Η Δήμητρα Τρυπάνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε φιλολογία στο ΑΠΘ και άρχισε τις μουσικές σπουδές της τις οποίες όμως ολοκλήρωσε σε πανεπιστημιακό επίπεδο στο Εδιμβούργο της Σκωτίας με διδακτορικό στη σύνθεση. Είναι λέκτορας ανωτέρων θεωρητικών και σύνθεσης στο τμήμα μουσικών σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου, αλλά παράλληλα και μία ιδιαιτέρως ενεργή δημιουργός και μάλιστα από τους σπουδαιότερους, ανανεωτικούς και πλέον ουσιαστικούς αυτήν τη στιγμή στη χώρα μας. 

 

Τα έργα της κινούνται ελεύθερα στο ευρύτερο πεδίο της σύγχρονης μουσικής και σε μια ποικιλία μορφών, αντλούν την θεματολογία τους από μια πληθώρα πηγών καταλήγοντας όμως πάντα σε μεγάλα φιλοσοφικά ζητήματα και συνδυάζουν την μουσική με άλλες μορφές δημιουργίας και έκφρασης, είναι δηλαδή πολυμεσικά. Το Σάββατο 27 Ιανουαρίου θα παρουσιάσει στην Τεχνόπολη του δήμου Αθηναίων ένα νέο, το «ATOROQO – Δέκα Σημεία για το Τέλος του Χρόνου» για κουαρτέτο εγχόρδων, κρουστά και live projection feed. Η συνομιλία όμως μαζί της για αυτό αποκαλύπτει πολλά και για την μεθοδολογία και κυρίως την φιλοσοφική θεώρηση η οποία διαπνέει το σύνολο της δημιουργίας της.

 

Επιλέγοντας ως βασικό τίτλο την λέξη της μυκηναϊκής γραμμικής γραφής β’ για τον άνθρωπο εννοείς ότι είναι ένα έργο που έχει ως θέμα του – και πιθανόν επίσης απευθύνεται – στην ψυχή ή γενικότερα στην εσωτερική, βαθύτερη ουσία του ανθρώπινου όντος ή το αντιλαμβάνομαι λάθος;

Το έργο έχει ως θέμα του τον άνθρωπο ως ον αλλά και ως συστατικό, ως κύτταρο ενός ευρύτερου ζωντανού ιστού, είτε μιλάμε για τον περιβάλλοντα χώρο μέσα στον οποίο ζούμε, για τον πλανήτη ή για το ίδιο το σύμπαν. Ζώντας νομίζω στην πιο εικονοκεντρική περίοδο της Ιστορίας του ανθρώπου υπήρξε μία ανάγκη να μιλήσω για το είδος μας, τοποθετώντας το όμως έξω από το οπτικό κάδρο της παράστασης, καθιστώντας το παρατηρητή αυτού του ζωντανού ιστού που προανέφερα.

 

«Το τέλος του χρόνου» αλλά ποιου ακριβώς χρόνου; Της ανθρώπινης ζωής, του συμπαντικού χρόνου, συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία αφορούν συγκεκριμένους επίσης ανθρώπους, κάποιου άλλου;

Το τέλος του χρόνου μπορεί να είναι όλα τα παραπάνω, μπορεί να είναι όμως και το τέλος του αντίληψης της ζωής μας ως «γραμμικoύ μετρήματος» του χρόνου, άρα η αρχή της εσωτερικής αντίληψης του χρόνου ως συνεχές «τώρα». Μιλάμε, υποθέτω, γι’ αυτό που στην Ανατολή ονομάζουν «διαφώτιση» ή «δρόμο του Ταό».

 

Αυτό το τέλος του χρόνου υποθέτω ότι το καταδεικνύουν οι φωτογραφίες. Πριν όμως φτάσουμε εκεί υπάρχουν κάποια κείμενα τα οποία αναφέρονται στο πρόγραμμα και συνετέλεσαν στην αρχική σύλληψη του έργου, αν το τοποθετώ σωστά. Μπορείς να αναφερθείς λίγο στο με ποιο τρόπο «μεσολάβησαν» ώστε από την αρχική ιδέα να φτάσεις στο concept;

Τα κείμενα, όπως και κάποιες – αρκετές! – κινηματογραφικές ταινίες, έδωσαν το καθένα με τον τρόπο του, λιγότερο ή περισσότερο, μια κατευθυντικότητα στην ιδέα αλλά και στο πώς αυτή υλοποιήθηκε. Για παράδειγμα, η ονειρική διάσταση της εικόνας, η επιλογή φωτογραφιών που τονίζουν τη συνύπαρξη και αλληλεπίδραση φωτός και σκιών, η ψευδαίσθηση χειραγώγησης του χρόνου μέσω της ρυθμικής αντίστιξης ήχου και εικόνας, όλα αυτά προέκυψαν συνειδητά ή και συμπτωματικά καμιά φορά από την επαφή μου με τα προαναφερθέντα έργα.

