Ήταν καιρός… Οι «Βοριάδες» επιστρέφουν ως «Μπάλλος» και πιάνουν ως σημείο (επαν)εκκίνησης, την άκρη του μουσικού «νήματος», έτσι όπως το έχουν ήδη ξετυλίξει τα προηγούμενα χρόνια, οι ίδιοι… Το εξαιρετικό σχήμα των Γιάννη Ζευγόλη (βιολί), Ουρανίας Λαμπροπούλου (σαντούρι), Κώστα Σιδέρη (λαούτο) ξεκινούν και πάλι εμφανίσεις, ενώ ετοιμάζονται να παρουσιάσουν τη δουλειά τους και στο εξωτερικό. Με αφορμή την «επιστροφή» τους, εμπιστεύονται στο Μusicpaper μία ηχογράφηση («Της Τριανταφυλλιάς» - «Μπάλλος μανές») σε μορφή βίντεο…

 

 

Το σχήμα επανακάμπτει. Πώς ξεκίνησαν, όμως, οι «Βοριάδες»;

Γιάννης Ζευγόλης: «Η συμμετοχή μου σε γκρουπ ήταν για εμένα μία διαρκής ανάγκη και πάντα αφορούσε στο νησιώτικο ρεπερτόριο. Οι «Βοριάδες» που τώρα μετασχηματίζονται σε «Μπάλλος», δημιουργήθηκαν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, όταν κοινοποίησα τη σκέψη στον Κώστα Σιδερή. Ο Κώστας μου πρότεινε την Ουρανία Λαμπροπούλου και μετά από λίγο την Ασπασία Στρατηγού, για να φτιάξουμε ένα σχήμα και να παίζουμε κομμάτια κυρίως από το Αιγαίο. Όμως, το ρεπερτόριό μας δεν απαρτίζεται μονάχα από αμιγώς Αιγαιοπελαγίτικες μελωδίες και τραγούδια, αλλά «ακουμπάει» σε Μικρά Ασία ή ακόμη και στη Θράκη και τη Βουλγαρία ή την Κρήτη και την Αίγυπτο. Επίσης, δίνουμε βάση σε λεπτομέρειες όπως τα κουρδίσματα, βιολιού και λαούτου και στον τρόπο που υπήρχαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν έπαιζαν «αλά τούρκα», όπως οι μπαγλαμάδες και οι τζουράδες».

 

 

Τι έχει μείνει και το βρίσκετε τώρα που ξανασμίξατε σαν σχήμα; Ποια είναι τα πλάνα σας;

Γιάννης Ζευγόλης: «Πάντα υπάρχει η φλόγα του να παίξεις. Όταν μετά από καιρό ξαναμαζευτήκαμε, προσωπικά συγκινήθηκα γιατί άκουσα και πάλι τον ήχο μας, διότι η πρόβα δεν χάνεται. Τα χέρια θυμούνται τις κινήσεις».

Ουρανία Λαμπροπούλου: «Υπάρχει μνήμη ήχου, μνήμη χεριών, όλες οι λεπτομέρειες. Μνήμες στιγμών που έχουμε ζήσει όλοι μαζί στις πρόβες στο σπίτι του Γιάννη, στα παιξίματα...

Γιάννης Ζευγόλης: «Η σκέψη είναι να φύγουμε από εδώ. Διότι η ελληνική μουσική σκηνή δεν μπορεί εύκολα να φιλοξενήσει ακουστικά σχήματα. Είναι δύσκολο εγχείρημα και οικονομικά δεν βγαίνει. Άρα, πάμε να προτείνουμε κάτι σε ένα κοινό που έχει αυτή την κουλτούρα, χωρίς βέβαια να αποκλείουμε την Ελλάδα. Θέλουμε να παίξουμε για ένα κοινό με θεατρική αντιμετώπιση, που έρχεται για να ακούσει μουσική και όχι κάποια γνωστή τραγουδίστρια, γιατί έχει σημασία αυτό».

Ουρανία Λαμπροπούλου: «Θα προτείνουμε μουσικές του Αιγαίου, δίνοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο παίζονται αυτά τα κομμάτια στο χώρο του Αιγαίου».

 

 

Γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία ο μουσικός «τρόπος»;

Γιάννης Ζευγόλης: «Στεκόμαστε στον τρόπο που παίζουμε τα κομμάτια, γιατί ο ήχος που βγαίνει είναι «τρόπος». Ο καθένας μας έχει κάνει τις δικές του σπουδές. Προσωπικά, έχω πάρει Δίπλωμα κλασικού βιολιού. Ερχόντουσαν φίλοι μου και με άκουγαν έξω από το χώρο που έπαιζα με την ορχήστρα και όταν τους ρωτούσα για το πώς καταλάβαιναν ότι ήμουν μέσα, μου εξηγούσαν ότι άκουγαν τον ήχο μου. Αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί δεν υπάρχει μία απλή «αναπαραγωγή»…»

Κώστας Σιδερής: «Όλα αυτά είναι και για εμένα προσωπικά ακούσματα. Ο πατέρας μου ήταν από τη Νάξο και η μητέρα μου από την Αρκαδία.

