Δεύτερη βραδιά του θεσμού πρότασης/σύστασης νέων ονομάτων της ελληνικής μουσικής σκηνής από παλαιότερα και καταξιωμένα που φιλοδοξεί να καθιερώσει ο ραδιοσταθμός 105,5 Στο Κόκκινο η Δευτέρα 7 Απριλίου. Αυτή τη φορά έφερε την «υπογραφή» του Φοίβου Δεληβοριά δίχως όμως «καμία πατερναλιστική διάθεση» όπως τόνισε, κάτι άλλωστε που, όπως είπε ο ίδιος, χαρακτηρίζει και τον Μάκη Μηλάτο, ο οποίος επιμελείται αυτή την σειρά εκδηλώσεων εκ μέρους του ραδιοφωνικού σταθμού γι’ αυτό άλλωστε και δέχτηκε την σχετική πρόταση που του έκανε. Και το απέδειξαν αμφότεροι και ακόμα περισσότερο ο πρώτος προλογίζοντας τα τρία ονόματα που εμφανίστηκαν ως αληθινός μουσικόφιλος, αν όχι και fan τους και όχι σαν ένας γνωστός και σπουδαίος τραγουδοποιός.


nefeliΟι Nefeli Walking Undercover είναι το εκφραστικό όχημα – αν όχι το προσωπικό project – της Νεφέλης Λιούτα, μιας πολύ νέας δημιουργού και ερμηνεύτριας η οποία έγινε αρχικά γνωστή ως μέλος της μπάντας του Leon ενώ όμως ήδη ετοίμαζε τον πρώτο δίσκο της «Μολύβια Κομάντος» που ηχογράφησε εξολοκλήρου μόνη της και κυκλοφόρησε σε αποκλειστικά ψηφιακή μορφή, στη συνέχεια διακρίθηκε στις κατηγορίες τόσο της σύνθεσης όσο και του στίχου στους πρόσφατους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού του Ιδρύματος Ωνάση και ήδη έχει έτοιμο ένα δεύτερο και σαφώς πιο ολοκληρωμένο album. Πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα χαρισματικό κορίτσι το οποίο, πριν απ’ όλα, εκφράζεται εκτελεστικά με αρκετά όργανα, κατά κύριο λόγο βιολί αλλά και πιάνο, μελόντικά, ακόμα και κιθάρα σε ένα κομμάτι ενώ παράλληλα ερμηνεύει με μεγάλη άνεση. Η δημιουργική της όμως πλευρά είναι μια άλλη υπόθεση και, για εμένα τουλάχιστον, αυτό που κάνει δεν είναι παρά μια, αρκούντως δραστικά βέβαια, νεωτερική εκδοχή της παραδοσιακής ελληνικής μουσικής (υπήρχαν στιγμές που άκουγες ολοκάθαρα τις τυπικές πολυφωνίες των δημοτικών μας τραγουδιών στα συνοδευτικά ανδρικά και/ή γυναικεία φωνητικά) με έναν τρόπο που, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, φέρνει στο νου – χωρίς μάλλον καν να το συνειδητοποιεί η ίδια – την προσέγγιση της Loreena McKennitt στην κελτική παράδοση.


