Μας συστήθηκε με το «Αλδεβαράν» πριν τέσσερα χρόνια, ένας από τους πιο «φρέσκους» δίσκους μελοποιημένης ποίησης των τελευταίων χρόνων.  Σήμερα επανέρχεται με μια ολοκληρωμένη εργασία σε ποίηση του Κώστα Ουράνη έχοντας ως βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Κούτρα και με τις συμμετοχές των Χρήστου Θηβαίου, Μίλτου Πασχαλίδη, Σοφίας Παπάζογλου και Δημητράκη Ramone. Ο Δημήτρης Κογιάννης, δημιουργός της γενιάς του, καλλιτέχνης της εποχής του και νέος σε αυτήν τη χρονική περίοδο, ζει και δημιουργεί έχοντας όμως μέσα του το διαχρονικό σαράκι του spleen, αυτόν τον «φόρο που πληρώνουν μερικοί καλλιτέχνες με ανταμοιβή την έμπνευση», όπως μού λέει και εξηγεί ο ίδιος στη συνέντευξη. 
 
«Το spleen» γράφει μια ερευνήτρια του Baudelaire,  «είναι πιο επώδυνο από το θάνατο γιατί αποτελεί δοκιμασία του Χρόνου που μόνο οι αισθητικές απολαύσεις οι τεχνητοί παράδεισοι και  η μέθη μπορούν να ευφράνουν». Εσύ επέλεξες και πάλι το πρώτο…Τι σημαίνει για σένα, δημιουργό άλλης γενιάς και εποχής, αυτό το spleen του Ουράνη; 
 
Το Spleen μας το έφερε στην Ελλάδα πρώτος ο Ουρανής. Αυτό είναι γεγονός. Αλλά το μπωντλερικό spleen ακόμα και σαν τρόπος ζωής επηρέασε όλους αυτούς που ονομάζουμε καταραμένους ποιητές. Με αποκορύφωμα τον Καρυωτάκη ο οποίος πέθανε από spleen… (μας έχει προσφέρει και μια μετάφραση του μπωντλερικού ποιήματος) και λέγοντας αυτό ξεφεύγω από τον λογοτεχνικό τόπο και αντιμετωπίζω το spleen σαν αυτή την χαλασμένη ουσία που υπάρχει μέσα στον ήρωα του μπωντλερικού ποιήματος, η οποία θεωρώ είναι κάτι σαν τον φόρο που πληρώνουν μερικοί καλλιτέχνες με ανταμοιβή την έμπνευση. Στο ποίημα του Μπωντλέρ, ο ήρωας μας αν και είναι βασιλιάς (έχει κερδίσει την έμπνευση) πληρώνει ένα τίμημα: τίποτα δεν μπορεί να τον ευφράνει. Η έννοια του φόρου  αυτού συναντιέται σε πολλές κουλτούρες. Από το μύθο των μπλουζ με το σταυροδρόμι, όπου οι μπλουζίστες πουλούσαν την ψυχή τους για να παίζουν με δεξιοτεχνία τα μπλουζ, μέχρι και το θεατρικό κείμενο του Γκαίτε «Φάουστ». Spleen λοιπόν για μένα σημαίνει από τον Μπωντλέρ και τον Ουράνη μέχρι τον Kurt Cobain, τον Ian Curtis και ό, τι άλλο ενδιάμεσο. Παράκληση να μην μπερδέψουμε το spleen με την κατάθλιψη των καλλιτεχνών. Το spleen ταυτίζεται με ουσίες και οινοπνεύματα και όχι με φάρμακα!
Παραθέτω πιο κάτω τη μετάφραση του ποιήματος από τον Κώστα Καρυωτάκη
 
Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
 
μ' όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν' έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ τον αγαπούν,
 
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
 
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν' αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ' αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.
 
