Τι χρειάζεται κανείς για ένα γύρο στα Βαλκάνια; Ένα καλό σαζμάν ή απλώς τους… Sazman! Το δυναμικό, μουσικά «πολύχρωμο» σχήμα με έδρα την Πάτρα αντλεί το υλικό του από τις μουσικές παραδόσεις των Βαλκανίων, αλλά και από σύγχρονες επώνυμες δημιουργίες, επεξεργασμένες μέσα από ετερόκλητα φίλτρα. Για όλα αυτά, καθώς και για τις επιρροές τους, μίλησαν στο Μusicpaper.gr, εκ μέρους του σχήματος, ο Χρήστος Παπαναγιώτου (κρουστά) και η Χριστίνα Κουκή (σαντούρι). Παράλληλα, οι Sazman εμπιστεύονται στο «Παραδούναι και Λαβείν» μια ακυκλοφόρητη διασκευή τους πάνω στο παραδοσιακό τραγούδι της Βουλγαρίας, Magdaleno Muri Malkamome, που μπορείτε να ακούσετε στο τέλος της δημοσίευσης.

Πως σχηματίστηκαν οι Sazman;

Χρηστός Παπαναγιώτου: «Όλοι μας σπουδάσαμε στην Πάτρα. Αυτή είναι η έδρα μας ακόμη και σήμερα. Κάποιοι γνώριζαν κάποιους άλλους μέσα από την παρέα και σε όλους ταυτόχρονα άρεσε η λαϊκή μουσική των Βαλκανίων. Το σχήμα ξεκίνησε πριν από 8 χρόνια με διαφορετική κατεύθυνση, αφού στην αρχή υπήρχε περισσότερη «πνοή» τούρκικης μουσικής, με κυρίαρχο τον ήχο από το σάζι. Αυτό ήταν το πρώτο ερέθισμα για το όνομα «Sazman».

Παράλληλα, η πρώτη μας εμφάνιση ήταν σε ένα φεστιβάλ ποδηλατών, οπότε ήρθε και κόλλησε και το σαζμάν του ποδηλάτου ως έννοια… Αργότερα, μάθαμε ότι το Sazmanστα αφγανικά σημαίνει «ομάδα ανθρώπων». Οι αλλαγές στον ήχο μας έγιναν σταδιακά, παράλληλα με τις αλλαγές των μελών. Τα τελευταία τρία χρόνια όμως είμαστε με την παρούσα σύνθεση, στην οποία και καταλήξαμε…»

 

Χριστίνα Κουκή:  «Αυτή η σύνθεση έχει ως βάση την κοινή μας αγάπη για τη Βαλκανική μουσική και ερχόμενος ο καθένας μας στο σχήμα, έφερνε και τα κομμάτια που θα ήθελε να παιχτούν. Έτσι χτίστηκε και το ρεπερτόριό μας»

 

Χρ.Π.: «Μερικές φορές, η μουσική, η ίδια, είναι που σε καλεί να παίξεις ένα συγκεκριμένο είδος. Όλοι λίγο - πολύ έχουμε ταξιδέψει στην Τουρκία ή ως ακροατές και ως μουσικοί έχουμε πάει σε πανηγύρια της Μακεδονίας, της Θράκης, στη Φλώρινα και την Καστοριά».

 

Ακούγοντας υλικό σας από το youtube, κατάλαβα πως πιθανόν να σας αρέσει ο GoranBregovic…

Χρ.Π.: «Όχι, διότι κυρίως παίζουμε παραδοσιακά κομμάτια, ενώ και το μεγαλύτερο μέρος στη δισκογραφία του Bregovicαποτελείται από παραδοσιακές μελωδίες που ανέπτυξε και στη συνέχεια τις έκανε γνωστές σε πολύ κόσμο. Άλλωστε, θεωρούμε ότι υπάρχουν πιο καλές μπάντες, όπως είναι οι Tarafde Haidouks ή στην Ουγγαρία ο Kalman Balogh»

 

Τι ορίζουμε ως βαλκανική μουσική;

Χρ.Π.: «Είναι ίσως ένα ευρύτερο πνεύμα, μία αίσθηση. Μουσικολογικά, η βαλκανική μουσική στέκεται σημαντικά στην τροπικότητα, όπως και η ανατολίτικη μουσική. Είναι χαρακτηριστικά τα διαστήματα της, καθώς και στοιχεία όπως η ταχύτητα και γενικά οι γρήγοροι ρυθμοί. Γεωγραφικά, αυτά τα στοιχεία, τα βρίσκεις στα Βαλκάνια, από τη Ρουμανία μέχρι την Κρήτη».

