Ο Rachid Taha δεν ήταν από καιρό εδώ, τουλάχιστον όχι έτσι όπως τον γνωρίζαμε. Είχε λιγάκι αποσυρθεί, αλλά όταν έχει δώσει με τόση γενναιοδωρία τόσους τόνους από ηλεκτρικό Βορειοαφρικάνικο φολκ, με πολύ από Raï ατμόσφαιρα και συντονισμό των Σούφι, τότε δεν ήταν δυνατόν να ζητάμε και πολλά. Πιο πολύ αυτό που έλειπε ήταν ο εκτός ορίων δοτικός εαυτός του πάνω στο πατάρι των συναυλιών. Διότι δεν ήταν “ένας από τους”, ήταν Ο Rachid Taha, αυτός που όμοιός του άλλος δεν πρόκειται να εμφανιστεί.

 

Γιατί; Τί είναι αυτό που κάνει τον Γαλλοαγερινό ή (πιο σωστά) Αλγερινό μεγαλωμένο στη Γαλλία, πραγματικά σημαντικό και γιατί ο σημερινός θάνατός του (12 Σεπτεμβρίου 2018) γίνεται αυτομάτως ορόσημο; Διότι ο Rachid Taha έγινε μία από τις πιο επιδραστικές φυσιογνωμίες της world music, δίνοντας υλικό και έμπνευση σε πάμπολλους μουσικούς, διότι από τα πρώτα χρόνια της μουσικής του σταδιοδρομίας (αρχές της δεκαετίας του ’80) με το συγκρότημα Carte de Séjour (τότε) ποτέ δεν έκανε απλώς μουσική, αλλά έγραφε τραγούδια που έθιγαν αμιγώς κι αληθινά πολιτικά ζητήματα, όπως η φτώχια, η μετανάστευση, ο ρατσισμός μεταξύ άλλων. Κι όχι επειδή όλα αυτά ήταν της μόδας και “πιασάρικα” θέματα, αλλά πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν η ίδια η εκρηκτική φύση του δεν τον άφηνε να ξεχάσει όσα έζησε όταν ήρθε στην Ευρώπη, τη Γαλλία και το Παρίσι, αφιχθείς με τους γονείς του από την Αλγερία. Φυσικά, όχι μόνο αυτός, αλλά και χιλιάδες ακόμη εμιγκρέδες από τη Βόρεια Αφρική. Ο Rachid Taha έγινε η φωνή τους, έγραψε τη μουσική που τους συντρόφευε και τους ξεσήκωνε. Ο ίδιος πέρασε από διάφορες αναζητήσεις, ποτέ όμως δεν ξέχασε τη φολκ της γενέτειράς του και δεν έφησε εκτός αυτό που τον χαρακτήριζε, τον ηλεκτρισμό της πανκ και της ροκ. Με αυτή τη σειρά. Κι αν πολλοί έχουν κατά καιρούς αποφανθεί πως ο Taha επηρεάστηκε από αυτές τις μουσικές και από εκεί έπλασε την περσόνα του επί σκηνής, θα ήθελα να απαντήσω, πως αυτό μάλλον απέχει παρασάγγας από την αλήθεια, διότι όταν έχεις ζήσει σε έναν τόπο όπου ο διονυσιασμός των Σούφι είναι διάχυτος, τότε ο ρυθμός γεννιέται μέσα σου και η ανάγκη του γίνεται έκφραση. Δεν χρειάζεται να τον αναζητήσεις πουθενά αλλού.

 

Στην Ελλάδα είχαμε την τύχη να δούμε 4 ή 5 συναυλίες με αυτόν τον “δυναμίτη” της world music. Προσωπικά, βρέθηκα στον Ίλιον (!), όπου το εναρκτήριο event με τον Νίκο Πορτοκάλογλου, αποδείχτηκε ατυχής έμπνευση, αφού η σύγκριση με τον  ασυγκράτητο Rachid και τη μπάντα του εξαφάνισε οποιαδήποτε άλλη ανάμνηση και η τελευταία (και δική του παρουσία επί ελληνικού εδάφους) το 2006, σε Φεστιβάλ στο Ελληνικό. Όπου εμφανίστηκε τελευταίος, μετά τους Καταλανούς Amparanoia. Κατά τη μία μετά τα μεσάνυχτα. Και έβαλε φωτιά στη νύχτα μας. Το παρακάτω κείμενο, το έγραψα την επομένη εκείνης της συναυλία. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι καλύτερο ως “αντίο” προς τον μεγάλο, Rachid Taha, που ενέπνευσε κι εμένα ώστε να γίνω λιγάκι πιο αυθόρμητος. 

