Η Κρίστη Στασινοπούλου και ο Στάθης Καλυβιώτης έχουν έτοιμο καινούργιο υλικό, ενόψει των εξορμήσεών τους ανά την world music κοινότητα, δείγμα του οποίου εμπιστεύονται για πρώτη ακρόαση στο Musicpaper.gr. Παράλληλα, μιλούν τόσο για το “Νυν” (ο τίτλος του δίσκου), όσο και για την πορεία τους μέχρι στιγμής, η οποία μπορεί και κάλλιστα να χαρακτηριστεί ένα συναρπαστικό και “πολύχρωμο” μουσικό ταξίδι…

 

Πως ξεκινήσατε το να συλλέγετε ερεθίσματα από διάφορα ακούσματα, τα οποία ενσωματώνετε στα δικά σας και δημιουργείτε τον ιδιαίτερο ήχο σας;
Κ.Στασ.: Δεν έγινε τόσο πολύ συνειδητά, αλλά από μόνο του. Κάποια στιγμή, ένιωσα πως τέλειωσε -για εμένα- όλος αυτός ο απόλυτα ροκ ήχος, με τον οποίο κυρίως μεγάλωσα ως επιλογή κι όχι ως παράδοση. Είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται και να γίνεται κάτι πιο εμπορικό. Κάπως έτσι, “άνοιξε” το αυτί και η ανοχή ώστε να χρησιμοποιήσω ό,τι άλλο άκουσμα είχα διαθέσιμο.

Στ.Καλ.: Όταν πρωτοξεκίνησα να παίζω με τα πανκ σχήματα, στις αρχές της δεκατείας του ’80, ήμουν κάθετα αντίθετος με τον αγγλικό στίχο. Από τη μια γιατί, η δική σου γλώσσα μιλάει κατευθείαν στην καρδιά και δεύτερον επειδή είχα ταξιδέψει πολύ όταν ήμουν μικρός στο εξωτερικό, λόγω της εμπορικής ιδιότητας των γονιών μου, και άκουγα σχήματα σε διάφορα μέρη, όπως στη Γερμανία ή τη Γαλλία, που τραγουδούσαν στη γλώσσα τους. Παράλληλα, επιστρέφοντας από τη στρατιωτική μου θητεία, έκανα ένα ταξίδι στην Ασία, στην Ταϊλάνδη, το 1986. Εκεί, μου έκανε εντύπωση πως παντού άκουγε κανείς τη χειρότερη ευρωπαϊκή, αγγλοσαξονική ποπ. Ξαφνικά, ένιωσα ότι έρχεται ένας παγκόσμιος οδοστρωτήρας, ο οποίος τα έχει πάρει σβάρνα όλα. Το είδα μπροστά μου. Από τότε μου μπήκε η ιδέα ότι κάτι πρέπει να γίνει κι ότι ως μουσικός έχω μια υποχρέωση να ξεφύγω από αυτή την “μπουλντόζα” και όχι φυσικά με την έννοια της συντήρησης, αλλά με το να διατηρήσει κανείς τη διαφορετικότητα. Αυτό που με σόκαρε περισσότερο ήταν η προσπάθεια ομογενοποίησης σε παγκόσμιο επίπεδο και εν προκειμένω στη μουσική. Αυτό προφανώς το διαπίστωσε και πολύς κόσμος, αν κρίνω από το πως ήταν η μουσική τη δεκαετία του ’80 με το πως είναι σήμερα. Τότε φαινόταν πως οι παραδοσιακές μουσικές θα εξαφανιστούν. Στην Ελλάδα δεν έβρισκες εύκολα παραδοσιακούς μουσικούς, άσε που η συγκεκριμένη μουσική είχε στιγματιστεί και από τη δικτατορία. Όταν με την Κρίστη ξεκινήσαμε τους “Σελάνα”, αντιμετωπίσαμε εχθρικό κλίμα. Εμείς, είχαμε απλά ως όραμα ένα μπλέξιμο της παράδοσης με το ροκ ή με όποια καινούργια στοιχεία, αυτό που γίνεται πάντα.

 

 

Που είναι στην πραγματικότητα και η εξέλιξη της μουσικής…
Στ.Καλ.: Ε, βέβαια. Αυτό αποδεικνύεται και από το πως παιζόταν η μουσική παλιότερα, καθώς και από την εξέλιξη των οργάνων. Συν του ότι εφόσον πλέον υπάρχει το πλεονέκτημα της καταγραφής, γιατί να κάνουμε ακόμη μία ίδια προσέγγιση; Αφού η παλαιότερη έχει ήδη διασωθεί. Από εκεί και πέρα, από περιοχή σε περιοχή υπάρχουν διαφορές στη μουσική, αυτό δεν τελειώνει. Όλοι μας, όμως, ήμαστε διαφορετικοί.

