i_mantra_tou_attik«Η πρώτη φορά που είδα μπαγλαμά, ήταν λίγο πριν από τον πόλεμο. Φωνογραφούσα, όταν ο Αρεταίος (σ.σ. τεχνικός διευθυντής της Columbia) ήρθε στο στούντιο και με παρακάλεσε να διακόψω για λίγα λεπτά. Είδα έναν ανθρωπάκο να μπαίνει, με ένα προσωπάκι σαν περγαμηνή, μια ρεπούμπλικα απροσδιορίστου χρώματος φορεμένη στραβά και με μια κουστωδία από χωροφυλάκους, και να βγάζει από την τσέπη της γκαμπαρντινούλας του ένα πολύ μακρύ «μάνικο» χέρι οργάνου, που στο κάτω μέρος του είχε το κυρίως όργανο. Ένα πραγματάκι τόσο δα, όσο μισό λεμόνι. Ήταν ένας ρεμπέτης: ο Μπάτης. Όταν άρχισε να τραγουδά είχε μια φωνή τόσο βραχνή που θα μου μείνει αξέχαστη».

Η παραπάνω αφοπλιστική αφήγηση της Δανάης Στρατηγοπούλου, καταγεγραμμένη σε ανύποπτο χρόνο μάλιστα (1), μας δίνει και το μέτρο για τις, αν μη τι άλλο, «ιδιότυπες» σχέσεις που είχαν επί δεκαετίες οι άνθρωποι του λαϊκού και του ελαφρού τραγουδιού μεταξύ τους. Διότι μπορεί μεν η ματιά της μεγάλης τραγουδίστριας να είναι (εκ των υστέρων πάντως) ευγενική, έως και τρυφερή, για έναν εκπρόσωπο «της άλλης όχθης», αδυνατεί όμως να κρύψει τον αρκετά αφ’ υψηλού τρόπο με τον οποίο οι σπουδασμένοι μουσικοί του ωδείου αντιμετώπιζαν εκείνους που, κρατώντας μπουζούκια και μπαγλαμάδες, εισέβαλαν ξαφνικά στα χωράφια τους τη δεκαετία του ’30, διεκδικώντας μερίδιο από την πίτα του ελληνικού τραγουδιού.

 

giannis_papaiwannouΟλίγα «γαλλικά»
Τα προβλήματα στη συνύπαρξη των δύο αντιδιαμετρικών μουσικών κόσμων εκφράζονται βεβαίως και από την άλλη μεριά. Με τον Γιάννη Παπαϊωάννου να είναι αρκούντως γλαφυρός και κατατοπιστικός ως προς αυτό: «Ήτανε και οι άλλες χαμούρες, οι συνθέτες των ελαφρών τραγουδιών, των ευρωπαϊκών. Όχι όλοι, αλλά οι πιο πολλοί. Εκβιάζανε τις εταιρείες ότι άμα κάνουνε δίσκο με μπουζούκια, αυτοί δεν ξαναγραμμοφωνούνε τραγούδια. Τα θεωρούσανε αλήτικα και κατώτερης, να πούμε, στάθμης. Και δόσ’ του εκβιασμούς και σαμποτάζ στις εταιρείες. Ήτανε πολλοί που αντιδρούσανε σε κάτι τέτοιο: ο Σακελλαρίδης, ο Μάστορας, ο Γιαννίδης και ο Σαββίδης (2), γιατί είχε το αγγούρι και έτρεχε. Δεν έκανε επιτυχίες. Τέρμα τα δίφραγκα, που λένε.»(3)

 

danai_stratigopoulou

 

Ο Παπαϊωάννου όμως δεν παραλείπει να ξεχωρίσει κάποιους: «Ο Γούναρης είναι δικός μας, από μας ξεκίνησε. Μάγκας ο Γούναρης και καρδιά μποστάνι. Μόλις άκουγε για λαϊκούς συνθέτες άνοιγε η καρδιά του και δεν χόρταινε να κάθεται μαζί μας. Τι ζωή μ’ αυτό τον άνθρωπο, και τι ιστορίες! Μαζί δουλέψαμε και στην Αμερική. Φίλος μου, από τους καλούς και αξέχαστους φίλους. Εκτός από το Γούναρη, ήτανε φίλοι μου ο Πολυμέρης και ο Κώστας Μανιατάκης. Άλλα περιβόλια αυτοί. Χωρίς κακίες και ζήλιες.»(4)

