Γεννημένος στην Κεφαλλονιά, έχοντας μεγαλώσει στον Βύρωνα της Αθήνας και σπουδάσει κλασική κιθάρα ο Κώστας Χαριτάτος είναι ένας ίσως υπερβολικά σεμνός άνθρωπος. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι, αν και πρόκειται για έναν ολοκληρωμένο μουσικό που με στέρεα βάση την κλασική παιδεία του συνθέτει και ενορχηστρώνει τόσο ορχηστρικές επενδύσεις για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση όσο και τραγούδια (μερικές φορές σε δικούς του επίσης στίχους) τα οποία ερμηνεύει ο ίδιος. H διαδρομή του περιλαμβάνει τέσσερις προσωπικούς δίσκους και ελάχιστες συναυλίες. Δεν πτοείται φυσικά, συνεχίζει με συνέπεια και διακριτικότητα το έργο του αφιερώνοντας το υπόλοιπο του χρόνου του στη διδασκαλία, αρχικά σε ωδεία και εδώ και πολλά χρόνια τεχνολογίας του ήχου στο ΤΕΙ Ιονίων Νήσων. Τώρα όμως μία έμφυτη παρόρμηση τον έκανε να επιστρέψει και να υπενθυμίσει το έργο του πραγματοποιώντας τρεις συναυλίες με τον παράδοξο τίτλο «Delenda est» στο Club του «Σταυρός Του Νότου» τις Πέμπτες 1, 8 και 15 Μαρτίου και μάλιστα με αρκετούς φίλους του ως εκλεκτούς προσκεκλημένους. Με αυτήν την αφορμή προέκυψε μία εκ βαθέων «αποκάλυψη» ενός δημιουργού παρά μία ακόμα συνέντευξη.

Η δισκογραφία έχει βέβαια καταρρεύσει εδώ και αρκετά χρόνια αλλά ακόμα και όταν δεν ίσχυε αυτό οι παρουσίες σου σε αυτήν ήταν μάλλον αραιές. Μπορώ λοιπόν νομίζω να σε ρωτήσω, γιατί έχεις τόσα πολλά χρόνια να κυκλοφορήσεις δίσκο; Δεν σε ενδιαφέρει, δεν το επιδιώκεις ή απλά δεν μπορεί να προκύψει;
Ειναι αλήθεια αυτό που λες, δεν ξέρω να σου πω το γιατί, μάλλον χάθηκα στους Λαιστρυγόνες! Έγραφα βέβαια συνέχεια τραγούδια για το θέατρο και ίσως αυτό εξισορροπούσε την ανάγκη μου ή την αποδυνάμωνε. Ίσως πάλι και να μην ένιωσα ποτέ «επαγγελματίας» του τραγουδιού. Πάντα σκέφτομαι ότι ένας δίσκος είναι μία πρόταση σοβαρή για κάτι που θέλεις να πεις αλλιώς δεν έχει νόημα, γίνεται ένα όχημα παρουσίας και μόνο.

Απέχεις όμως και από τις ζωντανές εμφανίσεις πολύ καιρό και αυτό είναι εντελώς διαφορετικό θέμα, γιατί συμβαίνει; Και γιατί επέλεξες να κάνεις αυτές τις τρεις συγκεκριμένα τώρα και όχι για παράδειγμα πριν από έξι μήνες ή αντίστοιχα μετά από άλλους έξι;

Είναι ένας τρόμος ξέρεις η σκηνή αν δεν την ξέρεις ή αν δεν νιώθεις πως γεννήθηκες γι’ αυτήν την έκθεση. Μου άρεσε να δουλεύω πίσω από τα φώτα. Ο Γιώργος Κορδέλλας ήταν που με έκανε να επιστρέψω με εκείνη την παράσταση για την Κατερίνα Γώγου και ξαναθυμήθηκα τη γοητεία αυτού του ανοίκειου. Μετά ήρθε ο θάνατος και δεν ήταν κόμικ του Αρκά, όταν του μιλάς κατά προσωπο αλλάζουν όλα. Τρέχει το τρέιλερ της ζωής σου με τα θέλω και τις αποτιμήσεις τους, τελειώνει το δείπνο και ο λογαριασμός πρέπει να πληρωθεί. Γι’ αυτό θα είμαι στην σκηνή αυτές τις τρεις βραδιές.