Το ιδιαίτερο σε αυτό που κάνουμε είναι η προσέγγιση του μουσικού χρώματος. Το να «μυρίσει» Κυκλάδες και Αιγαίο, το όποιο ως άκουσμα τείνει να χαθεί».

 

Γιάννης Ζευγόλης: «Το έχουν κάνει εμπόριο και οι εταιρείες. Στο σπίτι μου παλιότερα όταν ήμουν παιδί, επί χρόνια, κάθε μέρα, περνούσε και από μία παρέα. Για φαγητό και πιοτί, ενώ είχαμε και ένα πικ – απ, στο οποίο εγώ άλλαζα τους δίσκους και χορεύαμε μέχρι το πρωί. Η πόρτα μας δεν έκλεινε ποτέ. Αυτό σαν εμπειρία, από μόνο του, σε βάζει σε ένα λούκι. Ε, δεν γινόταν να πιάσω ηλεκτρική κιθάρα. Τα ακούσματά μου ήταν το βιολί, το λαούτο και το σαντούρι. Μεγάλωσα μέσα στο άκουσμα αυτό».

 

Ουρανία Λαμπροπούλου: «Από τη δική μου μεριά, προσέγγισα τις μουσικές του Αιγαίου μέσω του οργάνου (σ.σ. σαντούρι), διότι μεγάλο μέρος του ρεπερτόριου του προέρχεται από τον ευρύτερο αιγιακό χώρο. Μέσω των παλιών ηχογραφήσεων και της έρευνας για τους «παλιούς» τρόπους παιξίματος. Δάσκαλός μου ήταν ο Τάσος Δακογιώργης, από τη Ρόδο, ο οποίος παλαιότερα έπαιζε και με το Γιάννη Ζευγόλη. Ειδικότερα στο σαντούρι, έκανα έρευνα πάνω στους τρόπους παιξίματος, είτε σολιστικά, είτε συνοδευτικά, είτε και τον συνδυασμό των δύο. Το συγκεκριμένο όργανο συναντάται στη μουσική των νησιών, της Μικράς Ασίας, τα ρεμπέτικα, αλλά και στη μουσική της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου βέβαια ο ρόλος του διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό».

 

 

Γιάννης Ζευγόλης: «Εγώ έμαθα βιολί από τον πατέρα μου. Στα 12 μου χρόνια. Οι παππούδες μου έπαιζαν τσαμπούνες και λαούτο. Ο πατέρας μου στα 8 του χρόνια χόρευε δίπλα στους θρύλους της Νάξου. Όταν ξεκίνησα δεν είχα συναίσθηση των δυσκολιών που είχε αυτό το εγχείρημα. Είχα όμως στο αυτί μου το τραγούδισμα του πατέρα μου και έτσι όταν πρωτόπιασα το βιολί, έβγαλα σε τρεις μέρες το πρώτο τραγούδι. Κάθε βράδυ, ερχόταν η παρέα για μεζέ και εγώ ξενύχταγα στα γλέντια μας. Άκουγα τις λεπτομέρειες και μου τις τραγούδαγε ο πατέρας μου. Έτσι, στα 17 μου όταν πήγα στο Ωδείο ήμουν έτοιμος».

 

 

 

Η δημοτική μουσική παραμένει «δημοτική» ή στο αστικό πλαίσιο τρέπεται σε παραδοσιακό ιδίωμα;

Κώστας Σιδερής: «Να ξεχωρίσουμε κάτι. Για μία μερίδα κόσμου, «δημοτικοί» θεωρούνται οι μουσικοί του καφενείου, ενώ εμάς μας λένε «παραδοσιακούς». Όμως, εμείς είμαστε δημοτικοί, διότι αυτό που κάνουμε έχει μια αλήθεια, που βγαίνει πρώτα σε εμάς και έπειτα στους άλλους. Υπάρχει διαφορά, σε σχέση με παλιότερα, ναι. Ειδικά οι νέοι σήμερα, παίζουν διεκπεραιωτικά, χρωματίζοντας λιγάκι το παίξιμό τους. Νότες χωρίς συναίσθημα ή αν υπάρχει, είναι μικρό, λίγο…»

 

Ουρανία Λαμπροπούλου: «Υπάρχουν και διάφορες «μόδες» που αναδύονται κατά καιρούς...»