Κ.Στασ.: Ο Παύλος Σιδηρόπουλος μας είχε υποστηρίξει και μας έπαιρνε support στις συναυλίες του, ενώ μας έλεγε πως αυτό που κάνουμε είναι σπουδαίο. Είναι αλήθεια, ότι ο περισσότερος κόσμος δεν καταλάβαινε. Τώρα, πολλά γκρουπ παίζουνε όπως και εμείς τότε και φυσικά είναι πολύ θετικό ότι αυτή η αντίληψη “έσπασε”.

 

 

 

 

Η μουσική σας προσέγγιση, όμως στην αρχή της είχε ηλεκτρισμό…
Στ.Καλ.: Στην αρχή ήμασταν μόνο “ηλεκτρικοί”. Μια ροκ - γκαράζ μπάντα, αλλά με μουσικά σχήματα που ήταν βασισμένα σε λαϊκούς και παραδοσιακούς δρόμους.

Κ.Στασ.: Θέλαμε να προσθέσουμε και αμιγώς παραδοσιακά όργανα, γι’ αυτό και καλέσαμε μουσικούς σαν τον Θεολόγο Γρύλλη, που παίζει τσαμπούνα, αλλά είχαμε δυσκολίες στη συνεννόηση, έστω και στο στούντιο. Καταλάβαμε ότι δύσκολα θα μπορούσαμε να συνδυαστούμε με τέτοιους ανθρώπους. Έτσι, συνεχίσαμε οι τέσσερίς μας, δηλαδή, ο μακαρίτης Βαγγέλης Βέκιος (ντράμερ και των Μουσικών Ταξιαρχιών), ο Κωστής Αναγνωστόπουλος (κιθάρα), ο Στάθης κι εγώ. Μετά μείναμε οι δυο μας, ενώ ο Κωστής έφυγε για τη Γερμανία. Είχαμε ήδη γράψει δυο - τρία τραγούδια από τα πρώτα μας και σε συνθέσεις του Στάθη, στο σπίτι σε τετρακάναλο.

 

 

Τις οποίες συνθέσεις τις ακούσαμε μετά στον “Υφαντόκοσμο”;
Κ.Στασ.: Συγκεκριμένα τα κομμάτια “Δύσκολα” και “Διόνυσος και Παν” είναι των “Σελάνα”. Τα υπόλοιπα γεννήθηκαν μετά, με πρώτο και καλύτερο τον “Υφαντόκοσμο”.

Στ.Καλ.: Ήταν μια εποχή που δεν έβρισκε κανείς μουσικούς και τόσο εύκολα. Τότε μόλις ξεκινούσαν τα μουσικά Γυμνάσια και Λύκεια. Ήταν σαν να τελείωσε η παραδοσιακή μουσική. Καλούσαμε μουσικούς με κλασική παιδεία και προσπαθούσαμε να τους ζητήσουμε να τα παίξουν αλλιώς, αλλά απλά δεν το “είχανε”. Όχι ότι εμείς το είχαμε, αλλά το αγαπούσαμε.

 

 

