berltot_brecht_1«Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι/ κηρύχνουν τη λιτότητα/ Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα/ ζητάνε θυσίες/ Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους/ για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν…».

Στίχοι γραμμένοι πριν από 70 χρόνια. Από το δαιμόνιο χέρι του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Του σπουδαίου αυτού δραματουργού και συγγραφέα. Ποιητή και θεωρητικού του θεάτρου. Σκηνοθέτη και μουσικού. Εν αναμονή του cd-βιβλίου με μελοποιημένα ποιήματά του Μπρεχτ από το συνθέτη Τάσο Γκρους που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό, επιχειρούμε μια αναδρομή στη δισκογραφική παρουσία μελοποιημένων κειμένων του στην Ελλάδα.
 

Ο Μπρεχτ στην Ελλάδα
Βεβαίως, στην Ελλάδα, ως γνωστόν, η παγκόσμια πολιτιστική και όχι μόνο επικαιρότητα φτάνει πάντα με καθυστέρηση, κανόνας από τον οποίο δεν μπορούσε να ξεφύγει ούτε το έργο του Μπρεχτ. Έτσι, μόλις τη χρονιά του θανάτου του, το 1956, μολονότι είχε ήδη δώσει το στίγμα του στον παγκόσμιο χάρτη, τριάντα και πλέον χρόνια, ο Λέων Καραπαναγιώτης στο «Βήμα» και κυρίως ο Κώστας Σταματίου στην «Αυγή» ήταν οι πρώτοι που τον ανέδειξαν με τα άρθρα τους: «H επανάστασις του Μπρεχτ», «Ένας κορυφαίος σύγχρονος Γερμανός ποιητής, δραματουργός και σκηνοθέτης» και «Μπ. Μπρεχτ: Το θέατρο της ελευθερίας» κ.ά. Το πρωτοποριακό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», έθεσε τα θεμέλια για τη γνωριμία του ελληνικού κοινού με το μπρεχτικό σύμπαν καθώς σε αυτό δημοσιεύτηκαν οι πρώτες ελληνικές μεταφράσεις των θεατρικών του έργων (πρώτο μεταφράστηκε το έργο του «Ο κύκλος με την κιμωλία», από τον Αστέρη Στάγκο, στα 1956) των ποιημάτων, και των θεωρητικών του κειμένων. Και το «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν, ήταν αυτό που πρώτο έδωσε σάρκα και οστά στο έργο του. Εκεί παρουσιάστηκαν μερικά από τα σημαντικότερα θεατρικά του: Ο Κύκλος με την κιμωλία (1957), Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν (1958), η Εβραία (1958) Η Άνοδος του Αρτούρο Ούι (1961)και ο Τρόμος και αθλιότητα στο Γ´ Ράιχ (1974).

berltot_brecht_3Τόσο την περίοδο της δικτατορίας αλλά κυρίως μεταπολιτευτικά ο Μπρεχτ γίνεται ευρέως αποδεχτός από το ελληνικό κοινό ώστε ο Μάριος Πλωρίτης, -αρχές της δεκαετίας του ’80- φτάνει στο σημείο να δηλώσει χαρακτηριστικά : «κάθε πόλη και χωριό ανεβάζει Μπρεχτ». Από τότε η σχέση παραμένει έντονη, με φθίνοντα όμως σημάδια, τόσο σε ποσότητα θεατρικών παραστάσεων όσο και σε επίπεδο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων γύρω από τα ερωτήματα που θέτουν τα ίδια τα καλλιτεχνικά έργα του Μπρεχτ αλλά και οι θεωρητικές του τοποθετήσεις (ψυχαγωγικό ή διδακτικό θέατρο, στρατευμένη ή μη στρατευμένη τέχνη, «προδομένο» ή «μη προδομένο» κείμενο ως προς τη θεατρική του αναπαράσταση [θυμίζουμε την έντονη φιλολογική διαμάχη, στις αρχές του ’60, για τις διαφορετικές μεταφράσεις του Δημήτρη Μυράτ και του Γ. Π. Σαββίδη ως προς το κείμενο του Μπρεχτ για τους θεατρικούς κανόνες «Μικρό όργανο για το θέατρο»] κ.ά.