 

Υποθέτω πως το ότι χρησιμοποιείς ακίνητη – φωτογραφίες δηλαδή – και όχι κινούμενη εικόνα είναι το πρώτο στοιχείο που δίνει την αίσθηση του τέλους ή ίσως του «παγώματος» του χρόνου. Τι άλλο όμως έχει το έργο αυτών των δύο νέων και όχι γνωστών εκτός Κέρκυρας φωτογράφων που σε έκανε να το χρησιμοποιήσεις ως πρώτη ύλη;

Νιώθω πολύ τυχερή που γνωρίζω το φωτογραφικό έργο του Πέτρου Ζερβού και της Κατερίνας Μιχοπούλου. Οι φωτογραφίες τους είναι εξαιρετικές, έχουν μια κινηματογραφική διάσταση στα κάδρα τους αλλά και μία συναισθηματική/ψυχολογική ένταση η οποία δημιουργεί στο θεατή τους την έντονη αίσθηση ότι η εικόνα κινείται – ή καλύτερα δονείται. Θέλω να τονίσω ότι στις φωτογραφίες που χρησιμοποίησα για τη δημιουργία του live projection δεν έχω παρέμβει καθόλου, δεν έχουν δηλαδή υποβληθεί σε καμία ψηφιακή επεξεργασία.

 

Περιέγραψε συνοπτικά την διαδικασία «αποκωδικοποίησης» των φωτογραφιών, οπτικού δηλαδή υλικού και πληροφορίας σε μουσική, αντίστοιχα δηλαδή ηχητικού.

Δεν αποκωδικοποιήθηκαν οι φωτογραφίες σε μουσική. Θα έλεγα ότι η μουσική αποκωδικοποιήθηκε σε φωτογραφίες. Ξεκίνησα βλέποντας τριακόσιες πενήντα περίπου φωτογραφίες από τις οποίες επέλεξα τις εξήντα, σχεδόν ενστικτωδώς. Η μουσική γράφτηκε μετά ξέχωρα, χωρίς να κοιτώ τις φωτογραφίες. Μόλις γράφτηκε η μουσική τότε οι φωτογραφίες τοποθετήθηκαν στην παρτιτούρα με ρυθμική ακρίβεια, ως ένα ακόμα όργανο. Εκεί διαπίστωσα ότι η ενστικτώδης επιλογή και ταξινόμηση των φωτογραφιών «κούμπωνε» απόλυτα με τη μουσική, σαν να είχαν δημιουργηθεί ταυτόχρονα.

 

Και στο έργο που είχες παρουσιάσει πέρυσι στο Μέγαρο Μουσικής κυριαρχούσαν τα έγχορδα, σε εκείνο βέβαια μαζί με πιάνο και πολλά καθόλου συνηθισμένα κρουστά. Σε ελκύει ιδιαίτερα ο ήχος των εγχόρδων και ιδιαίτερα ο συνδυασμός τους σε ένα τυπικό, κλασικό μάλλον κουαρτέτο τους ή απλά είναι συγκυριακό το ότι έχουν τον πρώτο ενορχηστρωτικό ρόλο σε δύο διαδοχικά έργα σου;

Δεν είναι καθόλου συγκυριακό. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι αγαπώ τα όργανα που βασικό υλικό κατασκευής τους είναι το ξύλο. Ίσως ακούω μέσα σε αυτά τη ζωή από την οποία προήλθαν.

 

Πέραν βέβαια από το ότι σε εκείνο υπήρχε και πολύ έντονη παρουσία των κρουστών και βέβαια ήταν φωνητικό, αντίθετα από το καινούριο που είναι καθαρά ορχηστρικό, ποιες θα έλεγες ότι είναι οι κυριότερες υφολογικές μα και μορφολογικές διαφορές ανάμεσα στο προηγούμενο έργο και σε αυτό;

Νομίζω η κύρια διαφορά τους είναι η ύπαρξη του live projection στο «Atoroqo» η οποία το καθιστά πιο εικαστικό ως έργο, το μετατρέπει κατά κάποιο τρόπο σε live ηχητική εγκατάσταση. Κατά τα άλλα νομίζω ότι στο επίπεδο της θεματολογίας υπάρχει εδώ και χρόνια μία σταθερή δεξαμενή ερωτημάτων από την οποία εξακολουθώ να αντλώ υλικό. 

