Το 1979, δεκαεννέα ετών, πριν ακόμα πάω στρατιώτης, ανακάλυψα τον Νίκο Καββαδία μέσα από τα βιβλία του, αλλά κυρίως από τον «Σταυρό του Νότου» του Θάνου Μικρούτσικου. Γέννημα- θρέμμα Ναυπλιώτης, είχα γνωριστεί τότε με τον μεγαλύτερό μου σε ηλικία Νότη Χασάπη και είχαμε μελοποιήσει  μαζί δυο ποιήματα του Καββαδία. Όταν γύρισα από τον στρατό, με απασχολούσε το τι θα κάνω στη ζωή μου και καταλάβαινα ότι το μόνο που μπορούσα ήταν να ασχοληθώ με τη μουσική. Έφτιαξα τότε κασέτες με διάφορα τραγούδια, ανάμεσα στα οποία και σε ποίηση Καββαδία και ανέβαινα στην Αθήνα για να τα δειγματίσω σε εταιρείες. Δεν είχα όμως καμία θετική απάντηση.

Κάποια μέρα διαβάζω στην εφημερίδα ότι το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης ανανεώνεται, γίνεται πιο «ποιοτικό» και αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής του ο Θάνος Μικρούτσικος.  Αρχικά σκέφτηκα να παω μόνος μου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Όμως μετά από δύο μέρες σκέψης, μου ηρθε η ιδέα οτι θα ήταν εντυπωσιακότερο να παω με άλλον έναν που θα τραγουδούσαμε μαζί και θα παίζαμε κιθάρες. Τότε σκέφτηκα να προτείνω στον Νοτη να με ακολουθήσει στην ιδέα μου αυτή. Και αυτος μου ειπε «Ό,τι κάνεις, Ηλία, θα σε ακολουθήσω».
 
Ετσι έστειλα τα δυο μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία, το «Θεσσαλονίκη ΙΙ» και το «Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου», που ειχαμε μελοποιήσει μαζί, στο Φεστιβάλ.  Το Φεστιβάλ μού ζητάει τότε την άδεια από την οικογένεια Καββαδία, που έχει τα δικαιώματα. Μέλη της επιτροπής του πολύ αξιόλογα πρόσωπα όπως η συγχωρεμένη Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου, η Δήμητρα Γαλάνη, η Αλέκα Παΐζη, ο Κώστας Λαχάς και ο Λευτέρης Χουρμουσιάδης. Αρχικά σκέφτηκα να παω μόνος μου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
 
Όμως μετά από δύο μέρες σκέψης, μου ηρθε η ιδέα οτι θα ήταν εντυπωσιακότερο να παω με άλλον έναν που θα τραγουδούσαμε μαζί και θα παίζαμε κιθάρες. Τότε σκέφτηκα να προτείνω στον Νοτη να με ακολουθήσει στην ιδέα μου αυτή. Και αυτος μου ειπε «Ό,τι κάνεις, Ηλία, θα σε ακολουθήσω». Ετσι έστειλα τα δυο μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία, το «Θεσσαλονίκη ΙΙ» και το «Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου», που ειχαμε μελοποιήσει μαζί, στο Φεστιβάλ.  Το Φεστιβάλ μού ζητάει τότε την άδεια από την οικογένεια Καββαδία, που έχει τα δικαιώματα. Ο μόνος άνθρωπος που ήξερα για να προσεγγίσω την οικογένεια Καββαδία ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος  ο οποίος μου είχε δώσει το τηλέφωνό του όταν μια βραδιά είχε έρθει ως πελάτης στο Ναύπλιο στο μαγαζί όπου τραγουδούσα.  Του τηλεφώνησα και μου έδωσε το τηλέφωνο της αδελφής του Καββαδία, Τζένιας.  
 
Επικοινώνησα μαζί της, άνοιξη του 1984, και μου είπε να περάσω από το σπίτι της. Εγώ έμενα στο Ναύπλιο πάντα και πήρα το λεωφορείο για να ανέβω. Δεν είχα άλλα χρήματα και έτσι όταν έφτασα στο Κτελ, στον Κηφισό, πήγα με τα πόδια στο Κουκάκι όπου εκείνη έμενε, απόσταση επτά χιλιόμετρα. Είχα έναν νεανικό ενθουσιασμό και θάρρος, όμως όσο πλησίαζα στο σπίτι, άρχιζα σιγά σιγά να αισθάνομαι πολύ περίεργα, σαν να μου είχανε «κοπεί τα πόδια».  Πώς θα έμπαινα σε αυτό το σπίτι που είχαν περάσει τόσοι σημαντικοί άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης; Και αναρωτήθηκα «τι δουλειά ειχα εδω εγω ένα φτωχό παιδί από την επαρχία;».

