Ο Αλέκος Κιτσάκης, ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές της ηπειρώτικης και γενικότερα της ελληνικής δημοτικής μουσικής, δεν είναι πλέον ανάμεσά μας, για να μας μεταδίδει με πάθος όλα όσα αντιπροσωπεύει ο λαϊκός λόγος των προγόνων μας, για να μας διασκεδάζει με την πληθωρική, γεμάτη χαρά και ενέργεια προσωπικότητά του, μα πάνω από όλα για να μας τραγουδάει, όπως μόνο ο ίδιος μπορούσε…


Ο Αλέκος Κιτσάκης «έφυγε» από τη ζωή, σε ηλικία 80 ετών, καίτοι υπήρξε ένας αιώνιος έφηβος και μέλος της «Αγίας Τετράδας» του ηπειρώτικου τραγουδιού (Κιτσάκης, Βάγιας, Μπέλλος, Σιάτρας)…

 


Πρόκειται για μια μεγάλη προσωπικότητα –επιπροσθέτως- της ελληνικής δισκογραφίας, με 50 και πλέον χρόνια προσφοράς, καταγραφής και μετάδοσης της δημοτικής μας μουσικής στις νεότερες γενιές, αλλά και ανά τον κόσμο, όπου υπάρχουν συμπατριώτες μας στην ξενιτιά.


Ο Αλέκος Κιτσάκης υπήρξε ένας μύθος, γιατί μόνο αυτή η λέξη μπορεί να περιγράψει τα κατορθώματά του ως ανθρώπου και ως μουσικού, που μέσα από τις πιο μεγάλες δυσκολίες, κατάφερε να δικαιώσει τις πιο μεγάλες προσδοκίες.

 


Οι εντυπωσιακές ερμηνευτικές του δυνατότητες –έχει τραγουδήσει περί τα 2.500 τραγούδια!- και η εκρηκτική του προσωπικότητα τον έκαναν αγαπητό σε γενιές και γενιές Ελλήνων σε όλο τον κόσμο, αφού έχουν αφήσει εποχή οι αμέτρητες συναυλίες που έχει δώσει στο εξωτερικό, παντού όπου αντάμωνε τους ξενιτεμένους μας. Ακόμα και σήμερα αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και θαυμασμού η εμφάνισή του το 1983 στη Μελβούρνη, όπου τραγούδησε τα ηπειρώτικα τραγούδια μπροστά σε 120.000 κόσμο!

 


Αντί επιλόγου, αξίζει να θυμηθούμε τα λόγια του ίδιου σχετικά με τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, από συνέντευξη που μας είχε παραχωρήσει για το περιοδικό «Όασις» το 2009…


«Γεννήθηκα το 1934, στο Ριζοβούνι Πρεβέζης, τη μικρή Λάκκα Σουλίου, όπως την αποκαλούμε στην περιοχή. Ήμουν – δεν ήμουν οκτώ μηνών όταν έμεινα ορφανός από μητέρα και δεν πέρασε ούτε χρόνος, όταν έχασα και τον πατέρα μου. Η ορφάνια με σημάδεψε στη ζωή μου. Ο Θεός μου πήρε τους γονείς μου, μου χάρισε όμως ένα μεγάλο ταλέντο, μια φωνή που με βοήθησε όχι μόνο να σταθώ στη ζωή μου, αλλά και να μεγαλουργήσω. Έτσι, γίνεται. Κάτι σου παίρνει, αλλά και κάτι σου δίνει ο Μεγαλοδύναμος… Όταν ζούσε η μάνα μου ακόμα, με είχε μαζί της μια μέρα στο χωράφι με τη σαρμανίτσα. Με είχε πιάσει το κλάμα. Δεν σταματούσα με τίποτα. Η μάνα μου είχε τη δουλειά της, είχε κι εμένα. Εκνευρίστηκε. Περνάει ένας συγχωριανός μου, εκείνη τη στιγμή και της λέει: «Άστο το παιδί, μην το μαλώνεις. Να ξέρεις ότι κάνει έτσι γιατί θα γίνει μεγάλος τραγουδιστής»!», είναι η εξιστόρηση του Αλέκου Κιτσάκη, ο οποίος με δυσκολία καταφέρνει να συγκρατήσει τα δάκρυά του, την ώρα της αφήγησης και καθώς οι εικόνες από τα πολύ δύσκολα παιδικά του χρόνια, περνάνε σαν φιλμ από την ψυχή και το μυαλό του…

 

Main Menu

 

«Μετά το χαμό των γονιών μου με μεγάλωσε ένας θείος μου στο χωριό, ο Γιώργος Γιαννάκης. Κουβαλούσα την ορφάνια μέσα μου. Δύσκολα χρόνια. Λίγο το φαγητό, λιγότερο από όλα τα παιδιά, ρούχα δεν είχαμε να φορέσουμε και παπούτσια δεν ήξερα! Μέσα στα κρύα φύλαγα τα ζώα του θείου μου, μέσα στα κηπάρια, με ολόγυμνα πόδια. Πέθαινα από το κρύο. Φόρεσα το πρώτο μου ζευγάρι 6 χρονών. Να δεις χαρά που έκαμα. Πήγα στην πλατεία στο χωριό και έπαιζα. Έκανα τούμπες από τη χαρά μου. Όλη μου η ζωή τότε ήταν κοντά στα πρόβατα, με στέλνανε να τα φυλάξω. Κι εγώ τραγούδαγα συνέχεια, αυτά που άκουγα από τους συγχωριανούς μου. Μια φορά πιάνω ένα τραγούδι και με άκουσαν σε ένα γάμο που γινόταν εκεί κοντά. Σταμάτησαν όλοι και έκατσαν να ακούσουν. Αναρωτήθηκαν όλοι από πού έρχεται αυτή η φωνή, που έμοιαζε με αηδόνι. «Ο Αλέξης, ο Αλέξης», φώναξαν. Από εκείνο τον καιρό όλοι στο χωριό με έβαζαν να τραγουδάω. Πότε για ένα λουκούμι στο καφενείο, πότε για ένα πορτοκάλι. Κι εγώ τι να έκανα. Ψωμί δεν είχα για να φάω και τραγουδούσα…».