Το αποτέλεσμα βέβαια θα μπορούσε να είναι πολύ πιο δυναμικό αν υποστηριζόταν από ένα πιο πολυάριθμο και ανωτέρου εκτελεστικού επιπέδου σύνολο και όχι από ένα σχήμα κλαρινέτου που ήταν και το μόνο όργανο που πρωταγωνιστούσε σε όλα τα κομμάτια πλην όποιου έπαιζε η ίδια, ηλεκτρικής κιθάρας την οποία, αν άκουσα καλά, παίζει ο αδελφός της, πολυρυθμικών κρουστών και όχι τυπικού σετ ντραμς, ακουστικής κιθάρας και άλλης μίας κοπέλας στα φωνητικά το οποίο δίνει την εντύπωση – και πιθανότατα είναι – μίας παρέας φίλων της που την βοηθά να αποδώσει ζωντανά όσο παίζει η ίδια στις ηχογραφήσεις της παρά μιας «μπάντας», έστω και με την πιο χαλαρή έννοια του όρου. Εν κατακλείδι το μεγαλύτερο ατού της Νεφέλης Λιούτα είναι η απλότητα, η γλυκύτητα και η αθωότητα της, με άλλα λόγια η παιδικότητα της όπως πολύ σωστά το έθεσε ο Φοίβος Δεληβοριάς, η οποία αποτυπώνεται ανάγλυφα κυρίως στους – ευτυχώς πάντως όχι και «ανυποψίαστους»! – στίχους της αλλά και στην «χειροποίητη» μουσική της.


Official photo egg hellΠολύ διαφορετική η περίπτωση του Jeff Maarawi ο οποίος ήταν πολύ πιο ολοκληρωμένος δημιουργικά ήδη από τότε που ήταν ένας μοναχικός folk τραγουδοποιός και ερμηνευτής οπότε όταν απέκτησε και μια πλήρη και αληθινή μπάντα με έναν ακόμα κιθαρίστα, έναν ιδιαιτέρως ευρηματικό κιμπορντίστα, μπασίστα και ντράμερ ήταν σχεδόν νομοτελειακό ότι η μουσική του θα αποκτούσε άλλες διαστάσεις μα και θα «ανέβαινε επίπεδο». Θα συμφωνήσω λοιπόν με τον Μάκη Μηλάτο ότι αν βρίσκονταν π. χ. στην Αγγλία οι Egg Hell θα ήταν πολύ πιο γνωστοί από όσο είναι στην χώρα μας, από την άλλη όμως στην εποχή μας – και μιλώντας συγκεκριμένα για το ιδίωμα τους – αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα και τόσα πολλά πράγματα. Ναι, οι Egg Hell σίγουρα είναι ένα από τα καλύτερα rock συγκροτήματα που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ο Jeff κόντρα στην αντί-rock περσόνα του και την σχεδόν μόνιμη αμηχανία του είναι ένας συμπαθέστατος performer και όταν γκρουβάρουν αποτελεσματικά είναι πραγματικά ακατανίκητοι. Όμως το τελευταίο δεν συμβαίνει πάντα και τους απομένει ένα ακόμα αλλά σημαντικό βήμα, να βρουν και να αποκρυσταλλώσουν το προσωπικό τους ύφος, πρώτα ενορχηστρωτικά αλλά σε ένα βαθμό και συνθετικά. Γιατί άλλο είναι να γράφεις τραγούδια που θα πεις μόνος σου και άλλο για να τα εκτελέσει μια πενταμελής μπάντα...



Μπορεί ένα αγγλικό ρητό να λέει ότι «το καλύτερο είναι εχθρός του καλού» αλλά είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει το καλό, το περίπου ισάξιο του και το σχεδόν άριστο. Και ήδη από την στιγμή που ανέβηκε στην σκηνή το τρίτο σχήμα ήταν φανερό ότι το τέλος της βραδιάς θα ήταν και το απόγειο της...Οι Running Blue Orchestra αποτελούνται από τέσσερις μουσικούς που ως μονάδες...«μασάνε σίδερα» αλλά σαν σύνολο συνδυάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε με τις ικανότητες τους αυτές να δημιουργούν κομψοτεχνήματα από χάλυβα με κύρια «εργαλεία» το φαγκότο (και το νέι) και το βιολοντσέλο (και, λιγότερο, την κιθάρα). Ας μην ξεγελιόμαστε όμως, είναι τα χέρια τα οποία παίζουν το πιάνο που σχεδιάζουν με υποδειγματική ακρίβεια και με ακόμα πιο σιδερένια πειθαρχία αυτά τα ατσάλινα ηχητικά αραβουργήματα και το μυαλό και η ψυχή που δίνουν δύναμη σε αυτά τα χέρια εκείνα τα οποία οραματίζονται τα εν λόγω σχέδια.


