Συμπληρώνοντας είκοσι τέσσερα χρόνια «επίσημης» διαδρομής στην μουσική (ήταν 1994 όταν παρουσιάστηκε με ένα album με τον σημαδιακό τίτλο «Αφορμές Για Ανταρσία») ο Γιώργος  Δημητριάδης μόλις κυκλοφόρησε τον δωδέκατο δίσκο του «Η σκιά που με ακολουθεί». Ο Θεσσαλονικέας που επέλεξε συνειδητά την Αθήνα είναι ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες αυθεντικούς rockers, όχι μόνο ως προς το μουσικό ύφος του αλλά και στο πνεύμα του. Συνεπής με τον εαυτό του και για αυτό ασυμβίβαστος δεν δίνει συχνά συνεντεύξεις αν και, όπως θα διαπιστώσετε, έχει να πει πολλά περισσότερα από άλλους... λαλίστατους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα και ιδιαιτέρως προσωπικά... 

Νοσταλγείς καθόλου την εποχή που ήσουν με τους Μικρούς Ήρωες; 
Νοσταλγώ μονάχα κάποιες στιγμές της παιδικής μου ηλικίας όταν σχεδόν τα πάντα έμοιαζαν μαγικά και γοητευτικά παράξενα στον λευκό χάρτη της ψυχής μου. Αντίστοιχα δεν νοσταλγώ την περίοδο με τους Μικρούς Ήρωες, αλλά έχω αναπόφευκτα κρατήσει μερικές όμορφες αναμνήσεις, ειδικά από την φάση των τριών πρώτων μου άλμπουμ. 

 

Ποιές αναμνήσεις έχεις κρατήσει από το διάστημα κατά το οποίο είχες «υποκαταστήσει» τον Παύλο Σιδηρόπουλο στους Απροσάρμοστους;

Ήταν για εμένα η «τριτοβάθμια εκπαίδευση» και το εφόδιο για την μετέπειτα πορεία μου. Αποφεύγω τη νοσταλγία, προτιμώ τις αναμνήσεις που πάντα φωτίζουν κάτι όμορφο. Σε μία εποχή που είναι πεισματικά βυθισμένη στη «Νεκρά Θάλασσα» της νοσταλγίας έχω πολύ περισσότερους λόγους να την αποφεύγω.

 

Ενώ όμως συνέβαιναν όλα αυτά παράλληλα είχες και κάποιες παράξενες συμμετοχές, εννοώ σε δίσκους που δεν είχαν καμία σχέση με το ιδίωμα και πόσο μάλλον το ύφος σου όπως το «Φύσα Το Καλάμι Σου». Αργότερα το επανέλαβες αυτό μερικές φορές όπως για παράδειγμα με την διασκευή του «Αν Θυμηθείς Το Όνειρο Μου» του Μίκη Θεοδωράκη... 
Η χρονική σειρά δεν είναι ακριβώς αυτή. Ο δίσκος που αναφέρεις κυκλοφόρησε το 1987, σε μία εποχή που έψαχνα τα μουσικά πατήματά μου στην Αθήνα και όταν μόλις είχα αρχίσει να γράφω τραγούδια. Έπρεπε να ξεκινήσω από κάπου και έκανα την καλύτερη δυνατή επιλογή συμμετέχοντας σε έναν ιδιαίτερο και εξαιρετικό για την εποχή δίσκο. Δοκίμαζα πράγματα αλλά και την φωνή μου όντας παιδί συγκροτημάτων με αγγλικό στίχο στη Θεσσαλονίκη και ενώ ήμουν ακόμα μόνον τραγουδιστής και όχι δημιουργός. Μέσα από όλα αυτά ανακάλυψα τον μουσικό εαυτό μου και για αυτό δεν τα θεωρώ «παράξενα». Η διασκευή - ή καλύτερα rock απόδοση - του τραγουδιού του Θεοδωράκη έγινε γιατί το αγαπούσα πολύ. Κατάφερα και το έκανα με μία έννοια «δικό μου», το έφερα στο ιδίωμα που αγαπώ να ακούω και να ακούγομαι.

 

Θεωρείς ότι η μέχρι τώρα διαδρομή σου είναι μια συνέχεια, από τον πρώτο δίσκο μέχρι τον δωδέκατο και πλέον πρόσφατο ή θα τοποθετούσες σε ένα σημείο μια καμπή ή αλλαγή διακρίνοντας τις περιόδους πριν και μετά από αυτήν;
Η δισκογραφία μου, μαζί με τα δύο best of και το διπλό live δέκα πέντε τίτλοι, είναι μία όχι γραμμική πορεία αναφορικά με την αποδοχή ή την επιτυχία αλλά σίγουρα από μουσικής πλευράς, ως προς την έγνοια να γίνει κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό, έξω από trends και μόδες. Προφανώς λοιπόν υπάρχουν κάποιες τομές όπως το δεύτερο album «Τεύχος Δεύτερον» και το αμέσως επόμενο, το «Σαν Να Μην Πέρασε Μια Μέρα». Με το τελευταίο νομίζω ότι ξεκίνησε η δεύτερη περίοδός μου και αντίστοιχα με το «Παράξενη Εποχή» του 2004, έναν σκληρό ακουστικά δίσκο, η τρίτη. Παράλληλα φυσικά ο τρόπος γραφής μου άλλαζε και εξελισσόταν σε αυτόν που φαίνεται στο καινούριο μου album.

