Ανέκαθεν πάλευαν μέσα μου δυο αγάπες. Από τη μία, το λαϊκό τραγούδι, με τις λυγμικές του ερμηνείες, τη συνθετική του απλότητα και τη στιχουργική του ευθύτητα. Από την άλλη, το φερόμενο ως έντεχνο, με το δωρικό τραγούδισμά του, την αρμονική του πολυπλοκότητα και τον υπερρεαλιστικό του στίχο.

 

                                 

Τα δάχτυλά μου κι ο λαιμός μου, φρόντισαν να γίνει το προξενιό. Ο γάμος των δύο ειδών, έλαβε χώρα στα πρώτα μου τραγούδια και στις διασκευές μου.

 

Μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι με κλασσικό ροκ, παλιό κλασσικό λαϊκό και το έντεχνο του '90, το αποτέλεσμα μόνο κλασσικό δε θα μπορούσε να είναι. Τα «πιανιστικά», τζάζι ακόρντα του Χέντριξ, τσακώνονταν με τις τσαλκάντζες που ανέκαθεν χαρακτήριζαν το τραγούδισμά μου. Στην εφηβεία όμως, είναι πολύ κουλ να είσαι ροκ, οπότε η άλλη όψη του νομίσματος, παρέμενε κρυφή κι εν μέρει ανενεργή. Η εφηβεία ευτυχώς τελείωσε κι επιτέλους παραδέχτηκα στον εαυτό μου, ότι μ’ αρέσει να χρησιμοποιώ τα ακόρντα του Χέντριξ, για να τραγουδάω Καλδάρα.

 

Οι γνώσεις μου πάνω στο είδος ήταν ελλιπέστατες. Στα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια λοιπόν, ξεκινάει ένας αγώνας δρόμου, προκειμένου να καλύψω τα κενά που θεωρούσα πως υπήρχαν. Τη νύχτα στο πατάρι, μάθαινα υπομονετικά το ρεπερτόριο, κάτω από άθλιες συνθήκες, με συμπαίκτες από κακούς έως άριστους και την αισθητική ριγμένη στα τάρταρα. Τη μέρα, ατελείωτη μελέτη και σταδιακή δόμηση ενός ολόδικού μου σύμπαντος.

 

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Τα τελευταία δέκα χρόνια, απογυμνώνω τα αγαπημένα μου λαϊκά τραγούδια και τα αποδίδω με τον ιδιαίτερο μου τρόπο, σα να 'τανε δικά μου. Τα τραγούδια που κάποτε θεωρούσα ένοχη απόλαυση των εφηβικών μου χρόνων, ύστερα από τις απαραίτητες επεξεργασίες και τις ζυμώσεις που υπέστησαν, αποτελούν πλέον το βασικό κορμό των παραστάσεών μου.

 

Θα ήθελα να κλείσω αυτό το μονόλογο με μια ευχή, σιωπηλή υπενθύμιση της αιώνιας εξέλιξής μας: Ελπίζω κάποια μέρα, να γίνω το είδος μουσικής που θα άκουγα, αν ήδη υπήρχε.