 

Και αν σε εκείνο το κεντρικό φιλοσοφικό θέμα/νόημα ήταν τα όνειρα ή μάλλον η ζωή ως όνειρο ποιο είναι σε αυτό;

Σε αυτό το κεντρικό θέμα είναι μια σειρά από όνειρα για τον άνθρωπο αλλά χωρίς τον άνθρωπο. Πάλι για τη ζωή μιλάμε απλά μέσα από ένα άλλο πρίσμα, ίσως πιο αρχέγονο και μέσα από όνειρα «φορτωμένα» με αρχετυπικά σύμβολα.

 

Τελικά τι είναι, για εσένα τουλάχιστον, η μουσική; Εφαρμοσμένα μαθηματικά, ο ήχος της ποίησης δίχως λέξεις, φιλοσοφία, όλα αυτά μαζί, κάτι άλλο;

Τι είναι η μουσική; ποιος μπορεί να απαντήσει πραγματικά σε αυτό το ερώτημα; Αυτό που μπορώ να πω μόνο είναι ότι για εμένα η μουσική είναι ένας μαγικός τρόπος μέσα από τον οποίο σχετίζομαι με τον κόσμο, τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Το τι είναι σε επίπεδο ορισμού δεν νομίζω ότι θα μπορέσω ποτέ να το απαντήσω και δεν πιστεύω ότι χρειάζεται, όπως δεν χρειάζεται να ορίσει κανείς τη ζωή. Αρκεί να την ζει...

 

Αν συμφωνούμε ότι η μουσική είναι εκ φύσεως ουμανιστική μορφή δημιουργίας και έκφρασης μπορεί άραγε να είναι τίποτα άλλο από ανθρωποκεντρική;

Όχι!

 

Η ιδιότητα της πανεπιστημιακής καθηγήτριας μουσικής βοηθάει με κάποιο τρόπο αυτή της συνθέτιδας, έρχεται σε αντίθεση μαζί της ή είναι τόσο ανεξάρτητες ώστε τελικά είναι αδιάφορο;

Νομίζω ότι βοηθάει στο ότι, ερχόμενη σε επαφή με τους φοιτητές και τις φοιτήτριες μου οι οποίοι αγαπούν και θέλουν να υπηρετήσουν την μουσική, διατηρώ μια ουσιαστική επαφή με το τι απασχολεί τους νέους ανθρώπους στις ημέρες μας. τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε φιλοσοφικό επίπεδο και αυτό μου επιτρέπει να επαναδιαμορφώνω το δημιουργικό «λεξιλόγιο» μου στο τώρα. Θέλω επίσης να πιστεύω ότι και εγώ με τη σειρά μου τους είμαι χρήσιμη καθώς η εμπειρία και δράση μου στο χώρο της σύγχρονης δημιουργίας μου επιτρέπει να μοιράζομαι μαζί τους τα καλά και τα δύσκολα αυτής της δραστηριότητας στην Ελλάδα σήμερα.

 

Και τα προσεχή σχέδια σου, αυτά που η υλοποίηση τους έχει δρομολογηθεί αλλά και εκείνα που ίσως έχεις κατά νου για το μέλλον;

Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην ΕΛΣ τον Μάιο που θα καταλήξει στις παραστάσεις του έργου μου «Διδυμάνες» στο ΚΠΙΣΝ. Ένας «μονόλογος» για βιόλα και φωνή για τη διεθνούς φήμης βιολίστα Tatjana Masurenko. Ένα έργο για φωνές και κρουστά για το Φεστιβάλ Παξών το καλοκαίρι και ένα μεγάλο έργο για την Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ το φθινόπωρο του 2019 σε συμπαραγωγή και πάλι με το Φεστιβάλ Παξών.

 

Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που μπορώ κυριολεκτικά να στοιχηματίσω ότι όλα, όπως άλλωστε και οτιδήποτε κάνει αυτή η ξεχωριστή συνθέτιδα, θα είναι το λιγότερο εξαιρετικά ενδιαφέροντα!