Η «Διαδρομή» είναι το πρώτο προσωπικό μου cd με δικές μου συνθέσεις. Ο τίτλος του ανταποκρίνεται πλήρως σε όσα έχω βιώσει στις μακρόχρονες καλλιτεχνικές μου συναντήσεις. Από τα παιδικά μου χρόνια, που ξεκίνησα να εμφανίζομαι σε κέντρα παίζοντας μπαγλαμά, είχα την τύχη να συνυπάρξω στη σκηνή και στη ζωή με μεγάλους δασκάλους, και πρώτον από όλους με τον πατέρα μου, Γιάννη Τατασόπουλο

 

 

Οι 15 συνθέσεις που αποτελούν το σιντί είναι το αποτέλεσμα της προσωπικής μου συνομιλίας με το μπουζούκι ως μέσο πολλαπλών μουσικών εκφράσεων. Πιστεύω ότι η προσπάθεια αυτή δεν δηλώνει μία και μοναδική μουσική ταυτότητα, δηλαδή δεν ανήκει σε ένα μουσικό είδος, παρότι θα μπορούσε κανείς να διακρίνει κάποιες επιρροές.

 

Με εξαίρεση το «Χορό των Πνευμάτων», που είναι και το τελευταίο κομμάτι του cd, τα υπόλοιπα γράφτηκαν σε περίοδο λίγων ημερών. Ήταν μια περίοδος έμπνευσης και δημιουργίας.

Οι τίτλοι των κομματιών είναι ενδεικτικοί των εικόνων που μου ενέπνευσαν τις μελωδίες. Οι ίδιοι τίτλοι δόθηκαν σε 15 νέους ποιητές (Λένα Καλλέργη, Μαίρη Κλιγκάτση, Αχιλλέας Κατσαρός, Άννα Γρίβα, Έλενα Κοσμά, Βίκυ Κλεφτογιάννη, Νίκος Ερηνάκης, Χάρις Κοντού, Αλέξανδρος Λαβράνος, Μαρία Τσιράκου, Βάσω Χριστοδούλου, Εσμεράλδα Γκέκα, Ειρήνη Καραγιαννίδου, Παναγιώτης Αρβανίτης, Αγγελική Κορρέ), που ο καθένας τους τους απέδωσε μέσω της ποιητικής του τέχνης και έμπνευσης. Πιστεύω ότι είναι αρκετά ενδιαφέρον το γεγονός ότι συνυπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις μέσα από διαφορετικές τέχνες.

 

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφέρω τη μεγάλη τιμή που μου έκαναν γράφοντας κείμενα για το cd οι σπουδαίοι Γιώργος Μπλάνας και Γιώργος Κοντογιάννης.

 

Σ’ αυτή τη δουλειά είχα την τύχη να συνεργαστώ με καταξιωμένους συναδέλφους, οι οποίοι με το μεράκι τους έδωσαν ένα ξεχωριστό άκουσμα στις συνθέσεις. Μιλώ για τον Βασίλη Μασσαλά (κιθάρα), τον Νώε Ζαφειρίδη (κιθάρα), την Αθηνά Λαμπίρη (κιθάρα), τον Δημήτρη Μηταράκη (κιθάρα), τον Νίκο Γύρα (μπάσο), τον Θοδωρή Κουέλη (μπάσο) και τον Ανδρέα Παππά (κρουστά). Και βέβαια μιλώ για τον Παναγιώτη Στεργίου ως γκεστ σολίστ στο «Μερακλίδικο». Τους ευχαριστώ όλους και από τη θέση αυτή.