 

 

giorgos_mouzakis

Μιλάει επίσης με θαυμασμό για την σημαντικότερη φυσιογνωμία του μεσοπολεμικού αστικού τραγουδιού, με τρόπο που ίσως παραξενέψει στις μέρες μας: «Ένας μόνο δούλευε απ’ αυτούς, και μάλιστα πολύ καλά: ο Αττίκ. Είχε και λαϊκό κόσμο στη Μάντρα του ο Αττίκ, μαζευόντουσαν κάθε λογής άνθρωποι. Ήτανε μεγάλος μουσικός αυτός και πολύ μεγάλος συνθέτης. Και πάρα πολύ καλός άνθρωπος, που κοίταγε μόνο τη δουλειά του. Χιλιάδες φορές πήγα στο μαγαζί του Αττίκ, μου άρεσε. Επειδή κι εγώ μικρός, πριν να πιάσω μπουζούκι, έπαιζα χαβάγια, μου άρεσε ν’ ακούω τον Αττίκ και την ορχήστρα του.»(5)

 

 

fotis_polymerisΟ κανόνας και οι εξαιρέσεις
Οι παραπάνω αφηγήσεις, όπως και κάμποσες ανάλογες που μπορεί κανείς να βρει στα δεκάδες αυτοβιογραφικά βιβλία που κυκλοφορούν σήμερα, καταγράφουν λοιπόν το προφανές: ότι οι αντιζηλίες ανάμεσα στους ανθρώπους των δύο πόλων του ελληνικού τραγουδιού ήταν στην ημερήσια διάταξη, και μάλιστα είχαν χαρακτήρα βεντέττας. Με το «ψυχολογικό» υπόβαθρο αυτής της κόντρας να εξηγείται εύκολα, ειδικά από την εποχή που οι πωλήσεις δίσκων με λαϊκά τραγούδια έγιναν συντριπτικά μεγαλύτερες από εκείνες των δίσκων με ταγκό και βαλς. Ενώ, ταυτόχρονα, τα μπουζούκια έπαιρναν τα σκήπτρα στη νυχτερινή διασκέδαση.

 

Αν όμως κάποιος προσπαθήσει να μελετήσει συνολικά το ελληνικό τραγούδι στον 20ο αιώνα, πέραν των ταξικών και άλλων διαχωρισμών στους κόλπους του, θα διαπιστώσει να επισυμβαίνουν και κάποια άλλα πολύ ενδιαφέροντα φαινόμενα, που δεν μπορούν πάντως να κατανοηθούν βάσει του απλοϊκού σχήματος ότι «η Δραπετσώνα άκουγε τα λαϊκά τραγούδια και το Κολωνάκι τα ελαφρά». Θα ανακαλύψει, ας πούμε, την Κάκια Μένδρη, που ήταν πασίγνωστη ως τραγουδίστρια του Κώστα Γιαννίδη και του Αττίκ, να ερμηνεύει –έστω και σε δεύτερη εκτέλεση- το συρτό του Παναγιώτη Τούντα Είμαι το Μαριανθάκι, με αξιοζήλευτη και αρκούντως πειστική επίδοση, εφάμιλλη της Ρόζας Εσκενάζυ και της Ρίτας Αμπατζή (1934). Επίσης, την υψίφωνο Ελβίρα Κάκκη σε δύο τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, παιγμένα με μπουζούκι: το καλαματιανό Μαντήλι χρυσοκεντημένο και το ζεϊμπέκικο Πικρός είναι ο πόνος μου (1936-37). Ή, ακόμα, την Δανάη, αλλά και την Σοφία Βέμπο, να συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στους πολλούς που δισκογράφησαν μεταπολεμικά (με ευρωπαϊκή ορχήστρα εν προκειμένω) τη Μισιρλού του Νίκου Ρουμπάνη.(6)