Θεωρείς τον εαυτό σου τραγουδοποιό που από μία στιγμή και μετά στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στη μουσική επένδυση για το θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, συνθέτη ο οποίος κατά καιρούς γράφει και κάποια τραγούδια ή η ιδιότητα του συνθέτη ούτως ή άλλως περιλαμβάνει και αυτή του τραγουδοποιού;

Εγώ σε ωδεία δούλευα, μου άρεσε και η ποίηση και ξαφνικά άρχισα να γράφω τραγούδια. Μετά, πάλι ξαφνικά, βρέθηκα να ενορχηστρώνω την μουσική του Δημήτρη Λάγιου για μια θεατρική παράσταση επειδή δεν προλάβαινε ο ίδιος και χρειάστηκε να γράψω και δύο τραγούδια. Έτσι άρχισε, με μάγεψε το θέατρο, το αγάπησα πολύ. Μετά αγάπησα και την εικόνα και τέλος όλα μαζί. Δεν ξέρω ποια αγάπη να διαλέξω και θα ήθελα να μπορέσω να μείνω για καιρό αναποφάσιστος!

Τι είναι δυσκολότερο, να γράψεις ένα απλό καλό τραγούδι ή μια ολοκληρωμένη ορχηστρική σύνθεση για το θέατρο, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο;

Δεν είμαι από εκείνους που τους έρχονται οι μουσικές ουρανοκατέβατα. Συνήθως την μουσική την γεννάει εντός μου ένα εξωτερικό ερέθισμα, ένα κείμενο, ένας στίχος, μια εικόνα, ένα ποίημα, μια σκέψη. Αυτά είναι που αναζητούν τη μουσική τους μέσα μου. Αισθάνομαι πως γράφω πάντα τη μουσική που θα ήθελα να ακούγεται όταν τα διαβάζω ή τα βλέπω, κάτι σαν ηχητικό εικαστικό. Στην πραγματικότητα νομίζω ότι δουλεύω συνέχεια με εικόνες γιατί τι άλλο είναι το να αφηγηθείς μία ιστορία; Στο θέατρο κρατάει μιάμιση ώρα και στο τραγούδι τρία λεπτά. Αν σκεφτείς αυτήν την συμπύκνωση μάλλον ένα καλό τραγούδι είναι πιο δύσκολο.

Ποιες είναι οι κυριότερες πηγές έμπνευσης σου, κυρίως μουσικά αλλά και στιχουργικά τις λίγες φορές που γράφεις ο ίδιος τους στίχους των τραγουδιών σου;

Μεγάλωσα στα ωδεία και στον Βύρωνα, μέσα στους Μικρασιάτες. Καταλαβαίνεις, ταξίμια και Μπαχ παρέα και μαζί όλη η rock κουλτούρα του ’70, ένα υπέροχο πολυπολιτισμικό σύμπαν! Αλλά αισθάνομαι ότι ο εσωτερικός κόσμος μου έρχεται από τη σχολή των τροβαδούρων, οι μπαλάντες μου άρεσαν πάντα. Κατανοώ το τραγούδι μόνο σαν αχώριστη ένωση της μουσικής με τον λόγο γι’ αυτό και δίνω τόση σημασία στον στίχο. Με ενδιαφέρει ν’ ανασηκώσω μια στιγμή καθημερινότητας δύο πόντους πάνω από τον ρεαλισμό της και λατρεύω την ποίηση. 