 

Ο Μπρεχτ και η μουσικήbertolt_brecht_5 Η σχέση τώρα του Μπρεχτ με τη μουσική είναι διαρκής και αυτοαναφορική καθώς υπήρξε και ο ίδιος δημιουργός τραγουδιών: Γράφει στα 1938:

«Σχεδόν σε κάθε τομέα άρχισα συμβατικά. Στην ποίηση άρχισα με τραγούδια με συνοδεία κιθάρας και έγραφα τους στίχους ταυτόχρονα με τη μουσική. Η μπαλάντα ήταν μια πανάρχαια φόρμα και στον καιρό μου κανένας που θεωρούσε κάποιας αξίας τον εαυτό του δεν έγραφε πια μπαλάντες» (1).

Τέτοιες μπαλάντες έπαιζε νεαρός στα διάφορα καμπαρέ του Μονάχου, την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ασφαλώς όμως η μεγαλύτερη σχέση του με τη μουσική είναι ετερο-καθοριζόμενη. Από τις συνεργασίες του με συνθέτες της εποχής του και κυρίως με τον Κουρτ Βάιλ, τον Χανς Άισλερ και τον Πολ Ντεσό. Ο Άισλερ στο βιβλίο του «Brecht As they knew Him» (μετφρ. Νίκος Σαραντάκος) γράφει χαρακτηριστικά για το πώς αντιλαμβανόταν ο Μπρεχτ τη μουσική (2):

 «Ο Μπρεχτ απέρριπτε τόσο απόλυτα ορισμένα είδη μουσικής που επινόησε μια παραλλαγή της σύνθεσης την οποία ονόμαζε «μισουκή»… Οι προσπάθειες του Μπρεχτ στον τομέα αυτό βασίζονταν στην πραγματικότητα στην αντιπάθεια που έτρεφε για τη μουσική του Μπετόβεν (παρόλο που αγαπούσε τη μουσική των Μπαχ και Μότσαρτ). Για τριάντα χρόνια προσπάθησα να του αποδείξω ότι ο Μπετόβεν ήταν μεγάλος. Συχνά έφτανε να το παραδεχτεί αλλά ύστερα απ’ αυτό ήταν κακοδιάθετος και με κοιτούσε δύσπιστα. «Η μουσική του θυμίζει πάντα πίνακες από μάχες», έλεγε. Μ’ αυτό ο Μπρεχτ εννοούσε ότι ο Μπετόβεν είχε επαναλάβει τις μάχες που είχε δώσει ο Ναπολέοντας, αλλά πάνω στο χαρτί της μουσικής. Και μια και ο Μπρεχτ δεν θαύμαζε τα πρωτότυπα – δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τις μάχες – δεν του άρεσαν ούτε οι μιμήσεις. Γι’ αυτό το λόγο, αλλά και γι’ άλλους, εφεύρε αυτό που αποκαλούσε «μισουκή». Είναι δύσκολο σ’ έναν μουσικό να περιγράψει την «μισουκή». Πάνω απ’ όλα δεν είναι παρακμιακή και φορμαλιστική, αλλά πάρα πολύ κοντά στο λαό. Θυμίζει, ίσως, το τραγούδι εργατριών σε μια πίσω αυλή ένα κυριακάτικο απόγευμα. Η αντιπάθεια που έτρεφε ο Μπρεχτ προς τη μουσική που παράγεται τελετουργικά σε μεγάλες αίθουσες συναυλιών από φιλόπονους κυρίους με φράκα, αποτελεί κι αυτή συστατικό μέρος της «μισουκής». Στη «μισουκή» κανείς δεν πρέπει να φοράει φράκο και τίποτα δεν πρέπει να γίνεται τελετουργικά. Ελπίζω να ερμηνεύω σωστά τον Μπρεχτ όταν προσθέτω ότι η «μισουκή» έχει στόχο ν’ αποτελέσει έναν κλάδο των τεχνών που θ’ αποφεύγει κάτι που συχνά προκαλείται απ’ τα συμφωνικά κονσέρτα και τις όπερες: τη συναισθηματική σύγχυση».

