haris-alexiou-stixourgiki1-Με αφορμή την επανακυκλοφορία των δίσκων της Χάρις Αλεξίου απο την εφημερίδα Real News σκιαγραφείται το στιχουργικό πορτρέτο της, μια πτυχή εξ' ίσου αξιοσημείωτη όπως η «αγιασμένη» της φωνή, αν και στο επίσημο βιογραφικό της: «Με τη χαρισματική φωνή της, τη μοναδικότητα της ερμηνείας της, τη στιβαρή σκηνική παρουσία της, αλλά και τη διαρκή ανίχνευση νέων μουσικών δρόμων η Χάρις Αλεξίου, βρίσκεται για πάνω από τριάντα χρόνια στην πρώτη γραμμή του ελληνικού τραγουδιού και στις καρδιές όλου του κόσμου»(1) αυτή η πλευρά παραλείπεται...Ίσως γιατί, περισσότερο από όλες, αυτή η πλευρά είναι η ίδια η Χάρις Αλεξίου...

Οι πρώτοι στίχοι

Στα είκοσι οχτώ της είχε ήδη είχε προλάβει να τραγουδήσει σε μεγάλα λαϊκά κέντρα, να ερμηνεύσει Θεοδωράκη, Κουγιουμτζή, Καλδάρα, Λοΐζο, Σπανό κ.ά. να δώσει συναυλίες από το γήπεδο του Παναθηναϊκού στην Αθήνα μέχρι την Κύπρο, το Σικάγο και την Αδελαΐδα (Αυστραλία), να παντρευτεί...Κι όμως αυτή:
Τη μεγαλύτερη σπατάλη την κάνεις όταν μου μιλάς / Με αινίγματα και παραμύθια της συμφοράς/ Λόγια του ανέμου όλο σερβίρεις και μου πουλάς ιδανικά/ Μα σαν περάσει η πρώτη μπόρα κάνεις νερά

Πρώτη έκπληξη. Το τραγούδι λεγόταν «Βαρέθηκα τα χωρατά» και έτσι μας συστήθηκε δισκογραφικά ως τραγουδοποιός, στον πρώτο προσωπικό και ομώνυμο δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, το 1978. Λόγια σκληρά, αντρίκεια, περήφανα, λόγια ενός σκεπτόμενου στιχουργού...

Δυο χρόνια αργότερα, το 1980, τα λόγια σκληραίνουν ακόμη περισσότερο: Δεν το αντέχω να βουλιάζω μες το ψέμα/ τώρα κατάλαβα πως ήμουν ένα δέμα/ φεύγω, τώρα φεύγω. Το τραγούδι «Φεύγω» που συνυπογράφει στιχουργικά με τον Αντώνη Βαρδή, γίνεται σήμα κατατεθέν κάθε γενιάς. Το τραγουδάει ανάμεσα στα άλλα λαϊκά τραγούδια και μπαλάντες. Όπως και το εύθραυστο, «Ξημερώνει»: …στου κόσμου όλου τις καρδιές/ μα για μένα δεν χάραξε ποτές. Έκπληξη δεύτερη. Δημόσια ερωτική εξομολόγηση. Η πρώτη από μια σειρά που θα μας παρουσιάσει στο μέλλον.

haris_alexiou-portreto5

Για τα δύο αυτά τραγούδια του δίσκου «Ξημερώνει», η ίδια θυμάται:
«Οι στίχοι του “Ξημερώνει” γράφτηκαν πάνω στη μελωδία του Αντώνη, μέχρι να γράψει κάποιος “επισήμως”. Ήταν… μακέτα. Κι έμεινε… Όσο για το “Φεύγω”, είχε γράψει στίχους ο Αντώνης και απλά έβαλα κι εγώ το χέρι μου».
δηλώνοντας παράλληλα σε συνέντευξη εκείνης της περιόδου (2):

«Δεν φιλοδόξησα να γίνω επαγγελματίας στιχουργός. Μ’ ενδιαφέρει να παραμείνω μόνο τραγουδίστρια. Δε νομίζω ότι αξίζει να δίνουμε πολλή σημασία σε κάτι που έγινε κάποια στιγμή. Δυο τραγούδια ήταν αυτά, που έγιναν χωρίς να σκοπεύω να ασχοληθώ στο μέλλον σοβαρά. Δεν είμαι στιχουργός. Έχουμε ανθρώπους που κάνουν αυτή τη δουλειά πολύ καλά.» Η μουσική, βεβαίως, ιστορία την «εξέθεσε». Ευτυχώς...