Η εκπαιδευτική δραστηριότητα σου στο ΤΕΙ Ιονίων Νήσων έχει επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την μουσική σου και, αν ναι, πώς;

Είναι κάτι που κάνω ανελλιπώς τα τελευταία δέκα πέντε χρόνια. Σίγουρα με έχει επηρεάσει αλλά είναι κάτι που εξελίσσεται σταδιακά και δεν μπορώ να το ορίσω. Από την άλλη αυτή η συναναστροφή με τα νέα παιδιά είναι αναζωογονητική, άλλοτε σε γεμίζει προσδοκία κι άλλοτε σε στενοχωρεί, κυρίως γιατί με τα χρόνια συνειδητοποιώ την αποσύνδεση της μουσικής με τον λόγο στο μυαλό τους, της ίδιας της ζωής με τον λόγο. Είναι μία αναπηρία βαθιά που επειδή είναι τόσο μαζική αποκτά ένα χαρακτήρα συλλογικής συνείδησης ο οποός την κάνει τόσο δύσκολα αναγνωρίσιμη. Τα ΜΜΕ έκαναν καλά τη «δουλειά» τους τόσα χρόνια. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις και ελπίζω σ’ αυτές.

 

Λίγο... δυσοίωνος, έστω και αν η λατινική γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι κατανοητή από πολύ λίγους, δεν είναι ο τίτλος αυτών των τριών συναυλιών; Γιατί έτσι;

Αυτό το «να καταστραφεί», το «delenda est», είναι πιο πολύ για εμένα. Θα ήθελα να μπορούσε να αλλάξει αυτό το πρόσωπο στον καθρέφτη, αυτή η ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας, αυτό το οικείο, γνώριμο πρόσωπο το οποίο ενσωματώνει όλη την κατεστημένη μας εικόνα. Ένα μικρό καθεστώς ειναι καθένας μας και είναι σαν το τσιγάρο, δεν το κόβεις αν δεν το πετάξεις. Κατά μιαν έννοια έτσι είναι όλα, οι μουσικές, τα τραγούδια, οι σχέσεις μας. Είμαστε αυτό που αναγνωρίζουμε στον καθρέφτη μας και ας ισχύει το αντίθετο. Εδώ ζούμε σ’ ένα σύστημα που μόλις διακόσια χρόνια κατοικεί στον καθρέφτη μας και εμείς νομίζουμε ότι έτσι γεννήθηκε ο κόσμος.

 

 

Η επιλογή σου να είναι το σχήμα των μουσικών που θα σε συνοδεύει σε αυτές τις τρεις συναυλίες λίγο-πολύ μια τυπική ροκ μπάντα σηματοδοτεί κάτι ή απλά είναι εξυπηρετικό για την περίσταση και το στιλ του ήχου που σου αρέσει αυτή την περίοδο;

Η αλήθεια είναι πως αναζητάω έναν ήχο, ηλεκτρικό, «βρώμικο», χωρίς όμως αιχμές, να υπηρετεί την ατμόσφαιρα χωρίς να προτάσσει τις σολιστικές του καταβολές, έναν ήχο συνόλου. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω τώρα, αν είναι νωρίς ή θα πάρει καιρό και έχεις δίκιο, μοιάζει με ροκ μπάντα. Αλλά δεν θα ήθελα να είναι μόνον αυτό...

 

Πέραν από συνεργασίες μαζί τους στο παρελθόν και την φιλία που σας συνδέει πες μου γιατί προσκάλεσες καθέναν και καθεμία από όσους θα συμμετέχουν.