 

Ελευθερία

Παρασκευή βράδυ, κατά τα μεσάνυχτα, μία ακόμη φορτωμένη εργασιακά εβδομάδα έφτανε ασθμαίνοντας –και ‘γω μαζί της- προς το τέλος της. Ηταν η στιγμή που θα άνοιγα το παράθυρο. Ετσι πάντα μου μοιάζει το τελείωμα της Παρασκευής… Ένα παράθυρο στο περιθώριο, ανάμεσα στην μόλις περασμένη εβδομάδα και μέχρι –πολύ σύντομα- να ρουφήξει την άμμο η κλεψύδρα και να ξεκινήσει η επόμενη. Ένα παράθυρο μυστικό και μυστικό να μένει, που ανοίγω τα μάνταλα και παίρνω αναπνοές. Ετσι και προχτές, περίμενα πως και πως την πρώτη μετά από καιρό ευκαιρία για μερικές αναπνοές. Ο Rachid Taha άλλωστε με είχε γεμίσει με ανυπομονησία από την προηγούμενη συνάντηση στο πάρκο των Αγίων Αναργύρων και εκτός των άλλων το είχα ανάγκη βρε παιδί μου, να μυρίσω κόσμο, έρημο, Αλγερία μαζί με Φράνσια, Αλγέρι μαζί με Παρίσι. Να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο και–ωωω τι ντροπή- να χορέψω!

 

Μόνος ήμουν, αλλά τι σημασία; Εχω συνηθίσει τις συναυλίες της μοναξιάς. Φαίνεται πως πολλοί σκέφτονται το ίδιο και πάντα όλο και κάποιον γνωρίζω πάνω στη ζάλη, όταν η συναυλία έχει προχωρήσει στα «καλά» κομμάτια. Μόνος για λίγο ήμουν και πάλι, αφού ως δια μαγείας –για μία ακόμη φορά- δυο χέρια με χτύπησαν στην πλάτη, δυο μάτια με ανακάλυψαν και χωρίς καλά – καλά να το καταλάβω βρισκόμουν ανάμεσα σε παρέα φίλων που με ξετρύπωσαν ανάμεσα σε εκατοντάδες κόσμου. Ηδη το χαμόγελο είχε διώξει τις κουρασμένες σκέψεις μου, η από κοινού συνωμοσία πήρε ευλογία με ρακί και οι Amparanoia, μας έδιναν ρυθμικό «χαλί». Τα παιδιά από το 4ο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ έκαναν προθέρμανση για την πορεία της άλλης ημέρας και τριγύρω λέξεις και φράσεις από διάφορες γλώσσες έδιναν πολυχρωμία.

 

Ο Taha βγήκε στη σκηνή στη 1 και κάτι, κρυμμένος πίσω από τα μαύρα –κλασικά- γυαλιά, υπονοώντας θαρρείς πως ξαφνικά άπλετο εκτυφλωτικό φως φάνηκε από νέους ανθρώπους και είναι αυτό απαγορευμένο! Το μακρύ του δερμάτινο συμπλήρωνε το σκηνικό. Οι πρώτες νότες ηλεκτρισμού και εμπλουτισμένου, όχι ουρανίου, αλλά λαούτου έσκασαν στον αέρα και το πανηγύρι ξεκίνησε. Η βραχνή –χαρακτηριστική- φωνή του ήταν εκεί παρούσα, όπως πάντα πήγαινε μια στη Σαχάρα, μια στον γαλλικισμό του και μια στους Clash. Οι ανυποψίαστοι άρχισαν σιγά - σιγά να μπαίνουν στο νόημα και μετά το πρώτο μισάωρο δεν έβλεπες άνθρωπο τριγύρω που να μην χορεύει, που να μην δεχτεί μέσα του τους δαιμονισμένους, αλλά λυτρωτικούς, ψιθύρους των Σούφιδων. Εκεί κάπου ήταν που πιαστήκαμε χέρι - χέρι, 20 ψυχές οι μισοί Ελληνες, οι άλλοι μισοί Τούρκοι και ο ένας έδειχνε στον άλλο τη δική του version στο. χασάπικο! Ηταν η τελευταία φορά που είχα και οπτική επαφή με τον Taha. Μόνο άκουγα, μόνο ένιωθα, μόνο στριφογύριζα, μόνο γύριζα, γύριζα, γύριζα στα πίσω, στα απλά, στα αληθινά. Τα παιδιά από την Τουρκία μας κάλεσαν να πάμε να τους βρούμε και την άλλη μέρα. Δάκρυα, συγκίνηση και «we are brothers, that’s the only truth», λύτρωση, χαρά, είμαι άνθρωπος τελικά. Νιώθω, χορεύω, είμαι ελεύθερος! Δεν θέλαμε να τελειώσει… Ο θεότρελος –καλά να ‘ναι και να παραμείνει έτσι- μας χάρισε ανκόρ, το ‘χε νιώσει κι αυτός. Το κρύο της βραδιάς είχε γίνει Σιμούν κατευθείαν από τη Βόρεια Αφρική και η πολύχρωμη γενιά μας, έδινε μια ακόμη απάντηση… Ποιους ακριβώς είπατε «απολιτίκ»;

 

Τύμπανα βγήκαν στο κατόπιν... Τρία παιδιά, τα δυο σίγουρα Αλγερινοί, έπιασαν κρουστά και έκρουσαν ρυθμό… Χτύπος καρδιάς ακούστηκε και απλώθηκε, πέταξε, εκεί που μέχρι πριν από λίγα χρόνια πέταγαν μηχανήματα. Δεν άντεξα πάνω από 20 λεπτά, φοβήθηκα τη χαρά μου, είμαι δειλός, μα έστω και για λίγο ήμουν ελεύθερος!

 

Υ.Γ. Φίλε από την Τουρκία, που δεν συγκράτησα το όνομά σου, χάρηκα που σε γνώρισα. Είμαστε αδέλφια! Μπορούμε και ελεύθεροι!