«Η μπαλάντα της Ιφιγένειας»

 haris_alexiou-portreto2Στα τριάντα τέσσερά της είχε πια στα πόδια της όλο τον κόσμο. Από τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην Ελλάδα. Φανατικούς θαυμαστές. Εκατοντάδες συνεντεύξεις και αφιερώματα. Χιλιάδες φωτογραφήσεις. Κι όμως αυτή: Με πήρες κάποτε απ΄ το χέρι και δε σε ρώτησα πού πάμε/ σου είπα με σένα δε φοβάμαι μάνα καλή μάνα μου έρμη. 

Έκπληξη τρίτη. Η πλήρης απογύμνωση. Ενώπιον όλων. Με τον πιο οικείο τρόπο: το τραγούδι. «Η μπαλάντα της Ιφιγένειας» (στο δίσκο «Εμφύλιος Έρωτας», 1984)ή αλλιώς «ένας μικρός απολογισμός της ζωής μου από το 1959 έως το 1975» όπως δήλωνε στην εφημερίδα Μεσημβρινή, το 1984. Ιφιγένεια είναι το όνομα της μητέρας της Αλεξίου και το τραγούδι βάπτισμα του πυρός της ουσιαστικά στο χώρο της τραγουδοποιίας, μια από τις πιο ρεαλιστικές και προσωπογραφικές μπαλάντες της ελληνικής δισκογραφίας:

haris_alexiou-portreto8Ο πατέρας που χάνεται όταν αυτή είναι μόλις 8 χρονών: Εσύ τον άντρα σου είχες χάσει κι εγώ είχα χάσει το γονιό μου, η κάθοδος από τη Θήβα στην Αθήνα: Κλείδωσες δυό φορές το σπίτι μας πήρες κι ήρθαμε στην πόλη, η ενασχόλησή της με τη μοδιστρική και ο αδελφός (ο τραγουδιστής Γιώργος Σαρρής) στα μπάρκα: Κι άρχισαν να κυλούν τα χρόνια όπως το χρώμα στη βατίστα/ στην οικοκυρική μοδίστρα κι ο αδερφός μου στα καράβια, η γνωριμία της με την αγάπη: Και πάνω που άρχιζα να ορίζω ήρθε η αγάπη να με ορίσει, και η γνωριμία της και με τον αδηφάγο χώρο του τραγουδιού: Κι όταν με πήρε το τραγούδι ήμουν το στόμα των απόρων/ έγινα στόχος των εμπόρων και θύμα της πολυγνωσίας.

Μια «θεά», δηλαδή, που δηλώνει σε όλους ότι είναι γήινη. Γιατί: «...η μάνα μου έλεγε πως είμαι φτιαγμένη για τη γη όταν με έβλεπε να παίζω με τη λάσπη. Έφτιαχνα κούπες, πιατάκια, βαρκούλες που βέβαια όλα ξεραινόντουσαν και έσκαγαν, αλλά εμένα δεν με ένοιαζε. Με ένοιαζε μόνο να τα φτιάχνω...». (απόσπασμα από το ολιγοσέλιδο και δυσεύρετο βιβλίο της «Η ατέλειωτη λέξη», εκδ. Γνώση, 1989.). Μια καθηλωτική φωνή που φαίνεται οτι είχε βρει έναν αντίπαλο στις καρδιές του κόσμου να την κοιτάζει στα μάτια: την ίδια της τη γραφή. Κι ας μην είχε δώσει ακόμη πολλά δείγματα. Ακόμα κι αν η ολοκληρωμένη παρουσία της ως τραγουδοποιός αργούσε.