Καταρχήν να πω ό,τι τους θαυμάζω γι’ αυτό που είναι, ως ανθρώπους και σαν μουσικούς. Αισθάνομαι κοντινά χνώτα και μυρωδιές, λειτουργώ με παρορμήσεις και βλέμματα της πρώτης ματιάς και ήταν αυτά που μας συνέδεσαν, άντεξαν στον χρόνο και θα μας φέρουν στη σκηνή μαζί. Η Ελένη Τσαλιγοπούλου είναι ένα ποτάμι, μπορεί να σε ταξιδέψει μέσα στις μουσικές με την αυθορμητισμό ενός παιδιού και την αισθαντικότητα μιας γυναίκας. Πιστεύω ότι είναι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια της γενεάς μου και ανυπομονώ ν’ ακούσω το «3 Μέρες» μου από εκείνη. Η Τάνια Τσανακλίδου είναι απλά η... Τάνια, το βάθος, η σιωπή, η ερμηνεία, η παρουσία του έσωθεν κόσμου σε κάθε φράση, η προσέγγιση του λόγου και η ιδιαιτερότητα του να μπορείς να χτίσεις έναν κόσμο πάνω από τις νότες, έτσι δηλαδή όπως αντιλαμβάνομαι το τραγούδι. Με την Μυρτώ  Αλικάκη και την Νάνα Μπινοπούλου συναντηθήκαμε στην παράσταση για την Γώγου και ήταν μεγάλη χαρά η γνωριμία μας. Με την Μυρτώ δουλεύουμε πάνω σε πιο πειραματικές μουσικές φόρμες, κυρίως με ποιητικά κείμενα, στις συναυλίες όμως θα μας εκπλήξει με κάτι άλλο ενώ η Νάνα είναι μια υπέροχη φωνή και μια ευχή για το μέλλον. Ο Παντελής  Θαλασσινός είναι στα μάτια μου το πρόσωπο του ρομαντισμού, αληθινός άρχοντας της μελωδίας και δημιουργός μεγάλης ευαισθησίας. Με τον Χρήστο Θηβαίο δεν έχουμε δουλέψει μαζί, μου αρέσει όμως τόσο η φωνή του ώστε πήρα το θάρρος να του ζητήσω να πραγματώσουμε μια παλαιά επιθυμία μου.

 

 

Εντέλει αυτές οι συναυλίες αποτελούν μία «ανακεφαλαίωση» για εσένα; Αν ναι, απλά επειδή ένιωσες την ανάγκη να το κάνεις την συγκεκριμένη περίοδο ή ενόψει του ότι ετοιμάζεσαι να αρχίσεις το επόμενο κεφάλαιο;

«Ανακεφαλαίωση» ναι, θα μπορούσε να είναι όμως θα προτιμούσα να το πω «γιορτή». Μια γιορτή για τα τραγούδια μου και όσους τα αγάπησαν, μια γιορτή για τους φίλους μου. Και ένα μέτρημα ταυτόχρονα, να δω που είμαι και πόσο αντέχω για το επόμενο κεφάλαιο που λες.

 

 

Αισιόδοξος ή απαισιόδοξος, πρώτον για την ζωή συνολικά και δεύτερον για το μέλλον αυτής της χώρας και ημών που την κατοικούμε;

Η φύση μου είναι αισιόδοξη αλλά μπορεί και να είναι μία απερισκεψία. Νόμιζα ότι κάτι θα καταφέρναμε στην αρχή της κρίσης, κάτι θα συνειδητοποιούσαμε, κάτι θα αλλάζαμε, όμως όχι, πάλι φταίει ο άλλος, ο από πάνω, ο από κάτω, ο διπλανός, αυτό είναι το αληθινό αυγό του φιδιού. Delenda est...

 

Και τα προσεχή σχέδια σου, τα άμεσα αλλά ίσως και τα πιο μακροπρόθεσμα, ακόμα και τα πλέον... φιλόδοξα ίσως;

Ελπίζω να καταφέρω πριν το καλοκαίρι να κυκλοφορήσω το «Τραγούδια Των Χελιδονιών», έναν κύκλο τραγουδιών σε ποίηση Κώστα Κρυστάλλη ο οποίος έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται στο στάδιο της τελικής επεξεργασίας και μετά θα αρχίσω τις ηχογραφήσεις του «Delenda Est» που θα είναι ο επόμενος δίσκος μου. Δεν μου είναι εύκολο το να είμαι στη σκηνή αλλά ελπίζω να το κάνω. και αυτό!