 

brecht_the-mother-skini_apo_ton_thiaso_berliner_ensembleΜε τον Κουρτ Βάιλ συνεργάζεται από τα 1927 στο Μικρό Μαχαγκόνυ, που παίζεται στο φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής του Μπάντεν – Μπάντεν και που αποτελεί προπομπό για την περίφημη Όπερα της πεντάρας, διασκευή του έργου του Τζων Γκαίυ, Η όπερα του ζητιάνου. Το έργο παρουσιάζεται στις 31 Αυγούστου του 1928, στο Schiffbauerdamm Theatre του Βερολίνου, θέατρο το οποίο από το 1954 και μετά θα γίνει η έδρα του θιάσου του Μπρεχτ, η περίφημη ομάδα του Berliner Ensemble. Η μουσική του Βάιλ, με στοιχεία τζαζ, με επιρροές από στρατιωτικά εμβατήρια, από μουσικά καμπαρέ και από ψαλμούς, ρομαντική και νοσταλγική, συνοδευτική της μπρεχτικής πρόζας αλλά και αυτάρκης. Ο ίδιος ο συνθέτης γράφει χαρακτηριστικά για τη μουσική του σε γράμμα του στην εφημερίδα «Anbruch» τον Ιανουάριο του 1929 (3):
«Σε κάθε μουσικό έργο προορισμένο για τη θεατρική σκηνή προβάλλει πάντα η ερώτηση: ποια είναι η θέση της μουσικής, ιδιαίτερα του τραγουδιού, στο έργο; Εδώ η ερώτηση επιλύθηκε με τον πιο εύκολο τρόπο. Το έργο είχε μια ρεαλιστική πλοκή, κι έτσι έπρεπε να αντιπαραθέσω σε αυτή τη μουσική, δεδομένου ότι δεν θεωρώ ότι η μουσική μπορεί να επιφέρει ρεαλιστικά αποτελέσματα από μόνη της. Εκ τούτου η δράση είτε διακόπηκε, προκειμένου να εισαχθεί η μουσική, είτε η δράση οδηγήθηκε σκόπιμα σε ένα σημείο όπου δεν υπήρξε καμία άλλη εναλλακτική λύση από το να υπάρξει τραγούδι».

 

 

 

brechtΟ Μπρεχτ και οι Έλληνες συνθέτες
Η επαφή του ελληνικού κοινού με έργα του Μπρεχτ και με τη μουσική τους από Έλληνες συνθέτες, έγινε για πρώτη φορά, στα 1957, όταν, όπως είπαμε, ο Κουν αποφασίζει να ανεβάσει τον «Κύκλο με την κιμωλία» σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Ο Κουν ζητά από τον Αργύρη Κουνάδη να αναλάβει τη μουσική του έργου, ο οποίος όμως τελευταία στιγμή αρνείται και έτσι αναλαμβάνει ο Μάνος Χατζιδάκις, έχοντας όμως μόλις δώδεκα μέρες στη διάθεσή του τις οποίες «πολλαπλασίασα προσθέτοντας και τις δώδεκα νύχτες κι έτσι η μουσική παίχτηκε στην ώρα της, που λένε» (4). Σκοπός του ήταν να γράψει «θερμότερα» τραγούδια από τον «ψυχροτριγωνικό Μπρεχτ του Berliner Ensemble».
Το αποτέλεσμα ήταν η Ελένε Βαίγκε, η χήρα του δραματουργού, να θυμώσει αφού ο συνθέτης δεν κινήθηκε στις αυστηρές προϋποθέσεις του παραστασιολογικού μοντέλου και την επόμενη χρονιά να επιβάλλει στον Κουν τη μουσική του Ντεσό για την παράσταση ο «Καλός άνθρωπος του Σετσουάν».