 
Οι επόμενες στιχουργικές παρουσίες

haris_alexiou-portreto7Ακολουθούν το Ζήτα μου ό,τι θες για την Άλκηστη Πρωτοψάλτη(1988), τραγούδια για το δίσκο «Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια» (1990), για τις εμφανίσεις της και τον δίσκο με τον Κώστα Χατζή (1991) για το Δι’ ευχών (1992) και για το Ει (1994). Αρχίζει να παλεύει με τους δαίμονες που θα την χαρακτηρίσουν στιχουργικά κυρίως τα κατοπινά χρόνια: τη μοναξιά: Μες του κορμιού μου την τρελή την εγκατάλειψη/ είδα το έργο της ζωής μου
σ΄ επανάληψη»
(«Αντίστροφη μέτρηση»), τον πόθο: Ό,τι έμεινε απ' το χαλασμό θα σου χαρίσω/ το τελευταίο μου ναυάγιο πριν ζήσω («Ζήτα μου ό,τι θες») αλλά και την κοινωνία: Αφού ακόμα αγαπάς τις γκρίζες θάλασσες,/ αφού μπορείς καμένα δάση να αντικρίζεις/ αφού ακόμα ακούς Τσιτσάνη και ραγίζεις,/ αυτό σημαίνει πως ακόμα εσύ δεν άλλαξες. («Ο Έλληνας»). Συνεχίζει να αυτοβιογραφείται από ανάγκη Νύχτα απ΄τη Θήβα ξεκίνησα/ κάστρα και πύλες προσκύνησα («Η πατρίδα») και να υπηρετεί και το αφηγηματικό τραγούδι («Φθινόπωρο») όπως στην προγενέστερη «Μπαλάντα της Ιφιγένειας» και τον κατοπινό «Άνθρωπο του κάβου», το γαλλικό, δηλαδή, chansonréaliste.Όμως η μεγάλη είσοδος στο χώρο της τραγουδοποιίας έρχεται λίγα χρόνια αργότερα.

Η οριακή «Οδός Νεφέλης 88»

haris_alexiou-portreto4Έτσι φτάνουμε στα 1995. «Οδός Νεφέλης 88», ο δρόμος που της προσέθεσε έναν δεύτερο χαρακτηρισμό: τραγουδοποιός. Και ειδικότερα: στιχουργός. Όχι στιχοπλόκος. Γνήσιων αισθημάτων και καταστάσεων. Ούτε υπερρεαλίστρια ούτε ρομαντική ούτε για τις προθήκες των βιβλιοπωλείων και φυσικά ούτε επαγγελματίας. Αλλά αληθινή. Μασίφ μελαγχολία, γυναικείος αισθησιασμός. Να μιλάει για τον έρωτα σαν ένα κοριτσάκι που παίζει με τα χώματα του δρόμου. Καμιά ηρωίδα, καμία πριγκίπισσα, κανένας γυάλινος πύργος. Γυναίκα. Πάνω από όλα.  

Πάνω απ’ το τραγούδι, απ’ τους θαυμαστές, από τον ίδιο τον ναρκισσισμό του καλλιτέχνη: Καρυάτιδα να γίνω δεν μπορώ για να με θέλεις, μα Όση και να είναι η δύναμή μου/ θέλω έναν άνθρωπο μαζί μου, γιατί Ο χρόνος πάντα σέβεται αυτόν που ονειρεύεται/ ποιος δεν το ξέρει.  

 

Για την ιστορία, τα τραγούδια αυτού του δίσκου:
«...ξεκίνησαν να γράφονται γύρω στο '88, στο νοικιασμένο σπίτι της Άλεξ, στη γειτονιά της Ακρόπολης. Όταν η σιωπή γεννούσε τους δικούς της ήχους, τα μπλοκάκια μου γέμιζαν με στίχους και πότε στην κιθάρα πότε στο πιάνο γινόντουσαν τραγούδια» όπως σημειώνει η ίδια στο εισαγωγικό του σημείωμα.

Αυτή, λοιπόν, η μυθική τραγουδίστρια, που πάνω στη σκηνή ακτινοβολεί, που φαντάζει άτρωτη και πανίσχυρη, εκλιπαρεί τον έρωτα σαν το κοριτσάκι που αγάπησες τυχαία και που μόλις τον μυρίζει όλα τα συγχωρεί και πριν να κοιμηθεί του υποτάσσεται. Και βεβαίως είναι διαφορετικό να τραγουδά στίχους άλλων σε αντίστοιχο ύφος και διαφορετικό να αισθάνεσαι πως ειναι προσωπικές δημόσιες εξομολογήσεις...