melentini photo 2 by Tenia DimakopoulouΓιατί καλώς ή κακώς – και όσο και αν ορισμένοι δεν θέλουν ούτε καν να το σκέφτονται, πόσο μάλλον δεν μπορούν να το αποδεχθούν – βρισκόμαστε, μάλλον ζούμε πια στην εποχή της προσωπικότητας και ακόμα και μια δημιουργική συλλογικότητα όπως ένα μουσικό σχήμα έχει ανάγκη από μια τέτοια για να την εμψυχώνει και να την καθοδηγεί. Και από τις τρεις προσωπικότητες που παρουσίασαν την δουλειά τους εκείνο το βράδυ η Μελεντίνη είναι σαφέστατα και πέραν πάσης αμφιβολίας η ισχυρότερη μα και πλέον ολοκληρωμένη – μουσικά και όχι μόνο...- και γι’ αυτό η μπάντα της αποδίδει στο μέγιστο και τόσο καλά, επειδή χωρίς να ελέγχει τους μουσικούς της σε αποπνικτικό βαθμό τους διευθύνει με ιδανικό τρόπο, τους κατευθύνει κυριολεκτικά και μεταφορικά εκεί και όπως πρέπει. Φαίνεται άλλωστε από την πρώτη στιγμή ότι όλο αυτό που ακούγεται (και φαίνεται...) στην σκηνή είναι δικό της και μόνο, το γνωρίζει και το κατέχει όσο κανείς άλλος και γι’ αυτό ξέρει πολύ καλά πως πρέπει να το χειριστεί. Είναι ορατό ακόμα και στον τρόπο που ερμηνεύει, σαν ένα πληγωμένο θηρίο που άλλοτε γρυλίζει απειλητικά και κάποιες φορές – και ταυτόχρονα – εξαπολύει μια υπόγεια ειρωνεία προς όλες τις κατευθύνσεις δείχνοντας τα νύχια και τα δόντια της, σχεδόν δαγκώνοντας αλλά δίχως ποτέ να δείχνει τον πόνο που της προκαλούν οι λαβωματιές της.


Γιατί, αν πρέπει να κάνουμε μιαν ακόμα αναγωγή, αν η Νεφέλη Λιούτα είναι η καθ’ ημάς Loreena McKennitt τότε η Μελεντίνη είναι ό,τι πιο κοντινό έχουμε στην πρώιμη Tori Amos, όντας γεμάτη από δίκαιη οργή για όσους την έχουν αδικήσει αλλά πιθανότατα συνάμα και από θυμό για τις δικές της αδυναμίες που τους επέτρεψαν να της κάνουν αυτό. Τελικά αν εξαιρέσει κανείς την «παρένθεση» των Egg Hell η βραδιά άρχισε και τελείωσε με δύο όψεις του αυτού νομίσματος καθώς επί της ουσίας αμφότερες οι δημιουργοί αντλούν την έμπνευση τους και δηλώνουν μέσα από την μουσική τους την ίδια τραυματισμένη, τσακισμένη θηλυκότητα. Η καθοριστική διαφορά είναι ότι η πρώτη αρκείται στο να παρουσιάζει αυτή την γυναικεία της έκφανση έτσι ακριβώς ως έχει και δείχνοντας την όσο ευάλωτη είναι ενώ η Μελεντίνη την μεταλλάσσει μέσα από το έργο της σε μιαν άθραυστη και αλεξίσφαιρη «πανοπλία» η οποία την προφυλάσσει ώστε να μην πληγωθεί ξανά, τουλάχιστον όχι τόσο πολύ. Το ποιαν από αυτές τις δύο σαγηνευτικές – κάθε μια φυσικά με τον δικό της τρόπο – θα επιλέξει κανείς είναι θέμα γούστου αλλά μάλλον ακόμα περισσότερο ψυχοσύνθεσης...