 
Οι μουσικές, όπως και στο Αλδεβαράν, από ένα ευρύτερο φάσμα παραδοσιακής έντεχνης μέχρι την ποπ, ροκ, χιπχοπ κτλ. Αισθάνομαι ότι σε ορισμένα τραγούδια, η πορεία της σύνθεσης ήταν τα ποιήματα να ενταχθούν στο μουσικό σου σύμπαν και όχι το αντίστροφο, δηλαδή, να αφουγκραστείς τον ρυθμό που θα σε κατεύθυναν τα ίδια.
 
Εγώ νιώθω το αντίθετο. Αν εξαιρέσεις το ποίημα «Νοσταλγίες» που είναι το μόνο έντεχνο-παραδοσιακό του δίσκου του οποίου η μουσική ίσως βγήκε πιο επική από ότι οι στίχοι ζητούσαν, χρησιμοποίησα τις μουσικές στο «Spleen» έχοντας πολύ παραπάνω στο νου μου τον λόγο του ποιητή απ’ ότι, στο Aldebaran. Υπάρχουν τραγούδια όπως οι «Σειρήνες», «Η γριά», «Στην γειτονιά που πια δεν ζούμε», “Δεν ξέρω πια τι περιμένω” ή και ακόμα το χιπχοπ τραγούδι του δίσκου «Εγκαταλελειμμένοι κήποι» όπου έχοντας πάντα στο νου μου το να τα φέρω στο σήμερα, θεωρώ πως κατάφερα να αποκωδικοποιήσω τα ποιήματα. Μέχρι εκεί που μπορούσα φυσικά. Στο τραγούδι «Είναι κάποια νησιά» έδωσα μια ματζόρε γλυκόπικρη μουσική, στο «Μπρος στην απέραντη ερημία» την ροκ-σερφ στιγμή του δίσκου, και στο «Εαρινό», όπως η άνοιξη (επιβάλλει) στην γενιά μου έβαλα ρέγκε μουσική. 
 
 
Πώς είναι να «σαμπλάρει» κανείς Ουράνη…; Η τέχνη τελικά είναι άχρονη;
 Η τέχνη είναι άχρονη, αυτό που αλλάζει μέσα στον χρόνο είναι τα μέσα επικοινωνίας της. Με το να σαμπλάρω Ουράνη προσπάθησα να κάνω κάτι ροκ. Το ροκ όπως το ξέρουμε έφτασε στην γενιά μου από τους γονείς μας και εκτός του ότι  αποτελεί μουσική άλλης εποχής, το ροκ σήμερα είναι νεκρό. Είναι νεκρό όπως και η μουσική της προσωπικής μας επανάστασης αλλά και σε επίπεδο σύνθεσης. Οι μελωδικές μουσικές όσο περνάει ο καιρός πεθαίνουν. Η γενιά μου ακούει και «επαναστατεί» με jungle, drum n bass, minimal techno και άλλα… Αυτό είναι το ροκ του σήμερα. Αυτές οι μουσικές είναι ρυθμικές κατά βάση και μαζί με την hip hop της δεκαετίας του 80 χρησιμοποιούν όλες την τεχνική του sampling. Έτσι και εγώ σάμπλαρα και προσπάθησα να συνδέσω το σημερινό ροκ με την ποίηση του Κώστα Ουράνη. 
 
Βασικός ερμηνευτής ο Γιάννης Κούτρας. Δική σου η ιδέα ή του παραγωγού σου, Άγγελου Σφακιανάκη; Πώς ήταν η συνεργασία;
Η ιδέα ήταν του παραγωγού μου. Όταν άκουσε το υλικό σκέφτηκε αμέσως τον Γιάννη Κούτρα. Πρώτον γιατί είναι ένας ερμηνευτής με μεγάλο εύρος δυνατοτήτων και δεύτερον γιατί μας άρεσε η ιδέα αυτός που είπε τον Καββαδία να πει και την επιρροή του. Η συνεργασία μας ήταν πολύ δημιουργική. Ο Κούτρας δεν ερμήνευσε μόνο τα τραγούδια αλλά συνέβαλε και στην ολοκλήρωση τους. Τα τραγούδια άλλαξαν δύο και τρείς φορές για να πάρουν την τελική τους μορφή. Για μένα ήταν μια πολύ πετυχημένη και καρποφόρα συνεργασία. Είναι τιμή μου που τραγούδησε τον δίσκο μου ο Γιάννης Κούτρας.
 