Για το λόγο αυτό εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε το: Πως χωρίς εσένα είμαι μισή/ δεν ξεχνιέται έτσι μια ζωή/ θέλω πίσω να γυρίσω που τραγουδά σε δικούς της στίχους η Ελένη Βιτάλη. Ο συνειρμός δεν είναι τυχαίος ή επιφανειακός λόγω κοινού περιεχομένου. Πρόκειται για δυο μέγιστες τραγουδίστριες, με κοινές βιογραφικές καταβολές, που εξέφρασαν αργοπορημένα τον προσωπικό τους λόγο και που αυτός εμφανίζεται σε πολλές περιπτώσεις εύθραυστος-εξομολογητικός αντίθετα με τη δυναμικότητα της σκηνικής τους παρουσίας.  

Ένας λόγος ακαριαία συγκινησιακός από τη μία, χωρίς πολλές λεκτικές φιοριτούρες και συναισθηματικά τεχνάσματα, που είναι και βαθύτατα κοινωνικός, έξω-σκοπικός και εικονοποιητικός σε αρκετά άλλα τους τραγούδια.

 

Γιατί δίπλα στα «Για ένα τανγκό», και «Το τανγκό της Νεφέλης», (1997), η Αλεξίου γράφει και το νανούρισμα, το «Τραγούδι του Χελιδονιού», για την μικρή Κύπρια Αναστασία Ισαάκ, κόρη του δολοφονημένου από τους Τούρκους Τάσου Ισαάκ. Λειτούργησε πιθανόν το μητρικό της ένστικτο; Πιθανόν. Μάλλον όμως λειτούργησε ο χρόνος που κυλά.

«Το παιχνίδι της αγάπης»

1998 και το «Παιχνίδι της αγάπης», ο δεύτερος δίσκος που υπογράφει εξ' haris-alexiou-stixourgiki5jpgολοκλήρου στίχους και μουσική:Πες μου ποιο θάνατο θρηνεί/ αυτή η ρυτίδα πλάι στο στόμα/ Ποιαν ενοχή σου μακρινή/ πληρώνει το δικό μου σώμα/ Τι δεν μου ’χεις πει/ Τι μου έχεις κρύψει/ Ποιον αγάπησες, μητέρα/ Ποιος σου έχει λείψει». («Μητέρα, φίλη μου παλιά»). Εκ νέου αναφορά στη μητέρα; Σε πρώτο επίπεδο, ναι. Μια προσεκτικότερη όμως ανάγνωση δείχνει την ίδια μητέρα και κόρη. Ο χρόνος αρχίζει να μετατοπίζει σιγά σιγά τον νεανικό έρωτα στην ωριμότερη απουσία του. Αρχίζει να βλέπει τα πράγματα από μια ερωτική απόσταση: Πιάνω κουβέντα με ξένους/ με ξένους πόνους μεθώ/ Και σαν κρυμμένο χρυσάφι/ πάνε τα νιάτα μου στράφι («Έλα κοντά μου απόψε»). Αρχίζει και η αναζήτηση της ερωτικής ηρεμίας: Όνειρα μου αγόρια μου/ Κλείστε τα φτερά σας/ Θέλω να ησυχάσω/ Και να κοιμηθώ («Όνειρα αγόρια μου»). Κι ας μην θέλει ακόμη να καταθέσει τελείως τα όπλα: Δώσ'μου μια μέρα/ Να κατοικήσω στα μάτια σου/ Δώσ'μου μια νύχτα να παραδώσω ψυχή. Κοντά σε αυτά και «Ο φαντάρος σ’ ένα τρένο» και η «Παλιά αγορά», δηλαδή Η Ελλάδα που αντέχει σε μπαχάρια καυτερά. Το ένα μάτι όπως πάντα έξω από την καρδιά της. Στον κόσμο.  

