβιώσουν μια πολιτική τραγουδοποίια. Έτσι, άλλες κοινωνικές καταστάσεις (π.χ. αστικοποίηση, αποξένωση κ.ά.) και εσωτερικές ανάγκες διαμορφώνουν τώρα το χώρο του στίχου. Εύστοχα παρατηρεί ο Ηρακλής Οικονόμου, στο περιοδικό Μετρονόμος, τ.χ. 44:

«το ανθρωπογεωγραφικό τραγούδι- ιστορία πλέον εννοιολογικά αντιπαραβάλλεται στο “διδακτικό τραγούδι-απόφθεγμα” Το πρώτο διηγείται μία ιστορία με το υποκείμενό της σαφώς τοποθετημένο μέσα στον κοινωνικό και γεωγραφικό χώρο. Το δεύτερο συνίσταται σε μία σειρά από φιλοσοφικές παραδοχές, οι οποίες συνήθως απευθύνονται από το υποκείμενο στον εαυτό του, στην ψυχή του, στη ζωή, κλπ».

alt

 

Ορισμένοι βέβαια κατά καιρούς βαπτίζουν αυτό το δεύτερο είδος τραγουδιού ως επίσης πολιτικό τραγούδι δεδομένου ότι εκφράζει μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα. Αφού, δηλαδή, λείπουν τα μεγάλα οράματα, και οι μεγάλες πολιτικές εξελίξεις το τραγούδι αυτό, των εσωτερικών δηλαδή δωματίων, εκφράζει την εποχή του, βλέπε «Μοναξιά μου όλα μοναξιά μου τίποτα» άρα είναι πολιτικό. Νομίζω όμως ότι τα επιχείρηματά τους είναι αρκετά αδύναμα για να ευσταθούν αφού σε κάθε εποχή υπήρχαν και υπάρχουν τα αμιγώς κοινωνικοπολιτικά ερεθίσματα για άλλου είδους τραγούδι.

 

Δεν είναι τυχαίο το τραγούδι «Τρύπιες Σημαίες» των αδελφών Κατσιμίχα το οποίο κυκλοφορεί στα τέλη του 20ου αιώνα και περιγράφει μια πολιτική κατάσταση εν μέσω άλλων εντεχνοερωτικών και εσωστρεφών τραγουδιών. Αιτίες, λοιπόν, για να γραφτεί πολιτικό τραγούδι υπήρχαν πολλές, δημιουργοί όμως πρόθυμοι κι όχι παραιτημένοι ή ικανοί να το ακολουθήσουν δεν υπήρχαν, πάντα βέβαια με τις αρκετές εξαιρέσεις στον όποιο τέτοιο κανόνα. H απουσία, επίσης, από το μουσικό προσκήνιο των συνθετών δυσκόλεψε το έργο των όποιων στιχουργών θα μπορούσαν να γράψουν κοινωνικοπολιτικό τραγούδι και κάνοντας άλλους αρκετά ικανούς να συμβιβάζονται, για να μπορέσουν να υπάρξουν, με άλλα πιο ευκολοχώνευτα στιχουργήματα. 

 

Σaltε αυτό το χρονικό σημείο όμως που βρισκόμαστε θα πρέπει ασφαλώς να μνημονεύσουμε το ρόλο της χιπ χοπ μουσικής και του low bap, και κυρίως το ρόλο των Active Member οι οποίοι υπήρξαν πρωτεργάτες ενός κινήματος που επανέφερε τον κοινωνικοπολιτικό στίχο σε περίοπτη θέση, δημιούργησε ένα ρεύμα όμως δυστυχώς και πολλούς παραπόταμους, δηλαδή group που δεν κατάφεραν να κάνουν τον πολιτικό στίχο και τέχνη, όπως οι Active Member και έμειναν στα ρηχά νερά της φωνασκίας όπως αντίστοιχα και τα ροκ γκρουπ των πιτσιρικάδων.

Ερχόμαστε, λοιπόν, στο σήμερα ή για να ακριβολογούμε οκτώ χρόνια πίσω όταν μπήκαν στη ζωή μας τα Δεκεμβριανά του 2008 και λίγο αργότερα το προσφιλές σε όλους μας Μνημόνιο. Ξαφνικά, μέσα σχεδόν σε μια νύχτα, πλείστοι δημιουργοί πασών ηλικιών αισθάνθηκαν την ανάγκη να πάρουν την πένα στον ώμο τους, να αλλάξουν ρότα και να παραμερίσουν τις αισθηματικοεσωτερικές ανησυχίες τους γράφοντας τραγούδια για την νέα καθημερινότητα που βιώνουμε, τα τραγούδια της κρίσης, αν μπορούμε να τα ονομάσουμε έτσι.