Τα τραγούδια στεγάζονται σε μια εξαιρετική έκδοση όπου παράλληλα υπάρχει η εικαστική αφήγηση των ποιημάτων μέσα από πρωτότυπα κόμικς της Λυδίας Κοντιζά. Μίλησέ μου για αυτή την συνύπαρξη.
Tην ιδέα ενός κόμικ – cd την είχα από τον προηγούμενο δίσκο μου. Από μικρό παιδί λατρεύω τα κόμικς και διαθέτω και μια αρκετά μεγάλη και σπάνια συλλογή. Σε αυτόν τον δίσκο αποφάσισα να το κάνω πραγματικότητα. Η αρχική ιδέα ήταν πολύ πιο πιστή στην μορφή ενός κόμικ, αλλά θεωρήσαμε με την Λυδία και τον Άγγελο Σφακιανάκη, ο οποίος λατρεύει και ο ίδιος τα κόμικς, πως ταίριαζε μια πιο ενήλικη μορφή. Ξεκίνησα με οδηγό το γαλλικό κόμικ «Corto Maltese» και στην πορεία ακολουθήθηκε μια παρόμοια προσέγγιση όσον αφορά το ύφος. Φυσικά ο τελικός δημιουργός δεν είμαι εγώ αλλά η ζωγράφος Λυδία Κοντιζά, η οποία από ένα σημείο και μετά πήρε πάνω της όλο το κόνσεπτ με εξαιρετικά αποτελέσματα κατά την άποψη μου. Η γνωριμία μου με την Λυδία έγινε μέσω μιας κοινής μας γνωστής και στην αρχή ήταν αρκετά δύσκολο να θέσουμε μια βάση για το πώς θα δουλέψουμε, μιας και η Λυδία δεν είχε σχέση με τα κόμικς. Τότε φρόντισα να της δώσω πολλά πράγματα να διαβάσει και να δει και ομολογώ πως ενθουσιάστηκε. Μετά όλα ήρθαν από μόνα τους. Τα σκίτσα έχουν γίνει όλα στο χέρι με μολύβι και ακόμα και οι στίχοι έχουν δική τους χειρόγραφη γραμματοσειρά. Η συνεργασία μου με την Λυδία Κοντιζά ήταν μια ξεχωριστή εμπειρία.
 