Η από χρόνων φιλική και επαγγελματική της συνεργασία με τη Λίνα Νικολακοπούλου φαίνεται να επηρεάζει και τη στιχουργική της. Η χρήση των αντικειμένων ως ενθύμια μνήμης είναι κοινό χαρακτηριστικό: Με τη ραπτομηχανή της / ταξιδεύει μοναχή της κι ονειρεύεται (Η ραπτομηχανή) γράφει η Αλεξίου, Την ώρα που σιδέρωνε/ της ήρθε πως ξημέρωνε/ και σφύριζε καράβι, τραγουδά λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1993, σε στίχους της Νικολακοπούλου και μουσική του Κραουνάκη, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη. (Σίδερο με ατμό). Τέτοιες αντιστοιχίες ανάμεσα στις δυο δημιουργούς θα βρούμε αρκετές, με την Αλεξίου ωστόσο να βρίσκεται πιο κοντά στο συναίσθημα από ό,τι στην κατασκευή των εικόνων του.

Ένα ακόμα αξιοσημείωτο της γραφής της Αλεξίου είναι η σχεδόν πλήρης εξ' αρχής απουσία του λαϊκού-δημοτικού λόγου. Το πέρασμα από τη Χαρούλα των λαϊκών και δημοτικών τραγουδιών, στο Χάρις Αλεξίου δεν εμφανίζεται στα γραπτά της, τα οποία είναι εν γένει περισσότερο περιγραφικά των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα σε αστικές συνθήκες ζωής παρά θυμίζουν τις αρχικές βιογραφικές και μουσικές της συνθήκες. Σημάδια τους, μουσικά και κυρίως στιχουργικά, βρίσκουμε σε λίγα τραγούδια της π.χ. Ρεμπέτικος σκοπός, Το νου μου εσυγύρισα, Φίλα με φίλα με κ.ά.


Δεκαετία του 2000

Αφού μπορώ και γελάω μ’ αυτά που βλέπω/ αφού μπορώ και αντέχω την τρέλα μου/ αφού γυρίζω σελίδα/ δε ζητάω μερίδα/ δε στριμώχνομαι στην ουρά. («Να ‘μαι καλά»). «Παράξενο Φως», ο δίσκος, ο οποίος κυκλοφορεί στις αρχές της νέας χιλιετίας και συμμετέχει στιχουργικά με τρία τραγούδια. Δεν μπορείς να φανταστείς/ σου έχω βράδια ζεστά / Κι αν σου τύχει και γκρεμιστείς / θα 'χω χέρια ανοιχτά. Πού όμως; Εδώ στα δύσκολα. «Εδώ σε θέλω».

 

Τρία χρόνια μετά: Εσύ με ξέρεις πιο πολύ, απ’ όλους στη ζωή μου («Εσύ με ξέρεις πιο πολύ»). Κι ας μην είναι αυτός που μας ξέρει υπαρκτό πρόσωπο. Είναι αυτός ο «κάποιος» που φανταζόμαστε πως μας ξέρει. Ή που θα θέλαμε να μας ξέρει. Στο δίσκο της Ως την άκρη του ουρανού σου δηλώνεται πλέον περίτρανα η απουσία και όχι η προσδοκία του έρωτα: Γιατί δεν τους αντέχω/ ζευγαρωμένους κι εγώ να μην έχω/ τα χέρια σου να γείρω / Τι θέλω εγώ με τόση αγάπη γύρω («Οι φίλοι μου χαράματα»). Η απουσία του έρωτα που δηλώνεται και στις συνεντεύξεις της τα τελευταία χρόνια. Όπως σε μια από τις πιο πρόσφατες στην εφημερίδα Καθημερινη και στη δημοσιογράφο Γιώτα Συκκά (3):
-Στο «Παλλάς» κάποια στιγμή μιλάτε για τη μοναξιά. Πώς φτάνει μια γυναίκα να χαίρεται που είναι μόνη;
–Γιατί τη διαχειρίζομαι πια τη μοναξιά μου. Μόνο αυτό άλλαξε στη ζωή μου, ότι δεν έχω κάποιον σύντροφο. Εχω όμως φίλους. Τα παιδιά δεν μας κάνουν παρέα. Η αύρα τους όμως, όσο κι αν μεγαλώνουν και είναι μακριά μας, μας δένει με τη ζωή.