Μουσικούς από το χώρο της αμιγώς δημοτικής μουσικής;
Κ.Στασ.: Αυτοί είχαν άλλη νοοτροπία κι άλλα μεροκάματα! Δεν γινόταν. Μετά τον “Υφαντόκοσμο” και τα “Ηχοτρόπια”, μας κάλεσαν στο τζαζ Φεστιβάλ του Μόντρεαλ, και χρειαζόμασταν ένα καλό πνευστό για να παίξει τα σολιστικά μέρη. Μας σύστησαν κάποιον, πολύ γνωστό και σπουδαίο μουσικό της δημοτικής μουσικής. Ήρθε στο σπίτι, άκουσε, εντυπωσιάστηκε. Του εξηγήσαμε πόσα λεφτά θα παίρναμε στο Φεστιβάλ, ενώ τα εισιτήρια έπρεπε να τα καλύψουμε εμείς. Και μας απαντάει έκπληκτος “Τι λέτε παιδιά; Αυτά τα λεφτά εγώ, τα δίνω στον κρουστό μου! Πάω σε γάμους και βγάζω τα δεκαπλάσια. Άμα θέλετε για μια ηχογράφηση, επειδή αυτό που κάνετε είναι κουλτουριάρικο, έρχομαι. Αλλά, μη με κουβαλάτε εκεί, είμαι κουρασμένος άνθρωπος. Έχω πάει τόσες φορές στο Μόντρεαλ για γάμους. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω, αλλά δεν έχω το κουράγιο”. Σεβαστά όλα… Λίγες μέρες αργότερα, όμως, περπατώντας στο δρόμο, βρίσκω μια κοπέλα από το Μουσικό Γυμνάσιο, η οποία ερχόταν και μας άκουγε, και ήταν παρέα με το Γιώργο Μακρή, που παίζει γκάιντα. Τα είπαμε και του προτείναμε να έρθει στην μπάντα μας. Πρώτη φορά που έπαιξε μαζί μας, λοιπόν, ήταν στο Μόντρεαλ. Όχι μόνο μας έβγαλε ασπροπρόσωπους, αλλά έχει πάρει και ο ίδιος έναν πολύ δημιουργικό δρόμο. Κατασκευάζει γκάιντες, έχει μαθητές και ουσιαστικά αυτός αναβίωσε το συγκεκριμένο όργανο. Εμείς του βγάλαμε το παρατσούκλι “gaidaman”, αφού ήταν το μόνιμο θέμα που τον απασχολούσε. Ο Γιώργος είναι δοσμένος σε αυτό που αγαπάει.

Στ.Καλ.: Μονίμως άκουγε παλιές ηχογραφήσεις και εάν καθόσουν δίπλα του, μπορούσες κι εσύ να ακούσεις τον ήχο της γκάιντας.

Κ.Στασ.: Από όλα αυτά τα παιδιά, τον Γιώργο Μακρή, τον Στέλιο Πετράκη, τον Δημήτρη Χιώτη, εμείς μάθαμε πράγματα. Γιατί, δεν μεγαλώσαμε με τα παραδοσιακά τραγούδια, αλλά τα αγαπήσαμε στην πορεία.

 

 

Που αργότερα, αυτή η αγάπη απέφερε το Greekadelia;
Κ.Στασ.: Ακριβώς… και μάλιστα το Greekadelia, αποτελείται από ηχογραφήσεις που κάναμε οι δυο μας στο σπίτι. Στη δύσκολη Αθήνα, όπου περνάνε μήνες δίχως να καταφέρεις να κάνεις τις πρόβες που χρειάζονται με τους απαραίτητους μουσικούς, ώστε να βγαίνει ο ήχος που να μας αρέσει, κάποιος εκτός Ελλάδας άκουσε τυχαία αυτό που κάναμε και σε μια συναυλία μας παρότρυνε να βγάλουμε έναν δίσκο με παραδοσιακά. Παρόλα αυτά και με μεγάλη αμφιβολία προσωπική, ηχογραφήσαμε στο σπίτι μας το υλικό του Greekadelia.

 

 

Έχοντας την εμπειρία της world music κοινότητας, τι πιστεύετε πως έχει μείνει από αυτόν τον μουσικό “διάλογο”;
Κ.Στασ.: Πιστεύω ότι έχει μείνει κάτι. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν στοιχεία επαναληπτικότητας, όπως συνέβη παλιότερα στη ροκ μουσική. Ωστόσο, έχει ανοίξει πολύ ο μουσικός ορίζοντας, κάτι που βρίσκω πολύ ωραίο. Ναι, υπάρχει ένα mainstream που είναι λίγο - πολύ το ίδιο, αλλά σε πιο μικρές μουσικές παρέες υπάρχει ένα τεράστιο άνοιγμα.

Στ.Καλ.: Έχει δημιουργηθεί ένας καινούργιος τύπος ανθρώπου με πιο διεθνιστική αντίληψη. Υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους μπορείς να μιλάς έχοντας τόσα πολλά κοινά στοιχεία, παρότι μπορεί να προέρχονται από τη Βραζιλία, τον Καναδά, τη Φινλανδία, την Ουγγαρία, την Πορτογαλία κ.ο.κ. Έχουμε ο καθένας τη διαφορετικότητά μας, με τις αναφορές του τόπου μας, αλλά έχουμε και πολλά κοινά ακούσματα και προβληματισμούς. Όλο αυτό το βλέπω ως ένα εξελικτικό στάδιο μιας άλλης παγκοσμιοποίησης, όχι αυτής των αγορών και των τραπεζών, αλλά αυτής που με αφετηρία τη διαφορετικότητα, κατακτά κανείς μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους. Σε αυτό έχει βοηθήσει πολύ η μουσική.