 

Σου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι αν δεν έφευγες από τη Θεσσαλονίκη θα ήσουν και εσύ μαζί με τους Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά και Μωρά Στη Φωτιά από τους πρωτεργάτες της σκηνής της; Σε κάνει να μετανιώνεις για την απόφαση σου να έρθεις στην Αθήνα αυτή η σκέψη;
Την εποχή που αποχαιρέτησα την πόλη που αγαπούσα αλλά ταυτόχρονα με έπνιγε όλα για εμένα σε σχέση με αυτήν είχαν τελειώσει. Η σχέση μου με την οικογένειά μου ήταν χάλια, ήμουν εντελώς μόνος και όλα έπαιζαν στην Αθήνα με Φατμέ, Παύλο, Πουλίκα ενώ τίποτα από όσα αναφέρεις δεν συνέβαινε ακόμα εκεί οπότε δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι, απλά θεωρώ ότι η απόφαση μου να φύγω ήταν απολύτως σωστή. Τη μουσική μου προσωπικότητα την ανέπτυξα στην Αθήνα με όλα τα μουσικά εφόδια, τη συνέπεια και τη σοβαρότητα που μου έδωσε η Θεσσαλονίκη. Η ταυτότητά μου είναι αυτή της μουσικής μου και όχι της καταγωγής μου. Στην Αθήνα ήρθα χωρίς να ξέρω καν τι θα έκανα και αυτή η απόφαση μου έκανε καλό όχι μόνο σε εμένα μα και σε άλλους.

 

Νιώθεις «διχασμένος» ανάμεσα σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα ή έχεις καταλήξει ότι «ανήκεις» οριστικά στη δεύτερη;
Μάλλον ανήκω στον διχασμό μου που εν τέλει έγινε ένα από τα εφόδια τα οποία διαμόρφωσαν την προσωπικότητά μου και τον έχω αποδεχτεί. Δεν ανήκω πουθενά, ένας λόγος παραπάνω ότι το ανήκειν μου είναι ανοίκειο και αντιπαθητικό όσο και ένα... ακριβό ενοίκιο!

 

Αν υπάρχει μια «κεντρική ιδέα» στον νέο δίσκο είναι το πέρασμα του χρόνου, το πως σε αλλάζει προσωπικά και κατά προέκταση και όλους τους άλλους ή κάνω λάθος; Έχεις συμφιλιωθεί με αυτό το πέρασμα ή το αντιμετωπίζεις σαν τον μόνιμο και αδυσώπητο εχθρό σου;
Η αναγνώριση, αποδοχή, συμφιλίωση έρχεται με την πάροδο του χρόνου γιατί καθώς αυτός λιγοστεύει καταλαβαίνεις όλο και πιο γρήγορα πόσα και ποια έχουν αληθινή σημασία στη ζωή σου. Πρόκειται για έναν εσωτερικό αγώνα με πισωγυρίσματα αλλά και επιτυχίες, αν συνέβαινε το αντίθετο θα είχα αυτοκτονήσει δημιουργικά. Όλοι μας έχουμε τις ρωγμές και τις μεταμέλειές μας και όποιος δεν μετανιώνει για τίποτα είναι ψεύτης. Το να μετανιώνεις είναι η πρώτη στιγμή της αναγνώρισης, το μάθημα που πονάει και, αν έχεις το θάρρος να το αποδεχτείς, συνεχίζεις λυτρωμένος.

 

Είναι ο πιο προσωπικός δίσκος που έχεις κάνει ως τώρα;
Με την έννοια του concept, όπως την έθεσες πριν, ναι

 

Αν και ολοφάνερα έχεις συγκροτημένη άποψη για όσα συμβαίνουν γύρω μας δεν έχεις γράψει ποτέ τραγούδια με πολιτικό, ούτε καν κοινωνικό θα έλεγα περιεχόμενο. Δεν σε ενδιαφέρει να το κάνεις ή το αποφεύγεις;

Ναι, δεν με ενδιαφέρει επειδή δεν είναι στον τρόπο μου και στον ψυχισμό μου. Έχω άλλο τρόπο να γράφω και να σχολιάζω, να παρατηρώ, να αφηγούμαι, να θυμάμαι, να εξομολογούμαι, να διγούμαι ιστορίες δικές μου και πιθανόν και κάποιων συνανθρώπων μου. Αυτά που αποφεύγω είναι όσα μου έχουν υπαγορεύσει ;άλλοι εμμέσως ή και σαφώς, προτιμώ να γράφω πιο «ανθρώπινα» και προσωπικά τραγούδια και όχι πολιτικά μανιφέστα και «διαμαρτυρίες». Απευθύνομαι σε συγκεκριμένα πρόσωπα και όχι σε ομάδες. Θα πω όμως και ότι το τι είναι «πολιτικό» ή «κοινωνικό» είναι υποκειμενικό θέμα καθενός και θα συμπληρώσω ότι την αίσθησή για αυτή την τραυματική κρίση την έχω διατυπώσει σε έναν προηγούμενο δίσκο μου, το «Απ’ Το Μηδέν» αλλά και με τρία τραγούδια στον καινούριο.