Ο δίσκος από τη θεατρική παράσταση κυκλοφόρησε το 1959 και περιέχει 4 τραγούδια («Τέσσερις στρατηγοί», «Ανάγκη να σε πάρω εγώ», «Η μπαλάντα του στρατιώτη», «Μια φορά κι έναν καιρό») σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο. Χρόνια αργότερα, το 1974, ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποιεί, επίσης κομμάτια από τον «Κύκλο με την κιμωλία», σε μετάφραση - διασκευή του Ιάκωβου Καμπανέλλη, και το 2007 ύστερα από παραγγελία του Θεάτρου Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών κυκλοφορεί εκ νέου τον δίσκο στον οποίο τραγουδούν ο Άλκης Κόλλιας και η σοπράνο Χαρά Κεφάλα. Τη χειμερινή περίοδο 1975-1976 στο θέατρο «Κάππα», ανεβαίνει η «Όπερα της πεντάρας» σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν και μετάφραση Παύλου Μάτεσι, παράσταση ιστορική αφού σημαδεύεται από την επανεμφάνιση της Μελίνας Μερκούρη –Μεταπολίτευση γαρ- η οποία ως «Τζένι» τραγουδά την «Μπαλάντα του Μακήθ με το μαχαίρι», την «Μπαλάντα των πειρατών», το «Τραγούδι της Μπάρμπαρα» κ.ά. έχοντας συμπρωταγωνιστή της τον Νίκο Κούρκουλο. Αντίστοιχες πρωτότυπες συνθέσεις ή διασκευές των συνθέσεων του Βάιλ επιχείρησαν όλα αυτά τα χρόνια αρκετοί ακόμα συνθέτες όπως ο Δημήτρης Λέκκας, ο Τάκης Φαραζής, η Σαβίνα Γιαννάτου, ο Ηρακλής Πασχαλίδης κ.ά. στα πλαίσια πάντα της θεατρικής παράστασης που ανέβαινε.

 

mousiki_praxi_ston_brechtΤην ίδια περίοδο, 1972-77, ένας ανήσυχος και πολλά υποσχόμενος συνθέτης, που ήδη είχε κάνει μεγάλη επιτυχία, ο Θάνος Μικρούτσικος, γράφει τη Μουσική Πράξη στον Brecht, έργο για δύο φωνές, δυο κλαρινέτα, πιάνο, ομάδα ηθοποιών και φωτεινές διαφάνειες. Το έργο παρουσιάζεται στην πλήρη μορφή του στην αίθουσα Φιλοπροόδου Ομίλου του Υμηττού, στις 16 Γενάρη του 1978 (καθώς και σε πολλές παραστάσεις σε γειτονιές της Αθήνας και επαρχιακές πόλεις) και κυκλοφορεί – όχι με την πλήρη του μορφή- ως δίσκος το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου διατηρώντας μέχρι σήμερα το «αμήχανο» προνόμιο να είναι το μοναδικό ελληνικό (!) έργο με πρωτογενή μουσική σύνθεση πάνω σε ποιήματα του Μπρεχτ.
Διαχρονική βεβαίως επιτυχία του δίσκου το τραγούδι «Άννα μην κλαις» αφιερωμένο στην Μελίνα Μερκούρη, αλλά και το αυτοβιογραφικό «Για τον φτωχό B.B.» με τον ανατριχιαστικό στίχο: «Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται για να ‘ρθουν».