Γιάννης Ζευγόλης: «…και υπάρχει και η μόδα «ρεμπέτικο». Την έφερε στα φόρα ο Νταλάρας και αρχίσανε και γινόντουσαν και πάλι κομπανίες. Μέχρι και σήμερα, όπου ένα σχήμα ονομάζεται «ρεμπέτικη» κομπανία και πας και τελικά ακούς λαϊκά. Από εκεί χάλασε και η πιάτσα των καλών μουσικών. Τα κάθε παιδάκι έπιανε ένα μπαγλαμά, έλεγε και δυο τραγούδια και νόμιζε πως παίζει ρεμπέτικο. Την ίδια ώρα όμως έβγαζε μεροκάματα σε μαγαζιά. Εγώ πρόλαβα τους ηλικιωμένους παίκτες, παράλληλα με τα Ωδεία, τα οποία ποτέ δεν απέρριψα γιατί σου δίνουν την άλλη γνώση. Εμείς, τον τρόπο με τον οποίο προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το παίξιμό μας, τον αντιμετωπίζουμε σαν μικροχειρουργική».

 

 

Υπάρχει, διαχωρισμός μεταξύ «δημοτικής» και «παραδοσιακής» μουσικής;

Γιάννης Ζευγόλης: «Εγώ δέχομαι ότι υπάρχει μία μουσική, δεν δέχομαι ότι υπάρχει παραδοσιακή.  Παραδίδω αυτό που έχω, ένα ταλέντο ή έναν ήχο, αλλά δεν είναι κάτι δικό μου. Έχει έρθει από πίσω, είναι μέρος μίας αλυσίδας και εγώ ένας μικρός κρίκος».

Η νεότερη γενιά μουσικών μπορεί να φέρει μία νέα αφήγηση στη δημοτική μουσική;

Ουρανία Λαμπροπούλου: «Κάθε γενιά ερμηνεύει με το δικό της τρόπο την παράδοση, δίνοντας τη δική της εκδοχή που είναι εμπλουτισμένη με τα δικά της ακούσματα που δεν προέρχονται αναγκαστικά αποκλειστικά από την ελληνική μουσική παράδοση».

Κώστας Σιδερής: «Νομίζω πως είναι και βιωματικό. Ένας νέος που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον με βιώματα, θα πάρει πράγματα».

 

 

Ποια η σημασία και η επικαιρότητα του παιξίματος των παλιών, όπως του Μπαρδάνη;

Γιάννης Ζευγόλης: «Επειδή προσωπικά του κάνω κάθε μέρα… μνημόσυνο, τον διδάσκω και τον έχω ψάξει από όλες τις μεριές, παρότι δεν τον πρόλαβα, πρόκειται για έναν μουσικό με απίστευτη «παικτική» ενέργεια. Η κάθε του νότα ήταν ξεχωριστή και είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Κάτι που σημαίνει ότι αυτός ζούσε με αυτό το πράγμα. Είχε ταυτιστεί. Αν του άνοιγες το κεφάλι είχε μέσα χορδές και βιολιά. Όπως κι εμένα, δηλαδή. Αυτός μεγάλωσε στην Απείρανθο και βλέποντας χορευτές εκείνης της εποχής, ενώ τώρα δεν υπάρχουν καν πανηγύρια. Βασικά, τότε δεν μπορούσες να μην παίξεις έτσι όπως ο Μπαρδάνης, γιατί θα σε ξέρναγε το πατάρι».

 

Διατηρεί τη σημασία του αυτό το βίωμα;

Γιάννης Ζευγόλης: «Βλέπω μαθητές βολιού, που είναι «τελειωμένοι» μουσικοί με διπλώματα και που κατάγονται από την Απείρανθο. Έχουν κάποιο ταλέντο και θέλουν να μάθουν αυτά τα κομμάτια. Τους λες «αφή» και είναι σαν να τους μιλάς για… κάτι το εξωπραγματικό ή «βύθισμα στο δοξάρι» και είναι σαν να ακούνε για πρώτη φορά τη λέξη. Ο ήχος δεν βγαίνει ούτε από τα χέρια, ούτε από το δοξάρι. Ο ήχος προϋπάρχει. Απλώς τον βάζεις και τον φέρνεις μπροστά. Το δείχνεις σε κάποιο νέο παιδί και δεν μπορεί να το κάνει, διότι δεν έζησε με αυτούς τους ήχους».

 

 

Που σημαίνει ότι το άκουσμα αυτό θα εξαφανιστεί;

Ουρανία Λαμπροπούλου: «Θα διαφοροποιηθεί ίσως, για να μπορέσει να εκφράσει μια νέα εποχή. Στοιχεία του όμως πιστέυω θα συνεχίσουν να εμπεριέχονται στο νέο άκουσμα».