 

sakelarios-giannidisΆλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα
Ένα βραχύβιο αλλά πολύ χαρακτηριστικό είδος ελληνικού λαϊκότροπου τραγουδιού, με πολλές επιτυχίες κάτω από τη σημαία του, είναι και το λεγόμενο αρχοντορεμπέτικο. Όπου, ενώ η σύνθεση της ορχήστρας δεν περιλαμβάνει μπουζούκια και οι εισαγωγές στα ζεϊμπέκικα και τα χασάπικα παίζονται με κιθάρες ή ακορντεόν, εν τούτοις η θεματολογία των στίχων προσπαθεί να αποδώσει τη λαϊκή ψυχολογία ιδωμένη μέσα από τη «μάγκικη» ματιά. Εξ ου και οι ηθελημένες λεκτικές ακρότητες του τύπου «φουλαριστός τράβα ντουγρού στη λεωφόρο του Συγγρού», «σπάστα / όλα ας γίνουνε ανάστα / και μπαρδόν κι αν μπουμπουνίσει και καμμία πιστολιά», «ο Γιωργάκης ο τσαχπίνης / κλείστηκε στη γεροκόμα», «είμαι για κρεμάλα / για φιγούρα μ’ ήθελε και για εκμετάλα» και τα συναφή.

 

Ως ημερομηνία γέννησής του αρχοντορεμπέτικου τραγουδιού θεωρείται η 22α Μαίου 1948, όταν και έκανε πρεμιέρα στο θέατρο Μετροπόλιταν η επιθεώρηση των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου Άνθρωποι- άνθρωποι, στο τελευταίο σκετς της οποίας πρωτοακούστηκε –σε μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ- Το τραμ το τελευταίο, από την Σπεράντζα Βρανά, τον Νίκο Ρίζο, τον Νίκο Φιλιππόπουλο και την Άννα Φιλίδου. Την τεράστια επιτυχία αυτού του τραγουδιού ακολούθησαν δεκάδες άλλα στο ίδιο κλίμα (Ο μήνας έχει εννιά, Βρε πως μπατιρίσαμε, Τραμπαρίφας, Αδύνατον να κοιμηθώ, Η Ταμπακέρα, Το μονοπάτι), που, εκτός της τριάδας Σουγιούλ- Σακελλάριος- Γιαννακόπουλος, φέρουν την υπογραφή των Γιάννη Βέλλα, Ιωσήφ Ριτσιάρδη, Γιώργου Μουζάκη, Μίμη Τραϊφόρου, Κώστα Νικολαϊδη κ.α.

 

Ο Μιχάλης Σουγιούλ και ο Αλέκος Σακελλάριος ήταν και οι δημιουργοί του αριστουργηματικού ζεϊμπέκικου Θα γυρίσει κι ο τροχός, που ακούστηκε με αρχοντορεμπέτικη ορχήστρα και ερμηνευτή τον Φώτη Πολυμέρη στην ταινία του Σακελλάριου Εκείνες που δεν πρέπει ν’ αγαπούν (1951- βασισμένη στο θεατρικό έργο Φτερό στον άνεμο), ενώ, ταυτόχρονα σχεδόν, ηχογραφήθηκε εκ νέου, με την ορχήστρα μπουζουκιών του Βασίλη Τσιτσάνη και με τη φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη

 

giorgos_batiskakia_mendrimichalis_sougioul

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το υπόγειο της Πατησίων
Αν πάντως ψάξουμε για τις πραγματικές ρίζες ενός νέου είδους τραγουδιού που να κρατάει μεν τον λαϊκό του χαρακτήρα αλλά να μπορεί να γίνει αποδεκτό και από το ευρύτερο αστικό ακροατήριο, θα πάμε στο 1946, την εποχή δηλαδή που ο Μανώλης Χιώτης συνέθεσε, σε στίχους του Γιώργου Γιαννακόπουλου, τον Πασατέμπο, ένα εμβληματικό χασάπικο που δείχνει να προαναγγέλλει την επέλαση των αρχοντορεμπέτικων. Δυο χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1948, ο Χιώτης εγκαινιάζει έναν καινούργιο χώρο νυχτερινής διασκέδασης, εμφανώς διαφορετικό από τα μέχρι τότε μαγαζιά με μπουζούκια του τύπου του Καλαματιανού και του Μαργωμένου:

 

«Στην οδό Πατησίων 12, λίγο πιο πέρα από την Ομόνοια και κάτω από το μετέπειτα θρυλικό σινέ Ροζικλαίρ, βρισκόταν η κοσμική ταβέρνα Πίγκαλς. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά αντίκριζες απέναντι στον τοίχο ένα πολύ περίεργο για την εποχή πάλκο. Είχε το σχήμα θαλάσσιας αχιβάδας. Πάνω σε ψάθινες καρέκλες κάθονταν με τα όργανα στα χέρια τους οι έξι «άσσοι» της Columbia και της His master’s voice, γνωστοί σε όλους από τις μεγάλες τους επιτυχίες: Χιώτης, Μητσάκης, Γκιζέλης, Σπαγγαδώρος, Κόμης, Γοζαδίνος και η βασίλισσα του λαϊκού και μοντέρνου τραγουδιού Στέλλα, πρωτοεμφανιζόμενη στην Αθήνα.»(7)

 

magia_melagia

Το «μικτό» ρεπερτόριο 
Κατά τη διετία 1955-56, ο Μανώλης Χιώτης ηχογράφησε τρία τραγούδια με ερμηνεύτρια την  Μάγια Μελάγια, μια τραγουδίστρια- ηθοποιό που προέρχονταν από το αρχοντορεμπέτικο. Τα τρία αυτά τραγούδια που έμειναν διαχρονικά είναι το ζεϊμπέκικο Είναι αργά, το σουίνγκ Πολλές φορές και το χασάπικο Σκότωσέ με. Το τελευταίο ηχογραφήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με ερμηνευτή τον Τώνη Μαρούδα και με τον Γιάννη Σταματίου (Σπόρο) στο μπουζούκι. Συνοδεία μπουζουκιών, ο  Μαρούδας ερμήνευσε επίσης τα τραγούδια Απόψε φίλα με του Χιώτη (που είχε πρωτοτραγουδήσει ο Στέλιος Καζαντζίδης), Οι νύχτες μου περνούνε με μαράζι του Θόδωρου Δερβενιώτη, Αραπίνα του Χρήστου Κολοκοτρώνη, επίσης συνθέσεις του Γιώργου Μητσάκη και του Βασίλη Καραπατάκη. Το 1959, ο Μανώλης Χιώτης ηχογράφησε το τραγούδι Ένας βλάκας και μισός με τον πρωτοεμφανιζόμενο Τέρη Χρυσό, που ξεκινάει ως χασάπικο για να μετατραπεί στην πορεία σε σουίνγκ, μια «συνταγή» που είχε εφαρμοστεί και στο περίφημο Μάμπο ζεϊμπεκάνο των Θόδωρου Δερβενιώτη- Χρήστου Κολοκοτρώνη με την Ζωζώ Σαπουντζάκη (ζεϊμπέκικο που μετατρέπεται σε μάμπο- 1955).

 

sophia_vemboΟ Πολυμέρης, η Βέμπο και ο Γούναρης
Ο κατ’ εξοχήν τραγουδιστής του αρχοντορεμπέτικου Φώτης Πολυμέρης ηχογράφησε κατά τη δεκαετία του ’50 –σε πρώτη, αλλά και δεύτερη εκτέλεση- αρκετά τραγούδια παιγμένα με μπουζούκια, από τα οποία ξεχωρίζουν Το σκαλοπάτι σου, Είμαι κόκορας κεφάτος και Σκλάβα του πασά του Βασίλη Τσιτσάνη (με τον Τσιτσάνη στο μπουζούκι, ο Πολυμέρης ηχογράφησε και το παραδοσιακό ηπειρώτικο Στέλλα μωρ’ Στέλλα), Η απάχισσα και Για της τσιγγάνας την καρδιά του Σπύρου Περιστέρη.