Τα χειρόγραφα του ποιητή, όπου επίσης εμπεριέχονται, είναι δώρο από το αρχείο του Μάνου Ελευθερίου. Θυμάσαι κάποια ιστορία που σου είπε σε σχέση με τον Ουράνη.
Με τον Μάνο Ελευθερίου γνωριστήκαμε όταν πήγα στο σπίτι του, να του χαρίσω ένα αντίτυπο του Αλντεμπαράν. Εκεί του ανέφερα την πρόθεση μου να κάνω έναν δίσκο αποκλειστικά με ποιήματα του Ουράνη και ομολογώ πως ξαφνιάστηκε. «Αχ και να ξέρε, μου είπε, ο Ουρανης ότι μετά από τόσα χρόνια θα ερχόταν ένας πιτσιρικάς να τον μελοποιήσει! Πιστεύω ότι θα χαιρόταν πολύ». Την επόμενη φορά που βρεθήκαμε ήταν στο στούντιο της ραδιοφωνικής του εκπομπής για την παρουσίαση του Αλντεμπαραν και εκεί αναφέρθηκε στα χειρόγραφα του Ουράνη. Μου είπε ότι έχει στη διάθεση του χειρόγραφα του Ουρανη και αν θέλω να τα συμπεριλάβω στο έργο μου όταν μελοποιήσω και  εκδώσω τα ποιήματά του. Εγώ φυσικά ενθουσιάστηκα. Το πώς τα χειρόγραφα βρέθηκαν στην κατοχή του Μάνου Ελευθερίου μου το διηγήθηκε την τρίτη φορά που βρεθήκαμε πάλι στο σπίτι του. Στα 19 του χρόνια είχε πάει να επισκεφτεί την γυναίκα του Ουράνη σε ένα υπέροχο νεοκλασικό, όπου διέμενε στην πλατεία Συντάγματος. Η Ελένη Ουρανη βρισκόταν σε μια φάση, ας πούμε μετακόμισης- αναδιοργάνωσης του σπιτιού και ο χώρος ήταν γεμάτος σακούλες. Ανάμεσα σ΄αυτές τις σακούλες, εντοπίζει ο Μάνος Ελευθερίου και μια σακούλα γεμάτη χειρόγραφα του ποιητή!  και ακολουθεί ο εξής διάλογος:
«-Αυτά εδώ κυρία Oυρανη τι είναι;
-Αυτά παιδί μου είναι για πέταμα!
-Μπορώ να τα πάρω;
-Αν, τα θέλεις, φυσικά!»
 
Έτσι λοιπόν τα χειρόγραφα του Κώστα Ουρανη βρέθηκαν στην κατοχή του Μάνου Ελευθερίου και από κει στον δίσκο μου!!!
 
Υπάρχει και ένας κρυφός Ουράνης στο βιβλίο- cd…Θα τον αποκαλύψεις για όσους δεν τον βρήκαν ήδη;
Στο cd υπάρχει ένα κρυφό τραγούδι που δεν αναγράφεται πουθενά. Όταν τελειώνει ο δίσκος με το «Δεν ξέρω πια τι περιμένω» αν δεν κλείσει το ηχοσύστημα αυτός που ακούει, ακολουθεί μια σιγή μερικών δευτερολέπτων και μπαίνει άλλο ένα τραγούδι με τίτλο «Φθινόπωρο εξορίας». Αυτό το τραγούδι είναι ίσως η αγαπημένη μου στιγμή στον δίσκο. Το τραγουδώ εγώ και έχω παίξει όλα τα όργανα. Ο λόγος που το βάλαμε κρυφό είναι ένας φόρος τιμής στην εποχή του βινυλίου. Τότε που έκρυβαν τραγούδια ανάμεσα από τα αυλάκια. Φυσικά στο YouTube υπάρχει κανονικά.
 
«Είναι κάποια νησιά που σαν πλοία/ μες τα πέλαγα λεν ταξιδεύουν»  γράφει ο ποιητής. Εύκολα θα μπορούσε κανείς αντί για «νησιά» να βάλει τη λέξη «τραγούδια» τα οποία χάνονται σήμερα στους ωκεανούς της εποχής. Πώς σκέφτεσαι να «πλοηγήσεις» αυτήν την εργασία στον κόσμο;
Ετοιμάζω μια μπάντα με ηλεκτρικό ήχο και παραδοσιακό βιολί, που θα παίζουμε τραγούδια από τους δύο δίσκους μου και διασκευές μελοποιημένων ποιημάτων. Ευελπιστώ να φτιάξω μια μπάντα που θα παίζει μελοποιημένη ποίηση αποκλειστικά με αυτόν τον τρόπο. Θα ήθελα επίσης οι συμμετέχοντες στον δίσκο να παίξουν τα τραγούδια στα δικά τους live. Όπως και να έχει το live για έναν τέτοιο δίσκο είναι πολύ δύσκολο. Το κοινό είναι περιορισμένο, το ίδιο και οι χώροι. Ποιος ξέρει… όπως λέει και ο ποιητής, «Αν είναι να έρθει θε να ‘ρθει…».