Προσπαθεί συνειδητά και συστηματικά να διευρύνει το ρεπερτόριο, ακόμα και να διαφοροποιήσει τον παραδοσιακό «ρόλο» μιας κλασικής - συμφωνικής αλλά και δωματίου - ορχήστρας. Ενώ λοιπόν αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό διευθύνοντας όλη την γκάμα του κλασικού ρεπερτορίου με πολλές και σημαντικές ορχήστρες εντός των συνόρων και με την ορχήστρα της οποίας είναι όχι μόνον αρχιμουσικός αλλά και καλλιτεχνικός διευθυντής, της Καμεράτα – Ορχήστρας Των Φίλων Της Μουσικής, δεν σταματά να πειραματίζεται. Έτσι μετά την εγχώρια οπερέτα των αρχών του εικοστού αιώνα, έργα του Μάνου Χατζιδάκι αλλά και αμερικανικά jazz musicals ήρθε τώρα η στιγμή να κάνει το ίδιο και με το rock!

Την Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου η Καμεράτα υπό την διεύθυνση του προφανώς θα παρουσιάσει για πρώτη φορά στη χώρα μας δύο έργα στα οποία η κλασική μουσική προσεγγίζει πάρα πολύ το rock και φτάνουν σχεδόν να συμβαδίζουν. Στο πρώτο μέρος θα παρουσιαστεί η συμφωνία του Philip  Glass «Heroes», δηλαδή μια συμφωνική μετεγγραφή του ομότιτλου δίσκου του David Bowie, του καλύτερου της «τριλογίας του Βερολίνου» και από τους πλέον αριστουργηματικούς του αείμνηστου κορυφαίου rock μουσικού. Στο δεύτερο όμως θα παρουσιαστεί ένα από τα πρώτα εγχειρήματα συνύπαρξης rock και κλασικής μουσικής, το τηρουμένων των αναλογιών... επικό «Concerto For Group And Orchestra» των Deep Purple. Ενα έργο δηλαδή του αείμνηστου κιμπορντίστα του γκρουπ Jon Lord σε στίχους του τραγουδιστή τους Ian Gillan το οποίο παίχτηκε μία και μόνη φορά από το συγκρότημα σε σύμπραξη με την Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, σε μια συναυλία το 1969 στο Royal Albert Hall, η οποία ηχογραφήθηκε για τον ομότιτλο δίσκο τους και έκτοτε έχει επανεκτελεστεί αρκετές φορές από σημαντικές ορχήστρες και μαέστρους. Σε αυτό το έργο μάλιστα ο Γιώργος Πέτρου θα είναι και ένας του... γκρουπ! Θα έχει την θέση του συνθέτη του έργου Jon Lord παίζοντας Hammond organ ενώ φυσικά ταυτόχρονα θα διευθύνει την Καμεράτα.

 

 

Έχεις ξαναδιευθύνει έργο του Philip Glass οπότε θα σε ρωτήσω, είναι η αγάπη σου για την μουσική του που σε έκανε να επιλέξεις το συγκεκριμένο ή το θέμα του; Με άλλα λόγια, θα προτιμούσες να έκανες μια συμφωνική εκδοχή των ίδιων των τραγουδιών του David Bowie αν αυτό ήταν δυνατόν;
Η συγκεκριμένη συναυλία δεν αφορά συμφωνικά ενορχηστρωμένη ροκ μουσική, κάτι το οποίο μου είναι και σχετικά αδιάφορο αλλά δύο μεγάλα έργα στα οποία το rock γίνεται αφετηρία μιας πρωτογενούς δημιουργίας. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση της Τέταρτης συμφωνίας του Philip Glass τα θέματα των David Bowie και Brian Eno γίνονται ο σπόρος από τον οποίο γεννιέται μια συμφωνική δημιουργία στα πρότυπα της κλασικής μουσικής επεξεργασίας, όπως λέει και ο ίδιος ο Glass. Σίγουρα ακούγοντας τη συμφωνία αυτή ο ακροατής μπορεί να αναγνωρίσει ψήγματα από το «Heroes» αλλά σε μια συμφωνική μετάλλαξη κλασικού τύπου.

 

Γιατί όμως και αυτό των Deep Purple; Κατά την δική μου εκτίμηση – και δεν πιστεύω να διαφωνείς – είναι κάτω του μετρίου μουσικά και μόνο στο πλαίσιο των πειραματισμών εκείνης της εποχής μπορεί να το δει και να το δικαιολογήσει κανείς. Εκτός και αν αντιμετώπισες αυτό το, ας πούμε, remake του σαν ένα χαριτωμένο παιχνίδι...
Διαφωνώ κάθετα (γέλια) και θεωρώ ότι το κονσέρτο του Jon Lord είναι ένα έργο εξαιρετικής σημασίας! Δεν υπάρχει καμία έγκυρη τοποθέτηση περί της μετριότητας του, αντίθετα ο σπουδαίος και πολυγραφότατος μαέστρος του Malcolm Arnold, όπως επίσης και ο Sir William Walton που παρευρέθηκε στην πρεμιέρα, μίλησαν με τα θερμότερα λόγια. Το κονσέρτο άντεξε στο χρόνο και παίχτηκε (και παίζεται ακόμα) από μεγάλες ορχήστρες και σολίστ ανά τον κόσμο και θεωρείται το πρώτο «αριστούργημα» των Deep Purple. O Jon Lord δεν επιλέγει εύκολες λύσεις αλλά δημιουργεί, σε μιαν ιστορική στιγμή, την πρώτη «όσμωση» κλασικής μουσικής και rock με ένα έργο που ξεκινάει ως διαμάχη ανάμεσα στα δύο ιδιώματα τα οποία σιγά - σιγά «συμφιλιώνονται» κατά την διάρκεια του αριστουργηματικού δεύτερου μέρους και βρίσκονται σε σύμπνοια στο εντυπωσιακό φινάλε που εμένα μου θυμίζει κάτι από τον Gothic χαρακτήρα του τέλους της Φανταστική Συμφωνίας του Μπερλιόζ.. Ο Jon Lord με το έργο αυτό βρέθηκε πολύ μπροστά από την εποχή του και από ό,τι μπορούσε να δεχτεί το νεανικό κοινό το 1969.