 

Ο Βασίλης Τσιτσάνης συμμετείχε ως σολίστας και στην ηχογράφηση της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι για την ταινία Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη. Εκεί, ανάμεσα στ’ άλλα τραγούδια, υπήρχε και το ζεϊμπέκικο Ο μήνας έχει δεκατρείς που ερμήνευσε η Σοφία Βέμπο, ένα τραγούδι που αργότερα ηχογραφήθηκε εκ νέου με την Ζωζώ Σαπουντζάκη και τον Γιάννη Σταματίου στο μπουζούκι.

 

Όσον αφορά δε στον Νίκο Γούναρη, αμιγείς –εκτός δηλαδή αυτών που υπάγονται στο ύφος του αρχοντορεμπέτικου- λαϊκές ηχογραφήσεις του θεωρούνται δύο τραγούδια του Παναγιώτη Τούντα (Ο δειλός, Στα δυο σου μάτια έχεις μαγνήτη) που ερμήνευσε όταν ήταν πολύ νέος, σε ντουέτο με τον Στελάκη Περπινιάδη. Ξεχωριστή θέση όμως στο ρεπερτόριό του έχει και το εξωτικό τσιφτετέλι Αλλάχ που συνέθεσε ο ίδιος και ηχογράφησε το 1959. Δυο χρόνια όμως αργότερα το τραγούδι ξαναηχογραφήθηκε στην Αμερική σε μια μοναδική εκτέλεση διάρκειας οκτώμισι λεπτών, συνοδεία πιάνου, με τον ίδιο τον Γούναρη όχι μόνον να συνοδεύει στην κιθάρα, αλλά και να αποτολμά έναν μακροσκελή αυτοσχεδιασμό τον οποίο θα ζήλευαν πολλοί λαϊκοί κιθαρίστες σήμερα.

 

mouragionikos_gounarisΠερί απαγορευμένων ουσιών
Ένα ξεχωριστό πεδίο μελέτης του ελληνικού τραγουδιού στον 20ο αιώνα -και απολύτως σχετικό με τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους δύο αντίθετους πόλους του που συζητάμε- είναι και το κομμάτι που αναφέρεται ευθέως τόσο στη χρήση ινδικής κάνναβης όσο και «σκληρών» ναρκωτικών (ηρωίνη- κοκαΐνη). Όπου, εκτός της έκπληξης που θα δοκιμάσουμε, διαπιστώνοντας την πληθώρα των τραγουδιών που μιλάνε με απίστευτη άνεση για το θέμα (γεγονός που έχει να κάνει και με το ότι η προληπτική λογοκρισία στην Ελλάδα εφαρμόστηκε με την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936), θα δούμε ότι τα τραγούδια που υπάγονται σ’ αυτή την ειδική κατηγορία δεν ανήκουν αποκλειστικά στο χώρο της λαϊκής –σμυρναίικης και ρεμπέτικης- δημιουργίας, όπως εύλογα θα υπέθετε κανείς.

 

vasilis_tsitsanisΛίγοι ξέρουν π.χ. ότι το διασημότερο ίσως τέτοιο τραγούδι (Δική μου είναι η Ελλάς, ή αλλιώς Πρέζα όταν πιεις) δεν υπογράφεται από λαϊκούς αλλά «ελαφρούς» δημιουργούς (μουσική: Σώσος Ιωαννίδης – στίχοι: Αιμίλιος Σαββίδης), κάτι που δεν επηρέασε βέβαια τη μεγάλη –και λαϊκή κατά βάσιν- διαδρομή του τραγουδιού ως και τις μέρες μας, ανεξαρτήτως του αν αντικαθίσταται συχνά η λέξη πρέζα με το ούζο. Ακόμα λιγότεροι γνωρίζουν την ύπαρξη της οπερέτας Χασίς (!),των αρχών της δεκαετίας του ’30, σε μουσική του Ιωσήφ Ριτσιάρδη και στίχους του Σύλβιου, γιου του ποιητή και λογοτέχνη Κώστα Παπαδόπουλου.(8) 