 

Ήταν προσωπική μου επιλογή από νεαρή ηλικία να αφοσιωθώ στη μουσική και ειδικά στο μπουζούκι, ενώ είχα ασχοληθεί κατά καιρούς και με άλλα όργανα, όπως η κιθάρα και το πιάνο. Η αφοσίωσή μου όμως στο μπουζούκι δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης μουσικής κατεύθυνσης, αλλά μιας πρόκλησης να ανακαλύψω τις δυνατότητες του οργάνου, κυρίως του εξάχορδου (τρίχορδου), με το οποίο ασχολούμαι εντατικά τα τελευταία χρόνια και με το οποίο ηχογραφήθηκε το σιντί.

 

Η πρόκληση που ανέφερα πιο πάνω δυνάμωνε από τα πολλαπλά και κάθε είδους ακούσματα που μου έφερνε σε δίσκους ο πατέρας μου, καθώς και οι συνεργασίες που είχα αργότερα επί σκηνής με διεθνείς καλλιτέχνες, οι οποίοι ήταν από διάφορα μουσικά είδη και εθνικότητες, μιας και οι χώροι όπου εμφανιζόμασταν στην Αμερική επέβαλλαν τέτοιου είδους συνεργασίες.

 

Αυτοί οι καλλιτέχνες άσκησαν μεγάλη επιρροή πάνω μου, μου άνοιξαν τους ορίζοντες, αλλά και με οδήγησαν σε ένα δύσκολο, κατ’ εμέ, τεχνικό επίπεδο, το οποίο με το χρόνο ωρίμασε και έφερε το σημερινό αποτέλεσμα.

Η ενασχόλησή μου όμως με το όργανο δεν είναι μονοδιάστατη, δηλαδή δεν αφορά μόνο το παίξιμο και την καθημερινή μελέτη. Συνήθως τον καφέ μου τον πίνω σε κάποιο οργανοποιείο, γιατί με συναρπάζει να παρακολουθώ τις διαδικασίες κατασκευής του, ασχέτως αν δεν φιλοδοξώ να γίνω κατασκευαστής ο ίδιος. Ένα εξίσου μεγάλο πάθος, σε σχέση με το όργανο, είναι η συλλογή παλιών μπουζουκιών. Αυτή η ιδιαίτερη σχέση πολλών χρόνων με έχει βοηθήσει να αποκτήσω εμπεριστατωμένη προσωπική γνώμη για το τι σημαίνει καλό ή κακό όργανο.

 

Σήμερα, ενώ δισκογραφικά έχει σχεδόν εκμηδενιστεί ο ρόλος του μπουζουκιού σε σχέση με το παρελθόν, συνεχίζει να υπάρχει και θα υπάρχει έντονη η παρουσία του στην ψυχή του κόσμου. Η έκφραση «πάμε στα μπουζούκια» δεν θα εκλείψει ποτέ.

 

Αντιθέτως με τον δισκογραφικό του ρόλο βρίσκεται σε μια ανοδική πορεία καθημερινά το ενδιαφέρον της εκμάθησής του από νέους (και όχι μόνον) ανθρώπους. Εδώ βέβαια θα ήθελα να προσθέσω ότι η τεχνολογική εξέλιξη της εποχής, με το άφθονο υλικό που παρέχει, βοηθάει σε μεγάλο βαθμό τους μελλοντικούς μουσικούς, και όχι μόνο, στο να αναπτύξουν το τεχνικό τους επίπεδο και να εμπλουτίσουν τη μουσική τους φρασεολογία. Στη δική μου γενιά, πόσο μάλλον στη γενιά των παλαιότερων, τρέχαμε να γράψουμε με αγωνία στο κασετοφωνάκι μεγάλους δεξιοτέχνες, για να μπορέσουμε να «κλέψουμε», με την καλή έννοια βέβαια, έστω και μία φράση που δεν είχαμε ποτέ σκεφτεί.

 

Η τεχνική σήμερα έχει φτάσει σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, αυτό που θεωρώ απαραίτητο, είναι να δωθεί περισσότερη έμφαση στην αναζήτηση του προσωπικού ήχου και ύφους και όχι τόσο στις δεξιοτεχνικές επιδείξεις.