 

brecht_reichΟ ίδιος ο συνθέτης αφιέρωσε το «Διαβάζοντας έναν αρχαίο ποιητή» στον Άισλερ αναγνωρίζοντας ο ίδιος την επιρροή του («άλλωστε γράφτηκε με τον τρόπο του Άισλερ», επισημαίνει ο ίδιος στο σημείωμά του) ενώ ως προς την αντιμετώπιση των στίχων του Μπρεχτ δηλώνει: «Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι αντιμετωπίζω τη μουσική πάνω στον Μπρεχτ ως μίξη πολλών στοιχείων πιθανά συγκρουόμενων μεταξύ τους, αλλά ενταγμένων μέσα σ’ ένα σύνολο. Αυτή είναι η κριτική στάση που πρέπει να έχει ο ακροατής (θεατής) ακούγοντας ή βλέποντας να τραγουδιούνται και να παίζονται έργα του Μπρεχτ. Εδώ στον Μπρεχτ περισσότερο από οπουδήποτε αλλού δεν επιτρέπεται η μελωδική κολακεία του ακροατή.» (5).

 Ο Μικρούτσικος μελοποιεί λίγο αργότερα και την «Μπαλάντα του έμπορα» του Μπρεχτ, τραγούδι που υπάρχει στο δίσκο «Λεοντής-Μικρούτσικος, Συναυλίες ‘81» (ερμηνεύει ο Σάκης Μπουλάς) και το τζαζίστικο «Εμβατήριο για τα ανήσυχα παιδιά» που τραγουδά η Μαρία Δημητριάδη που συνεργαζόταν εκείνη την εποχή στενά με τον συνθέτη, στο δίσκο «Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί σου» (1983).

 

 

farandouri8mpΤον Οκτώβρη του 1979 η Μαρία Φαραντούρη ηχογραφεί έναν επίσης ολόκληρο δίσκο με συνθέσεις των Βάιλ, Άισλερ και Μπρεχτ σε στίχους του Μπρεχτ και σε μετάφραση του Παύλου Μάτεσι –η πρώτη κατ’ ουσίαν επίσημη παρουσίαση των γνωστών τραγουδιών του Μπρεχτ στο ελληνικό κοινό- υπό τη θεατρική διδασκαλία του Θόδωρου Τερζόπουλου και με ενορχηστρωτή και διευθυντή ορχήστρας, τον Χένρυ Κρίτσελ του Berliner Ensemble. Στο δίσκο αυτό, παραγωγής Αχιλλέα Θεοφίλου, βρίσκουμε ορισμένα από τα γνωστότερα τραγούδια του Μπρεχτ, στα οποία πρωταγωνιστούν περιθωριακοί ήρωες, καταγγέλλονται οι ισχυροί και οι προστάτες, καταδικάζεται ο πόλεμος, υμνείται η δύναμη της εργατικής τάξης κ.ά. Έτσι, ακούμε για τη «Τζένη των Πειρατών», από την «Όπερα της Πεντάρας», (τραγουδισμένο εξαιρετικά τα επόμενα χρόνια και από την Αλεξίου και την Τσανακλίδου) την πόρνη, δηλαδή, Τζένη, η οποία προαναγγέλλει την εκδίκησή της: «Κι όλα τα βρωμόσπιτά σας τα γκρεμίσαν σε μια νύχτα/ απομένει μονάχα το μπορντέλο τούτο εδώ/ κι απορείτε γιατί τ΄ αφήσαν αυτό;».

 

brecht_mahagonnyΒρίσκουμε το πασίγνωστο λόγω και της εκτέλεσης των Doors, «Αlabama song», από το θεατρικό έργο «Μικρό Μαχαγκόνυ» με το σύνθημα «Wisky, Boys, dollars», στα χείλη των άνεργων γυναικών να δονεί την πόλη Μαχαγκόνυ καθώς και το «Παράπονο του αλόγου», το οποίο βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που διαδραματίστηκε στο Βερολίνο μετά τη λήξη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου όταν πεινασμένοι Βερολινέζοι κατασπάραξαν ένα σκελετωμένο άλογο. Οι στίχοι βεβαίως –όπως και σε όλο το έργο του Μπρεχτ- συμβολικοί και με βαθύτερες προεκτάσεις: «Πρώτα όλοι φίλοι/ και τώρα όλοι τους θηρία. Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγρίεψαν;» διερωτάται το άτυχο ζώο…