 

vembo-gounaris-chez-lapinΟι δε στίχοι του ομώνυμου τραγουδιού, που είναι στο ρυθμό του ταγκό, είναι οι εξής: Μες του χασίς τα πλάνα χάδια / βρίσκεις στιγμές ηδονικές / περνάς ονειρεμένα βράδια / και νύχτες μαγικές /μες στου χασίς θέλω να γείρω / τα συννεφάκια του καπνού /για να’ βρω στο γλυκό του μύρο / τα μάγια τ' ουρανού. / Το πιο γλυκό μεθύσι / το βρίσκεις στο χασίσι / μ' αυτό ο καθείς ξεχνάει την κάθε συμφορά / τον κάθε πόνο σβήνει / τη λησμονιά σου δίνει / και σε γλυκοπλανεύει σ’ ατέλειωτη χαρά.(9) Άλλα δύο πολύ χαρακτηριστικά ελαφρά τραγούδια του μεσοπολέμου που διακατέχονται απ’ αυτή την «υπαρξιακή» μυθολογία είναι και τα ταγκό Πρέζα- κοκαϊνη (στίχοι- μουσική- ερμηνεία: Μιχάλης Θωμάκος) και Μην με ρωτάτε (Κοκαΐνη- μουσική De Angelis- στίχοι: Σπύρος Μεταξάς) που ηχογραφήθηκε το 1936 με την Σοφία Βέμπο.(10) Και τα δύο αυτά τραγούδια, όπως και κάμποσα ακόμα στο ίδιο κλίμα,συμπεριλήφθηκαν στην προ τριετίας παράσταση του Γιώργου Νταλάρα που είχε τίτλο Τραγούδια με ουσίες.

 

Σημειώσεις:
(1) Στις 4 Δεκεμβρίου 1981, στην πρώτη από τις τέσσερις εκπομπές του Διονύση Σαββόπουλου για το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, με τον τίτλο Χειμερινά Ηλιοστάσια. Η απομαγνητοφώνηση της αφήγησης υπάρχει και στο διαδικτυακό Ρεμπέτικο Φόρουμ: http://www.rembetiko.gr/forums/showthread.php?t=20085
(2) Αιμίλιος Σαββίδης (Σαββαίμ): δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, λαογράφος. Άνθρωπος με μεγάλη επιρροή στον μουσικό χώρο κατά την προπολεμική εποχή.
(3) Γιάννης Παπαϊωάννου: Ντόμπρα και σταράτα- Αυτοβιογραφία, εκδ. Κάκτος 1982, σελ. 46-47
(4) Γιάννης Παπαϊωάννου, ο.π. σελ. 47
(5) Γιάννης Παπαϊωάννου, ο.π. σελ. 48
(6) Το αν η Μισιρλού είναι όντως σύνθεση του Νίκου Ρουμπάνη ή απλώς εκείνος ήταν ο πρώτος που φρόντισε να το κατοχυρώσει στο όνομά του είναι μια άλλη συζήτηση βεβαίως.
(7) Σώτος Αλεξίου: Το αγαπημένο σας κέντρο Πίγκαλς, περιοδικό ΟΑΣΙΣ, τεύχος 5 (Ιανουάριος 2009), σελ. 88
(8) Ένα ωραίο ταγκό που υμνούσε το χασίς, Ελευθεροτυπία, 30 Ιουνίου 2007
(9) Απαγορευμένες ουσίες σε ταγκό του μεσοπολέμου, στο διαδικτυακό Ρεμπέτικο Φόρουμ: http://www.rembetiko.gr/forums/showthread.php?t=16110
(10) Ρεμπέτικο Φόρουμ, ο.π.