 

 

Στην Ελλάδα, εν μέσω κρίσης φαίνεται πως καλλιτεχνικά έχουν αναδειχθεί σημαντικά και ενδιαφέροντα πράγματα…
Κ.Στασ.: Όχι, μόνο στην Τέχνη, αλλά και στις σχέσεις των ανθρώπων, αφού κάποιες από αυτές έχουν γίνει πιο ανθρώπινες και υποστηρικτικές. Επίσης, νομίζω πως η Τέχνη βγαίνει στις δύσκολες στιγμές. Πάντα αναρωτιέμαι, εάν χρειάζεται να είναι δύσκολες οι στιγμές και να βγαίνει Τέχνη ή καλύτερα ας είναι ευτυχισμένες οι στιγμές μας και ας μην βγαίνει Τέχνη. Είναι ο πόνος και η δυσκολία των πραγμάτων που σε φέρνει σε αυτή τη θέση και προσπαθείς να ξεπεράσεις τις δυσκολίες χρησιμοποιώντας αυτό το χάρισμα. Με φαντασία και τα στοιχεία που υπάρχουν γύρω μας.

Στ.Καλ.: Είδα κάποτε ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με έναν θεατρικό σκηνογράφο της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα, οπότε επικρατούσαν αντίστοιχα δύσκολες συνθήκες -δυστυχώς μου διαφεύγει το όνομά του- ο οποίος είπε κάτι που μου έκανε εντύπωση. Ότι, οι άνθρωποι στις δύσκολες εποχές είναι που ψάχνουν το ουσιαστικό και το πραγματικό. Αντίθετα, στις στιγμές αφθονίας βολεύονται με το πιο φθηνό και το εύκολο. Είναι ίσως κάτι που έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση, άρα έχει συμβεί, συμβαίνει και προφανώς θα ξανασυμβεί.

 

 

Τι ρόλο παίζει ο Λόγος στη μουσική σας;
Κ.Στασ.: Το σημαντικότερο. Από το Λόγο ξεκίνησε η μουσική, άλλωστε. Οι ρυθμοί ξεκίνησαν από το Λόγο και τη Μετρική.

Στ.Καλ.: Εξού και χρησιμοποιούμε την ελληνική γλώσσα. Άλλωστε, κάθε γλώσσα έχει και τη μουσικότητά της. Από όπου και εάν προέρχεται κανείς έχει συνεχώς μέσα του ένα τραγούδι. Μια φορά που είχαμε παίξει στον Καναδά, κάποιος δημοσιογράφος είχε γράψει ως κριτική ότι “τώρα καταλαβαίνω το σε ποια γλώσσα τραγουδούσαν οι Σειρήνες”! Στήριζε, μάλιστα, την άποψή του τονίζοντας την ωραία ακουστικότητα και το πόσο μελωδικά ακούγονται τα ελληνικά σαν γλώσσα.

Κ.Στασ.: Προσωπικά, τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι εμπειρικά στο σπίτι με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ξεκινώντας από τη μελέτη στη φωνητική, πειραματίζομαι και ψάχνω -εμπειρικά- την επιρροή που έχουν τα ελληνικά, στο νου, το σώμα και τα συναισθήματα, τα διάφορα μάντρας, όχι απαραίτητα τα ινδουιστικά. Όλα αυτά έχουν κάποια κοινά σε σχέση με τα σύμφωνα, τα φωνήεντα και το τι συναισθήματα “χτυπάει” και “αντηχεί” το καθένα. Αυτή η ενασχόληση παραμένει σε πολύ προσωπικό επίπεδο, αλλά όσο πιο πολύ ασχολούμαι, τόσο πιο πολύ συνειδητοποιώ τη σημασία των λέξεων, του Λόγου, του ρυθμού και της εκφοράς του Λόγου στη μουσική κάθε λαού.

 

 

Πάντα είχα στο μυαλό μου, ειδικά στα “Μυστικά των Βράχων”, την εικόνα μιας ερημικής παραλίας της Ανάφης ή της Νισύρου. Ισχύει ότι μεταφέρετε αυτές τις στιγμές σας και στα τραγούδια σας;

Κ.Στασ.: Απόλυτα. Για εμένα αυτές είναι οι πιο δυνατές εμπειρίες. Η επαφή με τη φύση, σε αυτά τα μέρη.