 Η ίδια η Μαρία Φαραντούρη σε συνέντευξη εκείνης της εποχής στον Γιώργο Κυριαζίδη και στο περιοδικό «Μουσική, ( τεύχος 12, Νοέμβριος 1978) δήλωνε για το έργο αυτό (6):

«Μέσα στα πλαίσια των ανησυχιών μου ήταν και τα τραγούδια του Μπρεχτ, που δεν είναι βέβαια τόσο απλή υπόθεση. Τότε, στο θέατρο ΑΛΙΚΗ τα αντιμετώπισα λίγο σαν μια εισαγωγή στον Μπρεχτ και σαν πείραμα. Πώς θα μπορούσαν να λειτουργήσουν στον κόσμο. Αυτό το πράγμα λειτούργησε πειραματικά και σε μένα. Τα τραγούδια του Μπρεχτ είναι ένα κολοσσιαίο έργο, που πέρα απ’ τη μορφή του αυτή καθ’ εαυτή, το περιεχόμενό τους είναι γνωστό. Ξέρουμε πόσο ανεκτίμητη είναι η προσφορά του και πόσο ικανά τα τραγούδια του να επαναστατικοποιήσουν και να διαμορφώσουν τον καινούργιο άνθρωπο...Πήγα στο Ανατολικό Βερολίνο να παρακολουθήσω θέατρο στο «Μπερλίνερ Ανσάμπλ». Οι περισσότερες παραστάσεις ήταν με έργα του Μπρεχτ. Εκεί, είχα την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με τους καλλιτέχνες που είναι ταυτόχρονα τραγουδιστές και ηθοποιοί, να συζητήσω τις απόψεις τους. Αυτό δεν σημαίνει πως θα μεταφέρω την άποψή τους εδώ. Σέβομαι την γενική άποψη και το πνεύμα του Μπρεχτ, αλλά θα το μεταφέρω στη δικιά μας νοοτροπία και ευαισθησία. Θα το εκλαϊκεύσω χωρίς να το απλοποιήσω, χωρίς να αγνοήσω τις αρχές του Μπρεχτ.

 

bertolt_brecht_2...Θα φέρω ένα μεγάλο μουσικό, τον Henry Krtshil (Κρίχελ), που δίδασκε Μπρεχτ στους ηθοποιούς του «Μπερλίνερ Ανσάμπλ» από το 1958 και θεωρείται ένας από τους σοβαρότερους στο είδος. Είναι ενορχηστρωτής, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας, της κατ’ εξοχήν μπρεχτικής τραγουδίστριας Gisela Main. Θεώρησα πολύ σημαντικό να φέρω τον Krtshil και να συνεργαστεί με τους δικούς μας μουσικούς. Θα κάνει και την ενορχήστρωση, αλλά θα διδάξει και μένα.»

 Κι όμως, η ιστορία με τους ολοκληρωμένους δίσκους με μελοποιημένους στίχους του Μπρεχτ, τελειώνει κάπου εδώ, μόλις δηλαδή αρχίζει… Είναι απορίας άξιον πώς μεγάλοι συνθέτες μας, αρχής γενομένης από τον Μίκη Θεοδωράκη, δεν ασχολήθηκαν με τον Μπρεχτ. Λόγοι ιδεολογικοί, λόγοι συνθετικοί (εξαιτίας της δύσκολης φόρμας των στίχων ή της γερμανικής συνθετικής τεχνοτροπίας που συνδέθηκε με αυτούς) λόγοι προσωπικοί; Δεν είναι δυνατόν να απαντήσει κανείς έτσι αβίαστα, χρήζει βαθύτερης μελέτης. Από τότε, λοιπόν, μέχρι σήμερα, συνεχίζουν να υπάρχουν αποσπασματικά τραγούδια, όπως τα παλαιότερα που αναφέραμε του Μικρούτσικου ή του Γιάννη Ζουγανέλη, το Θεοδωρακικής τεχνοτροπίας «Ξημέρωμα» (από τον πρώτο προσωπικό δίσκο της Τάνιας Τσανακλίδου, «Τσάρλυ Τσάπλιν», 1978) έως την τρυφερή μπαλάντα του Μιχάλη Τερζή «Θέλω να πάω με αυτόν που αγαπάω» την οποία ερμήνευσε η Σοφία Μιχαηλίδου στο δίσκο του συνθέτη «Κορίτσια της Κυριακης», 1987 και το «Τραγούδι των Κανονιών» («Cannon song») που μελοποίησαν με το δικό τους ελευθεριάζοντα τρόπο οι Αθηναίοι «Ωχρά Σπειροχαίτη», το 2003 κ.ά.