 

Η ζωογόνος όμως απουσία του έρωτα δημιουργεί τραγούδια. Θυμάμαι πάντα τα λόγια μιας μεγάλης ηθοποιού η οποία όταν τη ρωτήσανε πώς βρίσκει τόση αντοχή και εξακολουθεί να κάνει τόσα πράγματα παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, είχε πει: «ξέρεις πόσα πράγματα μπορείς να κάνεις όταν δεν ζεις με τον έρωτα, όταν δεν είσαι ερωτευμένος;» Και η Αλεξίου όπως και η Τσανακλίδου, σε συνεντεύξεις των τελευταίων χρόνων έχουν το θάρρος να το ομολογήσουν για την προσωπική τους ζωή. Σχεδόν να τον αποκλείσουν δια παντός από τη ζωή τους. Δυο από τις πιο αισθαντικές μας τραγουδίστριες! Κόντρα στον ερωτολάγνο (δημοσιογραφικό) καιρό μας...

 

Στο «Ανθολόγιο» του 2004, συνεχίζει να απογυμνώνεται: Είπα συγνώμη στη ζωή πρώτη φορά (Πρώτη φορά συγνώμη) και να ελπίζει: Καινούριες γέφυρες περνάει η καρδιά μου (Πάντα ο ήλιος θα βγαίνει).

 Η αγάπη θα σε βρει όπου και να 'σαι


 haris-alexiou-stixourgiki4Κι έτσι σε πείσμα της προσωπικής της ζωής γράφει: Η αγάπη θα σε βρει όπου και να ‘σαι. Η πιο πρόσφατη δισκογραφική της δουλειά (2009). Ένας δίσκος-επιτομή στον έρωτα. Και όχι στην αγάπη. Στον έρωτα. Από τη μια του όμως οπτική πια. Τον ανεκπλήρωτο. Και ίσως ανεπίστρεπτο, όπως είπαμε. Μονοθεματική στιχουργική. Επαναλαμβανόμενη. Με δυνατές συγκινήσεις (Ο άνθρωπός μου, Σήμερα κλαίω αύριο γελώ) αλλά και με μέτριες, σε σχέση με το στιχουργικό της παρελθόν, αποτυπώσεις του συναισθήματός της, με μια διάθεση περισσότερο αφήγησης ενός προσωπικού ημερολογίου παρά τραγουδιού. Στο δίσκο αυτό όμως βρίσκεται και ένα από τα καλύτερα μέχρι στιγμής τραγούδια της. Μεγάλωσα ο τίτλος του, ή αλλιώς ένας χείμαρρος σκέψεων, διαπιστώσεων, εικόνων, και αποσπασματικών στιγμών της καθημερινής ζωής το απόλυτο ψυχογράφημα του σύγχρονου ανθρώπου. Γραμμένο από το χέρι μιας γυναίκας που η ιστορία της, η ηλικία της, η οικονομική της θέση και το «επαγγελματικό» της «προφίλ» δεν θα μπορούσαν εύκολα να αποδείξουν οτι είναι η ίδια η δημιουργός. Αυτή που αφουγκράστηκε τον παλμό της κοινωνίας, την ατομική και κοινωνική υστερία και μπόρεσε να την αποτυπώσει εν μέσω χειροκροτημάτων, δημοφιλίας, επωνυμίας και άλλων περιοριστικών φίλτρων.

 

Η Χάρις Αλεξίου όμως το κατάφερε. Γιατί στους στίχους της λειτούργησε και συνεχίζει να λειτουργεί υπεράνω δισκογραφικών στρατηγικών, εμπορικού management, δημόσιας εικόνας, ακόμα και υπεράνω της ίδιας της φωνής της. Οι στίχοι της, συνεχίζουν να μην υπηρετούν το φωνητικό της χάρισμά αλλά μοναχά τη ψυχή της. Να μην είναι απλώς το κατασκευασμένο όχημα ώστε να επιδείξει τις λαρυγγικές της ικανότητες αλλά ο δρόμος της καρδιάς της. Για αυτό και μας βρίσκει όπου και να' μαστε...Χωρίς διαφημιστικούς μεσάζοντες...

ΠΗΓΕΣ:
Το επίσημο web site της Χάρις Αλεξίου www.alexiou.gr,

 

Από το άρθρο του Θανάση Γιώγλου, «Αντώνης Βαρδής-Χάρις Αλεξίου, ''Ξημερώνει''», στο www.ogdoo.gr/portal/index.php?option)
Εφημερίδα Καθημερινή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/news/
Το παρόν κείμενο αποτελεί εμπλουτισμένη μορφή άρθρου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Δίφωνο», τ.χ. 161.