 

 

altΟ Νικ Κέιβ σε μια συνέντευξή του στον Δημήτρη Αναστασόπουλο και την Ελευθεροτυπία λέει χαρακτηριστικά:
«Συχνά, θέλω κι εγώ να γράψω ένα τραγούδι διαμαρτυρίας, για όλα αυτά που βλέπω να συμβαίνουν γύρω μου, αυτόν τον καιρό. Αλλά πραγματικά δεν νομίζω ότι έχω την απαραίτητη αξιοπιστία για να γράψω ένα πολιτικό τραγούδι. Για παράδειγμα, εγώ ο ίδιος δεν εμπιστεύομαι όποιον καλλιτέχνη ξυπνάει ξαφνικά και αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να πιάσει τον σφυγμό της πραγματικότητας και να μιλήσει στο όνομα του λαού. Δεν νομίζω ότι έχει ιδέα για τους φόβους των ανθρώπων».

Αν εξετάσουμε, λοιπόν, τη σύγχρονη δισκογραφική παραγωγή θα δούμε έναν πολύ μεγάλο αριθμό πια τραγουδιών προσανατολισμένα στην κρίση. Ακόμα και αν αποδεχτούμε τη συνθήκη ότι ο κάθε ένας δημιουργός έχει δικαίωμα, όποιο και να είναι το παρελθόν του, όποια και να είναι η τραπεζική του κατάθεση, να «κραυγάσει» μέσα από το τραγούδι για τη σύγχρονη πραγματικότητα, η πλειονότητα των στίχων της οργής είναι επικαιρικοί, «δημοσιογραφικοί» σαν κοινωνικό-πολιτικό ρεπορτάζ, είναι «μανιφέστα», στίχοι «επιθεωρησιακών νούμερων» αλλά όχι «πολιτικά» τραγούδια. Μήπως όμως έτσι θέλουν οι δημιουργοί να λειτουργήσουν αφυπνιστικά για αυτό και οι στίχοι είναι άμεσοι, πρωτόλειοι και ακαριαίοι όπως στα αντάρτικα τραγούδια ας πούμε;

 

Μήπως είναι τόση η οργή τους που δεν βάζουν έστω ένα μέρος της τέχνης σε αυτά έχοντας ως βασική προτεραιότητα την εκτόνωση; Δεν το νομίζω. Πολύ φοβάμαι η καχυποψία του Κέιβ περί «εκμετάλλευσης» της πραγματικότητας για να είναι και πάλι εντός της εποχής, είναι σε πολλές περιπτώσεις βάσιμη.

Αλλά ακόμα και να μη συμβαίνει αυτό, ο σύγχρονος πολιτικός στιχουργός κατά τη γνώμη μου εκτός από την τέχνη του που έδωσε σπουδαία τραγούδια στο παρελθόν έχει να αντιμετωπίσει και έναν ακόμα σκόπελο: το δημόσιο λόγο που αφθονεί είτε αυτός πηγάζει από ειδικούς και επωνύμους είτε από τον καθένα μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Άρα ποιος είναι ο ρόλος τους σήμερα; Να ενημερώσουν τον λαό; Μα είναι άριστα ενημερωμένος πια για την κατάσταση και τους φταίχτες. Δεν περιμένει, δηλαδή, ένα τραγούδι του Θεοδωράκη ούτε τον Θούριο του Ρήγα για να ενημερωθεί και να αφυπνιστεί.

 

Είναι με άλλα λόγια τόσες πολλές οι πηγές πληροφόρησης, οι απόψεις και τα άρθρα, τα προσωπικά blogs και τα ιντερνετικά forum που οι νέοι ειδικά άνθρωποι δύσκολα θα μπορέσουν να κάνουν «σημαία» τους ένα πολιτικό τραγούδι και να συνθηματοποιήσουν ένα στίχο, με άλλα λόγια να στεγαστούν κάτω από μια κοινή συνισταμένη, ιδίως όταν ο ρυθμός ταχύτητας της εποχής είναι καταιγιστικός και τα τραγούδια είναι ένα μόνο κλικ στο youtube και μετά αποθήκευση στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή και όχι της συνείδησης. Επιπλέον τολμώ να πω ότι σήμερα δεν έχουμε πλέον τόσο ανάγκη το τραγούδι όπως στο παρελθόν. για να το χρησιμοποιήσουμε ως πολιτική πράξη.