 Έτσι, φτάνουμε αισίως στα τέλη του 2011, για να υποδεχτούμε τον δεύτερο δίσκο με κείμενα Μπρεχτ μελοποιημένα από Έλληνα συνθέτη, τον Τάσο Γκρους. Ο τίτλος του: «Γενιές σημαδεμένες»  (εκδ. «Ο κόκκινος Γάτος των σύγχρονων πολιτειών») και τραγουδούν οι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Καλλιόπη Βέττα, Μαρία Παπαγιαννάκη-Κόμη, η Παιδική Χορωδία Ελληνικού Ωδείου (παράρτημα Πειραιά) και ο ίδιος ο συνθέτης. Ο δίσκος είναι χωρισμένος σε 3 μέρη: «Κοσμογονία-Πόλεμος-Αμφισβήτηση», και τη διεύθυνση παραγωγής, την οργάνωση, εκτέλεση και ενορχήστρωση έχει κάνει ο Γιάννης Κ. Ιωάννου. Μουσικά η δουλειά είναι πολυεπίπεδη, καθώς θα συναντήσει κανείς στοιχεία από το ροκ, η μπαλάντα, μέχρι και το χιπ χοπ. Στο ρόλο των αφηγητών είναι οι: Μάνια Παπαδημητρίου, Ανδρέας Μαυραγάνης, Νάντια Βαλαβάνη (που έχει επιλέξει και τα κείμενα, η πλέον αρμόδια άλλωστε λόγω της πολύχρονης και συστηματικής ενασχόλησή της με το έργο του Μπρεχτ) και Τάσος Γκρους, ενώ το εικαστικό μέρος της έκδοσης ανήκει στην Αλεξία Γκρους.

brecht-plays

 

Σήμερα, λοιπόν, που η «Άννα» και πάλι κλαίει και «το ντουλάπι» κινδυνεύει να μην «έχει ψίχα ψωμί», «μόνο» όπως έγραφε στα 1931 ο Μπρεχτ (και τραγούδησαν το 2007 οι Κατσιμιχαίοι, στο δίσκο «Μέχρι να πάρεις παγωτό σε βρίσκει ο χειμώνας») «έχοντας διδαχθεί από την πραγματικότητα, μπορούμε την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε»...

 

 






ΠΗΓΕΣ
 

(1) Από το «Αφιέρωμα στον Μπέρτολτ Μπρεχτ», στο «Τόπος Ελλήνων» 

(2) Περιοδικό «Πολιτιστική», τ. 39-41 Ιανουάριος – Μάρτιος 1987
(3) Από το αρχειακό υλικό που υπάρχει στο επίσημο site της «Όπερας της Πεντάρας», http://www.threepennyopera.org/.
(4) «Μάνος Χατζιδάκις», Λέσχη Αθανάτων, Ελευθεροτυπία.
(5) Απόσπασμα από το εισαγωγικό σημείωμα του συνθέτη στο δίσκο «Μουσική πράξη στον Brecht», Lyra. 1978.
(6) Ηρακλής Οικονόμου, «Όταν η Μαρία Φαραντούρη συνάντησε τον Μπρεχτ», περιοδικό www.musipaper.gr, 5/1/11.
* Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε, σε μια πρώτη μορφή, στο περιοδικό Δίφωνο τ. 175.