Στ.Καλ.: Συγκεκριμένα, τα “Μυστικά των Βράχων”, γράφτηκαν όλα στη Σίκινο, όπου είχαμε κατασκηνώσει μόνοι μας ανάμεσα σε κάτι βράχια και κάθε πρωί που ξυπνούσαμε γράφαμε ένα - δυο τραγούδια με τη “μία”. Αυτός ο δίσκος γράφτηκε στον ένα μήνα που ήμασταν εκεί. Είχαμε μόλις γυρίσει από τη Νέα Υόρκη και τους ουρανοξύστες και αμέσως μόλις επιστρέψαμε στην Αθήνα, την επόμενη κιόλας ημέρα πήραμε το πλοίο για τη Σίκινο. Βρεθήκαμε σε ένα μέρος με σπηλιές και βράχια. Ήταν το άλλο άκρο…

Κ.Στασ.: Επειδή είχαμε συνηθίσει να κάνουμε ελεύθερο κάμπινγκ σε παραλίες με άμμο, τα πρώτα βράδια όταν ακούγαμε τους ήχους που έβγαιναν από τα βράχια και τις πέτρες, φοβόμασταν! Νομίζαμε πως ακούγαμε ανθρώπους, βήματα, γέλια και ομιλίες… Έτσι, βγήκε ο στίχος “Τα Μυστικά των Βράχων”.

Στ.Καλ.: Για εμένα, η μεγαλύτερη απόλαυση σε αυτό το μέρος ήταν το να κάθομαι και με ησυχία να ακούω όλους αυτούς τους ήχους, πάνω, δεξιά, αριστερά, παντού, με αυτές τις λεπτομέρειες που σου δίνει το βάθος… και σκεφτόμουν πως είναι αδύνατον αυτό να μεταφερθεί τεχνικά. Στο δίσκο, μεταφέραμε ένα μικρό κομμάτι, αλλά το πραγματικό ηχητικό background, δυστυχώς δεν γινόταν να μεταφερθεί.

 

O καινούργιος σας δίσκος, “Νυν” είναι προ των πυλών…
Κ.Στασ.: Το “Νυν” δεν έχει τη θρησκευτική διάσταση, που φάνηκε σε πολλούς αρχικά. Είναι το αποτέλεσμα δουλειάς κάποιων ετών με διαλογισμό. Όλες οι θρησκείες και οι δρόμοι που οδηγούν κάπου, καταλήγουν στο πως γίνεται να ζούμε στο “νυν”. Γι΄ αυτό χρησιμοποιήσαμε αυτό τον τίτλο διότι και οι στίχοι έχουν να κάνουν και με όλα αυτά τα θέματα των τελευταίων ετών.

Στ.Καλ.: Πρόκειται για δικά μας τραγούδια και είναι πιο δυναμικός δίσκος σε σχέση με το Greekadelia

 

 

Ο ήχος σας επιστρέφει στα “Μυστικά των Βράχων”;

Στ.Καλ.: Ναι, χωρίς να γίνεται επί τούτου. Το άκουσμα είναι η συνέχεια της δουλειάς μας και τα κομμάτια αυτά έχουν τα στοιχεία που κουβαλάμε, ούτως ή άλλως, την ψυχεδέλεια, το ροκ, το πανκ, την παραδοσιακή μουσική. Κάποιοι φίλοι, που έχουν ακούσει τα κομμάτια, σχολιάζουν ότι μπορεί να είναι και η συνέχεια από τα “Μυστικά των Βράχων”.

Κ.Στασ.: Το σχήμα θα είναι όπως παίζαμε το Greekadelia, αλλά έχουν προστεθεί ο Ντίνος Ζούμπερης (μπάσο) και ο Σόλης Μπαρκή (κρουστά), ενώ μπήκαν και μικρές μουσικές “πινελιές” από σολιστικά παραδοσιακά όργανα.

Στ.Καλ.: Δουλέψαμε επίσης αρκετά τον ήχο του λαούτου με ενισχυτή.

Κ.Στασ.: Μας συνέβη ό,τι και στο “Ταξιδοσκόπιο”. Γράφουμε συνέχεια τραγούδια, αλλά κάναμε και πάλι αρκετό καιρό για να βγάλουμε δίσκο. Για αρκετό καιρό δεν μας άρεσε κάτι ιδιαίτερα, είχαμε επηρεαστεί από το “γκρίζο” της όλης κατάστασης και περνούσαν οι μήνες, παρότι είχαμε προτάσεις από εταιρείες για να κυκλοφορήσουμε νέο υλικό. Όλα, λοιπόν, τα τραγούδια από το νέο δίσκο είναι γραμμένα από τον Μάιο του ’15 κι έπειτα. Πήραμε μία ανάσα στην Ανάφη, καθάρισε το μυαλό μας και επιστρέφοντας τα γράψαμε όλα.