 

Όλη αυτή η μουσική ορίζει και τις επιρροές σας;

Χρ. Κ.: «Αρχικά, αυτές που προσωπικά γνώριζα ήταν η ελληνική παραδοσιακή και η τούρκικη μουσική. Κάποια στιγμή μέσω της Ουρανίας Λαμπροπούλου, που είναι η δασκάλα και βασική μου επιρροή στο σαντούρι, έφτασε στα χέρια μου ένας δίσκος του Kalman Balogh και της Victoria Herencsar. Εκεί, μόλις άκουσα το cimbalom, τρελάθηκα. Επίσης, λόγω της Ουρανίας άκουσα και τους Tarafde Haidouks… Θέλοντας να παίξω αυτή τη μουσική, θεώρησα ιδανική ευκαιρία να αρχίσω να ψάχνω τη μουσική της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και να παίξω με τους Sazman».

 

Το σαντούρι πόσο κοντά είναι στο cimbalom;

Χρ. Κ.: «Υπάρχει μικρότερη έκταση του οργάνου και με περισσότερο απόηχο. Όμως, μπορείς να το φέρεις να ακούγεται περίπου το ίδιο, δίνοντας αυτή τη γρήγορη, ρυθμική αίσθηση με τα δέκατα έκτα, με πολλή ατάκα και μπουκωμένο το όργανο. Παράλληλα, υπάρχουν και μέρη που μπορείς να το «ανοίξεις», ώστε να ακουστεί σαν το cimbalom, που εν προκειμένω στα μελωδικά μέρη, τα σόλα, είναι σαν το σαντούρι, αλλά εκεί χρησιμοποιούν δρόμους, όπως το χιτζάζ, το νικρίζ και μετά μινόρε – ματζόρε, με πιο δυτικά στοιχεία. Εδώ στην ηπειρωτική Ελλάδα, το σαντούρι συνήθιζε να συνοδεύει με τον τρόπο του αρπέζ που είναι συγγενικός με το cimbalom. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις όπως στη Μυτιλήνη, που το σαντούρι πάντα παίζει μελωδία. Άρα, εκεί είναι σόλο όργανο. Ο τρόπος που «γεμίζει» ρυθμικά μοιάζει με ένα cimbalom που παίζει σόλο».

 

Sazman Orkestar 01

 

Πόσο μεγάλες είναι οι συγγένειες της ελληνικής φολκ με την υπόλοιπη βαλκανική μουσική;

Χρ. Π.: «Ώρες – ώρες υπάρχουν κομμάτια που δεν χρειάζεται καν να αναρωτηθείς εάν είναι βουλγάρικα ή ελληνικά, φερ’ ειπείν. Το όριο δυσδιάκριτο. Η ραχοκοκαλιά στις μελωδίες μπορεί να είναι ολόιδια, όπως και τα γυρίσματα. Σίγουρα υπάρχουν διαφοροποιήσεις, απλώς παλιότερα αυτές ήταν στο αυτί της κοινότητας, όχι στου μουσικού που θα ακούσει τις εκτελέσεις. Υπάρχουν διπλανά χωριά, όπου μεταξύ τους υπάρχει πραγματική διαφορά στο πώς παίζουν τα κλαρίνα –για παράδειγμα- οι ντόπιοι οργανοπαίχτες. Αυτό παλιότερα το όριζαν οι κοινότητες, που δεν είχαν το εύρος των ακουσμάτων που έχουμε σήμερα, ήταν πιο κλειστές και γεωγραφικά απομονωμένες. Πλέον, οι μουσικές επιρροές κυμαίνονται σε παγκόσμιο επίπεδο».