 

Γιατί επέλεξες τον Χρήστο Μάστορα ως ερμηνευτή; Γνωρίζω ότι η Καμεράτα έχει συνεργαστεί ξανά μαζί του αλλά δεν θα ήταν ίσως πιο λογικό να αναζητήσεις έναν που, είτε με δικό του υλικό είτε μόνο με διασκευές, να είναι πιο εξοικειωμένος με τον αγγλικό στίχο για την θέση που είχε ο – αυθεντικός τενόρος έστω και άνευ σπουδών τότε, για να μη ξεχνιόμαστε – Ian Gillan;
Ο Χρήστος Μάστορας είναι ένας εξαιρετικός τραγουδιστής στο είδος του και ένας μουσικός σπουδαίου ήθους. Η αλήθεια είναι ότι ο Χρήστος και οι Μέλισσες συνεργάστηκαν με την Καμεράτα επανειλημμένα στο παρελθόν αλλά όχι υπό την διεύθυνση μου οπότε στην ουσία αυτή είναι η πρώτη μας συνεργασία επί σκηνής. Άκουσα το «Child In Time» από τον Χρήστο και εντυπωσιάστηκα. Πιστεύω ότι είναι εξαιρετική επιλογή.

 

Και ενώ στα άλλα τρία μη ορχηστρικά όργανα βλέπουμε ισάριθμους rock μουσικούς το Hammond θα το παίξεις εσύ! Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον βέβαια αλλά πώς προέκυψε, πώς το αποφάσισες; Ο νεαρός πιανίστας Γιώργος Πέτρου έπαιζε και άλλα πράγματα ανάμεσα στις φούγκες του Μπαχ όταν σπούδαζε, έστω και στα διαλείμματα από την μελέτη του; Δηλώνεις και θαυμαστής του Jon Lord και του στιλ του;
Είναι σαφές ότι είμαι θαυμαστής του Jon Lord και συνολικά των Deep Purple. Τους αγαπώ πολύ από τα εφηβικά μου χρόνια και έτσι αποφάσισα να παίξω εγώ το σολιστικό μέρος του Hammond το οποίο περιλαμβάνει εκτενείς αυτοσχεδιασμούς. Γενικότερα θέλω να κάνω πράγματα έξω από την πεπατημένη που επιβάλει η ιδιότητα μου, του διευθυντή ορχήστρας, ώστε να μην κλείνομαι σε έναν μικρόκοσμο ούτε όσον αφορά στο ρεπερτόριο ούτε όσον αφορά στην ενασχόληση μου μόνο με ένα δημιουργικό πεδίο, εξ ου και οι παραστάσεις τς οποίες έχω επίσης σκηνοθετήσει. Χαίρομαι πολύ δε που θα παίξω μαζί με τους άλλους τρεις της μπάντας, τον πολυβραβευμένο κιθαρίστα Γιάννη Παπαδόπουλο, τον λάτρη των Deep Purple και διακεκριμένο ντράμερ Γιάννη Σταυρόπουλο και έναν ένα από τους πιο πολυσύνθετους μουσικούς που γνωρίζω, τον Δημήτρη Τίγκα, ο οποίος είναι τακτικός συνεργάτης της Καμεράτα και κινείται με την ίδια άνεση στο μπαρόκ και στην κλασική μουσική, στο σύγχρονο κοντραμπάσο αλλά και στο ηλεκτρικό μπάσο.

 

Τι γίνεται αλήθεια με τα πολύχρονα προβλήματα της τόσο δραστήριας (Καμεράτα τα οποία τυχαίνει να γνωρίζω από πιο κοντά και πολύ πληρέστερα από πολλούς άλλους; Εχει αλλάξει κάτι, ειδικά από την στιγμή που το Μέγαρο πέρασε στην ιδιοκτησία του κράτους, βαίνουν κάπως προς λύση;
Η λύση ευτυχώς φαίνεται να είναι επιτέλους κοντά. Υπάρχει πολύ θετικό κλίμα από την υπουργό καθώς και από την διοίκηση του Μεγάρου Μουσικής. Δουλεύουμε μεθοδικά προς αυτή την κατεύθυνση και είμαι σίγουρος ότι σύντομα η Καμεράτα και οι σπουδαίοι σολίστ που την αποτελούν θα πάρουν τη θέση που τους αξίζει.

 

Εντέλει Γιώργο μπορεί μια ορχήστρα να... ροκάρει ή αδίκως παιδευόμαστε; Και για να παραφράσω έναν εμβληματικό τίτλο τραγουδιού και δίσκου των Rolling Stones, is it still rock ‘n’ classical για εσένα προσωπικά;
Η Καμεράτα έχει αποδείξει ότι «ροκάρει» όχι μόνο σε cross over projects αλλά ακόμα και όταν παίζει Χέντελ ή Μπετόβεν! Αυτή είναι και η λογική του rock, ένα δυνατό groove ρυθμών, αρμονιών και συναισθημάτων που αγγίζει την ψυχή και προκαλεί έντονες συγκινήσεις. Δεν είναι μήπως ροκ ο Βιβάλντι, o Χέντελ, ο Μπαχ ή ο Ροσίνι;