 

alt

Οι νέοι κυρίως σήμερα εκφράζονται και μέσα και από άλλες τέχνες βλ. γκράφιτι και συσπειρώνονται γύρω και από άλλες μορφές δράσης και αντίδρασης. Ωστόσο, το ελληνικό τραγούδι που κατάγεται από την δεκαετία του ’60, συνεχίζει, παρόλες αυτές τις εναλλακτικές επιλογές, να είναι ο βασικότερος «μηχανισμός»  άμεσης έκφρασης, κινητοποίησης και συσπείρωσης του συλλογικού αισθήματος ακόμα και αν το σημερινό ελληνικό τραγούδι «δημοσκοπικά» και «αξιολογικά» δεν έχει την ίδια δυναμική με το τραγούδι των περασμένων δεκαετιών. Με απλά λόγια, το ελληνικό τραγούδι –κυρίως μέσω των συναυλιών- συνεχίζει να δηλώνει το βροντερό «παρών» του, να «βάζει πλάτη» σε κάθε περίοδο της ελληνικής ιστορίας και όχι μόνο στις ιστορικές της στιγμές, αλλά κυρίως, στις «καλές μέρες». Τότε που θεωρούταν «παρωχημένο» και «μίζερο», «νικημένο» από την εμπορευματοποίησή του και εξοβελισμένο από τα γιγάντια μέσα ενημέρωσης, συνέχιζε υπομονετικά και αθόρυβα να συντηρεί «φωλιές νερού μέσα στις φλόγες». Απόδειξη η μεγαλειώδης μουσική συγκέντρωση -ανεξαρτήτως της έκβασης των πολιτικών γεγονότων- με τη συμμετοχή μιας πλειάδας καλλιτεχνών, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα, με αφορμή το Δημοψήφισμα του «Ναι» ή του «Όχι», τον Ιούνιο του 2015.
 
Και σήμερα φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις και δημιουργούνται τραγούδια με σαφή και έντεχνο κοινωνικοπολιτικό πυρήνα, όπως για παράδειγμα τα τραγούδια: «Σιγά μην κλάψω» (Γιάννης Αγγελάκας) -το οποίο αποτελεί το πλέον προβεβλημένο κοινωνικοπολιτικό τραγούδι των τελευταίων χρόνων-  «Πατρίδα» (Αλκίνοος Ιωαννίδης), «Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης» (Πάνος Κατσιμίχας), «Μεγάλωσα» (Χάρις Αλεξίου), «Μια συνηθισμένη μέρα» (Λαυρέντης Μαχαιρίτσας- Ισαάκ Σούσης), «Το δίκιο μου» (Θέμης Καραμουρατίδης- Οδυσσέας Ιωάννου), «Στο ράγισμα του δρόμου» ( Διονύσης Τσακνής- Κώστας Φασουλάς), «Πατρίδες που έγιναν φωτιά» (Λαυρέντης Μαχαιρίτσας- Μάνος Ελευθερίου), «Ο ξένος» (Φοίβος Δεληβοριάς), «Ελλάδα» (Παύλος Παυλίδης), «Άλλη μια στατιστική» (Ρόδες), «Ερώτηση κρίσεως» (Θ. Παπακωνσταντίνου), «Ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα» (Κώστας Λειβαδάς), «Βεβηλώσεις» (Δανάη Παναγιωτοπούλου) και αρκετά ακόμα τραγούδια (και ελάχιστοι δίσκοι, όπως του Χρήστου Θηβαίου, «Σιδερένιο νησί») στα οποία οι στιχουργοί τους σκιαγραφούν την επικαιρότητα εντέχνως, ακόμα κι αν αυτά τα τραγούδια δεν κατάφεραν να αποκτήσουν μια γενικευμένη ακρόαση και να αποτελέσουν σημεία αναφοράς. 
 



Θέλω, τέλος, να σταθώ σε τρία σύγχρονα επίσης φαινόμενα:
Πρώτο, το φαινόμενο αρκετών καλλιτεχνών οι οποίοι παίζουν στα διάφορα Φεστιβάλ Νεολαίας των κομμάτων ακόμα κι αν δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη κομματική παράταξη ή για να το πω διαφορετικά τα διάφορα Φεστιβάλ Νεολαίας των κομμάτων δεν προσκαλούν καλλιτέχνες μόνο από το δικό τους ιδεολογικό και αισθητικό χώρο. Θυμίζω εδώ την παρουσία των Going Through σε Φεστιβάλ της ΚΝΕ και τον πόλεμο που ξέσπασε μεταξύ του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και του ΚΚΕ σχετικά με αυτή την εμφάνιση.