 

Η κρίση που εκδηλώθηκε - γιατί ολοφάνερα προϋπήρχε - το ’10 είναι κατά τη γνώμη σου μόνον οικονομική ή πολύ γενικότερη, ίσως και συνολική;
Ηθική και ψυχοπαθολογική και χρειάζεται πολλά χρόνια ψυχοθεραπείας στον καναπέ της Ιστορίας!

 

Αν σου ζητούσα να βάλεις την δεκαετία του ’80, εκείνη του ’90 και το σήμερα σε σειρά από το χειρότερο προς το καλύτερο ως προς

α) τις συνθήκες ζωής στην Ελλάδα

β) την κατάσταση της μουσικής και

γ) τον τρόπο που κάνεις εσύ μουσική και το πως την αποδέχεται το κοινό ποια θα ήταν αυτή;
Οικονομικά ήμασταν καλύτερα τότε αλλά αντίστοιχα βλέπουμε που μας οδήγησε αυτό. Όσον αφορά στην μουσική έχουμε πια σωρεία προτάσεων, πληθώρα πληροφοριών που δεν αφομοιώνεται και ταυτόχρονα εξαιρετικές νέες μουσικές, αδύνατο λοιπόν να υπάρξει ένα κεντρικό μουσικό αφήγημα της εποχής μας. Δεν είναι τυχαία η επιστροφή του παλαιού καλού φίλου, του βινυλίου... Λειτουργώ μουσικά όπως έκανα πάντα, μία διαδικασία με τρομερά περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και το προϊόν της σχεδόν πλήρως απαξιωμένο πλέον, αισθάνομαι σαν με έχουν απολύσει από τη δουλειά μου! Η αποδοχή εκ μέρους του κοινού έχει μία βασική προϋπόθεση, την μετάδοση από το ραδιόφωνο, ήτοι την ενημέρωσή του. Και οι διαμορφωμένες βάσει ποικίλων σκοπιμοτήτων play lists δεν συντελούν βέβαια σε αυτό...

 

Υπάρχει χώρος αλλά και κοινό για το rock σήμερα, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς;
Θέλω να πιστεύω πως ναι γιατί το βλέπω όταν παίζουμε. Το κοινό του rock πια ίσως δεν είναι τόσο μαζικό όσο παλαιότερα, αυτό είναι γεγονός γιατί έχει αλλάξει πάρα πολύ ο τρόπος ζωής τα τελευταία είκοσι χρόνια. Θέλω όμως να ελπίζω και να ονειρεύομαι ότι για πολλά ακόμα χρόνια κάποια παρέα πιτσιρικάδων θα μαζεύεται για να κάνει πρόβες σε ένα πρόχειρο στούντιο. Όσο θα υπάρχουν ακόμα παρέες δηλαδή...

 

Θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου αισιόδοξο ή απαισιόδοξο;
Το ότι πιστεύω πως η ανθρωπότητα προοδεύει κάνοντας ένα τεράστιο βήμα μπροστά έχοντας πριν κάνει τρία πίσω κάνει δύσκολο το να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου το ένα ή το άλλο.

 

Ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρο σου σε σχέση με την μουσική που εύχεσαι να πραγματοποιήσεις κάποτε;
Οπως διάβασα κάπου τα όνειρα είναι ο τόπος όπου τρελαίνεσαι για να μην τρελαθείς στην πραγματικότητα αλλά η ερώτηση αφορά στα όνειρα που έχουμε όντας σε εγρήγορση και για αυτό θα πω μόνον ότι ίσως κάποια μέρα μπορέσω να δώσω μορφή, έστω ελλιπή, στο δικό μου ώστε κάποιοι να πουν «α, αυτό ονειρευόταν να κάνει»!

 

Και αντίστοιχα τα πιο άμεσα, ρεαλιστικά και πρακτικά, σχέδια σου;
Πιο ρεαλιστικά θα βρεθώ στη σκηνή του «Half Note Jazz Club» την Τετάρτη 16 Μαΐου και σε όποιες άλλες συναυλίες προκύψουν μέσα στο καλοκαίρι. Την πρώτη θα ανοίξουν οι Sidetrack, μία εξαιρετική νέα μπάντα με ελληνικό στίχο και θα έχω τη χαρά να με συντροφέψει σε μερικά τραγούδια ο Βαγγέλης Μαρκαντώνης που είναι ο παραγωγός του νέου album μου.