 

Φαίνεται, πως ως σχήμα έχετε επηρεαστεί και από τις ερμηνείες των τσιγγάνων…

Χρ. Π.: «Ναι, με αυτή τη σύνθεση οι Sazman ακούμε πολύ τη βαλκανική μουσική όπως την παίζουν οι τσιγγάνοι. Μας αρέσει αυτή η διαφορετικότητα του τρόπου. Το aggressiveκαι το γρήγορο αυτού του τρόπου. Βρήκαμε και υλικό με strings μπάντες, όπως παίχτηκαν από τσιγγάνους. Μας συγκινεί η νοοτροπία, του να παίρνουν διάφορα στοιχεία χωρίς να μελετάνε επισταμένα εάν αυτή είναι ξένη μουσική ή δική τους. Εάν κάτι είναι ωραίο, τέλος».

 

Χρ. Κ.: «Αυτό το πάθος της τσιγγάνικης μουσικής, όπου ο άλλος δεν ντρέπεται να το κρύψει, εάν νιώθει κάτι, είναι απαράμιλλο. Η λογική του «μας άρεσε, το παίξαμε και τέλος». Δεν ντρέπονται να φανερώσουν τα συναισθήματά τους. Ξεχειλίζει αυτό στους τσιγγάνους, δεν μπορεί να μη σε συγκινήσει».

 

Η πληροφορία έχει γίνει πιο εύκολη. Αυτό αποτελεί ευκολία ή παγίδα;

Χρ. Κ.: «Προσωπικά με διευκολύνει το ότι μπορώ να «κατεβάσω» ή να ακούσω πράγματα που δεν θα έβρισκα ποτέ στο δισκοπωλείο της γειτονιάς ούτε θα τα έβλεπα στην τηλεόραση. Από εκεί και πέρα όμως, σαν μουσικός εάν θέλεις να ακούσεις, να φιλτράρεις και να χρησιμοποιήσεις μία μελωδία, πρέπει να αποκτήσεις προσωπική επαφή και με μουσικούς που παίζουν τις συγκεκριμένες μουσικές. Όχι απλώς έναν καλό εκτελεστή, αλλά κάποιον που να έχει κατανοήσει την ουσία της μουσικής».

 

Χρ. Π.: «Το περασμένο καλοκαίρι είχαμε πάει στην Ικαρία και στα πανηγύρια της για να δούμε ντόπιους βιολάτορες, καθώς και ντόπιους χορευτές. Όμως, πλέον, σε ένα ικαριώτικο πανηγύρι, το 70% του κόσμου είναι από άλλες περιοχές. Ακόμη και αν οι βιολιάτορες είναι Ικαριώτες, το χειμώνα μένουν στην Αθήνα. Όλη αυτή η κατάσταση μεγαλώνει την απόσταση του να πεις ότι κάτι είναι αυθεντικό, αλλά δεν ξέρω εάν έχει ουσία να μπούμε σε κουβέντα για το τι είναι αυθεντικό. Δεν θα παίξεις ποτέ ένα βαλκανικό κομμάτι όπως το παίζει ένας Βούλγαρος ή Ρουμάνος. Όλοι όμως βάζουν το πολιτισμικό βίωμα που έχουν. Όλοι καταθέτουν ό,τι έχουν προσλάβει με τα φίλτρα τους, πολιτισμικά και μουσικά. Αυτό παίζουν και οι Sazman. Μας αρέσει να ψάχνουμε, επίσης, και το τι είναι αυτό που διαφοροποιεί κάθε μουσικό παράδειγμα».

 

Sazman Orkestar 02

 

Για μία διαφορετική αφήγηση της ίδιας ιστορίας…

Χρ. Π.: «Συμφωνώ. Ειδικά, εάν πιάσουμε το χώρο που ονομάζουμε «Βαλκάνια». Υπάρχουν πέντε βασικές αφηγήσεις και άλλες μικρότερες, που ευδιάκριτα και στιχουργικά επαναλαμβάνονται συνεχώς ως μοτίβα, με μικρές παραλλαγές. Η μουσική από μόνη της είναι μία αφήγηση και όσο πιο ωραία είναι μια αφήγηση, τόσο δεν ψάχνεις για το επιμύθιο. Το νόημα ίσως να είναι μόνο η ωραία αφήγηση. Δεν στοχεύουμε πάντα στο να αφήσουμε ένα επιμύθιο».