Γιάννης Ζευγόλης: «Θα χαθεί όλο αυτό, γιατί και στην Απείρανθο έχει πεθάνει ο Μπαρδάνης και δεν έχει βγει άλλο βιολί σαν αυτόν. Αυτό που έβγαινε από τον συγκεκριμένο ήχο είτε σε γλέντι, σε χορό και σε γάμο, ήταν ο ίδιος ο τόπος. Δεν άκουγες το βιολί, άκουγες τον ήχο μέσα σε αυτό το χώρο. Ήταν κομμάτι του χώρου. Δεν άκουγες λάθη. Πάντα πήγαινα μαζί του στους γάμους και στις πατινάδες. Όταν κουρδίζανε, πηγαίναμε στο κουρείο, όπου… δεν λειτουργούσε, αλλά είχε σύκα, καρύδια και ρακές. Κλείδωνε την πόρτα και σκεφτόταν αυτούς που θα παντρέψει, το σπίτι που θα πάει, ποια είναι τα σόγια, τους γονείς. Αναλόγως, με τα δεδομένα διάλεγε και ποιο βιολί θα πάρει. Μετά πηγαίναμε στην πατινάδα. Στη συνέχεια, από την πλατεία του χωριού μέχρι την Εκκλησία, που είναι μία απόσταση 400 μέτρων περίπου, έπαιζε το σκοπό του γάμου. Υπήρχαν, όμως τρία - τέσσερα σημεία στο δρόμο αυτό, που κάθε φορά σταματούσε. Εκεί γινόταν κάτι μαγικό. Έπιανε ταξίμια -άλλο κάθε φορά- και εκεί, σε αυτό το σημείο γινόταν περίεργος. Όλη αυτή τη μαγεία θέλω να την έχω μέσα μου και να μην έρχεται κάποιος να μου λέει «μπορώ να το εξηγήσω επιστημονικά»…

Μα, δεν θέλω να το εξηγήσω. Θέλω να ζήσω με αυτό! Το θέμα είναι να παίρνουμε αυτή τη μαγεία…»

 

Κώστας Σιδερής: «Στην Πελοπόννησο αυτό έχει χαθεί. Έχει να κάνει και με τις κοινωνικές συνθήκες, διότι μετακινήθηκε ο κόσμος μετά τον Εμφύλιο. Ό,τι έχει σχέση με παράδοση, ήταν απορριπτέο και κοιτούσαν να το ξεφορτωθούν. Θύμιζε φτώχια και δυστυχία. Το άλλο σημαντικό είναι ότι πλέον δεν είναι ίδιες οι σχέσεις των ανθρώπων. Όμως, η συγκεκριμένη μουσική έχει να κάνει με τις σχέσεις των ανθρώπων…»

 

 

Η δημοτική μουσική είναι μία εναλλακτική ανάγνωση της Ιστορίας;

Ουρανία Λαμπροπούλου: «Συμφωνώ. Παρατηρώντας, για παράδειγμα, τις μουσικές παραδόσεις της περιοχής του Αιγαίου, βλέπουμε ότι πρόκειται για μια περιοχή που αποτελεί τόπο συνάντησης και δημιουργίας πολλών και ετερόκλιτων πολιτισμικών στοιχείων που αποκαλύπτουν τα «χνάρια» όλων όσων πέρασαν από την περιοχή αυτή. Υπάρχουν επιρροές από την ευρωπαϊκή, τη Βαλκανική, την αραβική και την τούρκικη μουσική».

 

 

Γιάννης Ζευγόλης: «Το στοιχείο του ήχου είναι το κοινό στοιχείο. Αυτός ο ήχος έχει μνήμη και όποιος νιώθει, βρίσκει και τα κοινά. Παρότι δεν είμαι από Ήπειρο, όταν ακούω τον Τάσο Χαλκιά είναι σαν να βλέπω την Ακρόπολη. Από εκεί ξεκινάμε, από τον ήχο. Αυτό που παίχτηκε, έφυγε από εκεί. Ειδικά, στα κλαρίνα υπήρχε και η «βουλγάρικη» σχολή, όπου οι μουσικοί έπαιζαν χιλιάδες νότες, αλλά ο Χαλκιάς μόνο με μία νότα καταφέρνει και σε συγκινεί…»

 

 


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Οι «Μπάλλος» θα εμφανιστούν την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου στο ΚΕΤ (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη, Αθήνα, Τ : 213 00 40 496, K : 69 45 34 84 45) και την Τετάρτη, 4 Μαρτίου στο «Πέραν» (Λ. Δεκελείας 20, Ν. Χαλκηδόνα, Τ: 210 2533 896).