Δεύτερον αρκετοί νέοι τραγουδοποιοί δημιουργούν κοινωνικοπολιτικά τραγούδια χωρίς να είναι κομματικοποιημένοι ή ακόμα και πολιτικοποιημένοι, τουλάχιστον όπως οι αντίστοιχοι συνάδελφοι τους στο παρελθόν.

Και τρίτον να υπογραμμίσω το γεγονός του διαχωρισμού πολιτικού στίχου-μουσικής· με άλλα λόγια αρκετά τραγούδια ενώ διαθέτουν ένα πιο υποψιασμένο, ας το πούμε, κοινωνικοπολιτικό μήνυμα ντύνονται από μια μουσική που δεν συμβαδίζει, είναι πιο εξωστρεφής και χαρούμενη, μοιάζουν δηλαδή σαν να θέλουν και την πίτα ολόκληρη (γράφω ορίστε και εγώ τραγούδια με κοινωνικά μηνύματα) και το σκύλο χορτάτο (ας ακολουθήσω όμως το σύγχρονο ποπ ρυθμικό ρεύμα της μουσικής για να μην είμαι εκτός μουσικού κλίματος ). Φυσικά δεν εννοώ να επιστρέψουμε σε παλαιές φόρμες πολιτικού τραγουδιού, οι εποχές προχωράνε. Είναι όμως μάλλον άνευ ουσίας κατά τη γνώμη μου να ακούμε ένα στίχο όπως «Μα πού να πάμε που τον ορίζοντα έχουν κλείσει και χτυπάνε, πού να πάμε; Μα πού να πάμε οι ανθρώποι δίπλα δεν αντέχουν και λυγάνε, πού να πάμε;» με ένα ρυθμό ανέμελο, σαν ποπ ερωτικό τραγουδάκι. Το ξαναλέω όμως, δεν υποστηρίζω την άποψη να επιστρέψουμε στο επικό τραγούδι αλλά να προσέξουν οι σύνθετες περισσότερο τη μουσική τους φόρμα ώστε να «πείθει» και να συμφωνεί έστω με αυτά που λέει ο στίχος. Αφήνω εδώ εκτός το αν συμβαδίζει το πολιτικό τραγούδι με τη προσωπική τους ζωή και τις προγενέστερες μουσικές επιλογές τους.

Κλείνω αυτό το άρθρο αναφέροντας μια ακόμα καραμέλα που κυκλοφορεί στα στόματά μας αυτόν τον καιρό, ότι δηλαδή η κρίση που βιώνουμε θα φέρει καλύτερα τραγούδια αφού έχουν αλλάξει τα δεδομένα και οι συνειδήσεις. Προσωπικά δεν ασπάζομαι αυτή την άποψη όχι γιατί είμαι απαισιόδοξος αλλά γιατί θεωρώ πως για να γραφτεί ένα πολιτικό τραγούδι δεν αρκεί η οικονομική καταπίεση και η αλλαγή νοοτροπίας που επιβλήθηκε αλλά ένα ολόκληρο πολιτισμικό υπόβαθρο τόσο των ίδιο των δημιουργών όσο και γενικότερα της κοινωνίας. Επομένως η προβληματική από άποψη οικονομικών εποχή, δεν αποτελεί τη βασική προϋπόθεση γραφής ισχυρού λόγου όταν υπάρχει έλλειψη γνώσεων ιστορικών, λογοτεχνικών, πολιτικών, όταν λείπει η προσωπική μόρφωση και κουλτούρα. Τα νέα παιδιά είναι σαφώς περισσότερο πληροφορημένα από τις αντίστοιχες προηγούμενες γενιές αλλά όχι και το ίδιο μορφωμένα κι ας έχουν όλα τα είδη της τέχνης στο πιάτο τους ελέω ίντερνετ. Με άλλα λόγια τα 24 γράμματα της αλφαβήτου αρκούν για να γραφεί μια ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια. Όχι όμως και ένας στίχος. Πόσω μάλλον ένας πολιτικός στίχος.

 


Το πρώτο μέρος του θέματος το διαβάζετε εδώ