 

Σε ένα πανηγύρι η αφήγηση ως επικοινωνία χάνεται;

Χρ. Π.: «Το πανηγύρι και η συναυλία είναι μακρινοί απόγονοι δύο αρχετυπικών μοτίβων, του διονυσιασμού και του Αρχαίου Θεάτρου. Το ένα είχε την αγριάδα, την ατομικότητα, την προσπάθεια να ρίξεις την ατομικότητα και να πιαστείς με τον διπλανό σου. Με το πέρασμα του χρόνου, περάσαμε στο απολλώνιας ομορφιάς Θέατρο, όπου ο χορός έχει ηρεμήσει… Έτσι, το πανηγύρι έχει να κάνει με το πρώτο. «Παν» και «όλοι μαζί γύρω – γύρω», για να φτάσουμε στην ολότητα».

 

Ποια ή έννοια της Δημοτικής ή Παραδοσιακής μουσικής σήμερα;

Χρ. Κ.: «Πιστεύω, ότι ως μουσικοί πρέπει να ξεκινήσουμε από το να μάθουμε καλά το παραδοσιακά όργανα. Βέβαια, το «ωραία και σωστά» μπορεί να έχει βάση για έναν μουσικό που ακούει και ευχαριστιέται. Για έναν άνθρωπο σε ένα νησί του Αιγαίου δεν ξέρω εάν ισχύει. Το τι ζητάει αυτός πρέπει να πας εκεί για να το ζήσεις. Αυτό είναι το βίωμα και όχι απλώς ένας μουσικός σκοπός. Στις μέρες μας, ναι, υπάρχει μια γενιά καταρτισμένων μουσικών. Εάν ταυτόχρονα, ένας μουσικός έχει και το βίωμα, τότε φέρει την ευθύνη να δώσει την ευκαιρία σε άλλα παιδιά νεότερα -που δεν έχουν δυνατότητα να φύγουν από τον τόπο τους- να γνωρίσουν καλά τα μουσικά όργανα. Ο καθένας όμως έχει το δικαίωμα να το κάνει και εντελώς μόνος του».

 

Υφίσταται και ζήτημα αισθητικής;

Χρ. Π.: «Υπάρχει θέμα αισθητικής και σε ό,τι με αφορά, είμαι επιφυλακτικός ακόμη και με την έννοια του Ωδείου. Δεν έκανα κλασικές σπουδές, διότι μου άρεσε να είμαι «συμμαθητής». Να πάρω από το διπλανό μου και να διατηρείται η συμμαθητεία. Με τους Sazmanαυτό συμβαίνει. Έχουμε να μάθουμε όλοι από όλους. Η τεχνική όμως είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο στην έκφραση. Άμα δεν πάνε τα χέρια, δεν θα παίξεις και ποτέ. Παράλληλα, όμως ωραιοποιήσαμε και κάποιες καταστάσεις. Για παράδειγμα, τραγουδούσε μια γιαγιά στο χωριό, ίσως φάλτσα ή άρρυθμα και δεχτήκαμε ότι αυτό είναι αυθεντικό. Εκείνη τη στιγμή αυτή η κυρία μπορεί να κάνει μία κατάθεση ψυχής, με βίωμα, αλλά μουσικά δεν νομίζω ότι μπορούμε να το αντικαταστήσουμε. Εκεί συνέβη ένα μπέρδεμα, διότι αυτό είναι μία «φωτογραφία», τρόπο τινά».

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

5/2/15 οι Sazman παίζουν στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο» - Σκηνή UpStage (Λεωφόρος Συγγρού 143, Νέα Σμύρνη, τηλ. 210 9315600, Είσοδος: 8€ με μπύρα/κρασί, Ώρα προσέλευσης: 21:30, Ώρα έναρξης: 22:00).

 

Οι Sazman είναι οι: Νίνα Καραμολέγκου (φωνή), Κώστας Τσαρούχης (φωνή, κοντραμπάσο), Δημήτρης Αναστασίου (βιολί), Χριστίνα Κουκή (σαντούρι), Κώστας Νικολόπουλος (ακκορντεόν), Σωτήρης Τσακανίκας (κιθάρες, φωνητικά), Γιάννης Τσεντούρος (κρουστά), Χρήστος Παπαναγιώτου (κρουστά) και Τάκης Χρονόπουλος (Μηχ. Ήχου).