 

 
xebarkoi
 

Έκανα βήματα για να φύγω, όμως σταμάτησα σκεφτόμενος ότι η γυναίκα με περιμένει. Τελικά χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξε.  Με πήρε σχεδόν αγκαλιά για να μη πέσω κάτω από το άγχος και την κούραση που είχα απ' το περπάτημα. Μου έδωσε πορτοκαλάδα για να πιω να ξεδιψάσω, και σχεδον ήπια όλο το μπουκάλι με τη μια. Με πολύ μεγάλη δυσκολία ύστερα από ώρα της έδωσα την κασέτα με τα τραγούδια, αλλά και της τα έπαιξα ζωντανά με την κιθάρα μου, και με διορθωνε λεγοντάς μου πώς πρεπει να προφερω τον λογο του ποιητη. Δεν της ανέφερα τίποτα για το Φεστιβάλ. Μονάχα της ζήτησα την άδεια για να τα κάνω τραγούδια. Δεν μου έδωσε καμία σημασία, το αγνόησε τελείως και δεν μου απάντησε μέχρι και που έφυγα.

 

Αντιθέτως μου έλεγε όλη την ώρα ιστορίες από τα ταξίδια του Καββαδία και μου ζήτησε να ξαναπάω σε δεκαπέντε μέρες.Έκανα βήματα για να φύγω, όμως σταμάτησα σκεφτόμενος ότι η γυναίκα με περιμένει. Τελικά χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξε.  Με πήρε σχεδόν αγκαλιά για να μη πέσω κάτω από το άγχος και την κούραση που είχα απ' το περπάτημα. Μου έδωσε πορτοκαλάδα για να πιω να ξεδιψάσω, και σχεδον ήπια όλο το μπουκάλι με τη μια. Με πολύ μεγάλη δυσκολία ύστερα από ώρα της έδωσα την κασέτα με τα τραγούδια, αλλά και της τα έπαιξα ζωντανά με την κιθάρα μου, και με διορθωνε λεγοντάς μου πώς πρεπει να προφερω τον λογο του ποιητη. Δεν της ανέφερα τίποτα για το Φεστιβάλ. Μονάχα της ζήτησα την άδεια για να τα κάνω τραγούδια. Δεν μου έδωσε καμία σημασία, το αγνόησε τελείως και δεν μου απάντησε μέχρι και που έφυγα. Αντιθέτως μου έλεγε όλη την ώρα ιστορίες από τα ταξίδια του Καββαδία και μου ζήτησε να ξαναπάω σε δεκαπέντε μέρες. 

 

Κατέβηκα, λοιπόν, στο Ναύπλιο στενοχωρημένος που δεν είχα πάρει την άδεια γιατι με πίεζε η προθεσμία υποβολής στο Φεστιβάλ ταυτόχρονα όμως σκεφτόμουνα και όσες ιστορίες μου έλεγε για τον ποιητή. Ξαναπήγα μετά από δεκαπέντε μέρες, παλι με τα ποδια επτά χιλιομετρα γιατι πάλι δεν είχα χρήματα, και με ρώτησε «θυμάσαι τα ποιήματα που μου τραγούδησες την προηγούμενη φορά εδώ;». Της τα τραγούδησα και την είδα οτι της άρεσαν περισσότερο απο την προηγούμενη φορά, και παράλληλα μου έλεγε πώς πρεπει να εκφερω τον λογο του ποιητή. Και η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε. Μου έλεγε ιστορίες από τον Καββαδία και καμία νύξη για άδεια. Αυτό συνέβη τέσσερις φορές.

 

Κάθε φορά όμως που πήγαινα και της έπαιζα τα τραγούδια που κάναμε με τον Νότη, αυτά γίνονταν ολοένα και καλύτερα έστω και υποσυνείδητα.  Σήμερα ξέρω το γιατί. Γιατί όλες αυτές οι ιστορίες που μου έλεγε, με έκαναν να μπαίνω βαθύτερα στο πνεύμα του ποιητή. Σε αυτήν την τέταρτη φορά μου έδωσε τη χειρόγραφη άδειά της, στο όνομά μου, στις 3 Ιουνίου του 1984, με την ευχή να κερδίσω. Η Τζένια Καββαδία έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτά τα τραγούδια αλλά και στη δική μου ζωή γενικότερα.  Συμμετείχαμε με τον Νότη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το Σεπτέμβρη του 1984, με το ένα από τα δυο μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία και πήραμε το τρίτο βραβείο σύνθεσης. Μετά από αυτό αποφασίζω να εγκατασταθώ μόνιμα στην Αθήνα καθώς έβλεπα ότι δεν γινόταν να προχωρήσω στη μουσική μου πορεία ζώντας στην επαρχία.

 
xebarkoi2
 
 
Μετακόμισα, λοιπόν, στα Εξάρχεια και ξεκίνησα να παίζω σε μαγαζιά ως κιθαρίστας και τραγουδιστής και παράλληλα έρχομαι σε επαφή με τον παραγωγό Γιώργο Μακράκη με την προοπτική να κυκλοφορήσει από τη ΜΙΝΟΣ ένας δίσκος με τα μελοποιημένα ποιήματα –εκτός των δύο του Φεστιβάλ- που είχαμε συνδημιουργήσει με τον Νότη.  Για δυο χρόνια έγινε ένας τεράστιος αγώνας από την πλευρά μου για να ηχογραφηθεί και να κυκλοφορήσει ο δίσκος.  Και βεβαίως πάλι ένας μεγάλος αγώνας για να πάρω νέα άδεια από την Καββαδία για τα νέα τραγούδια στην οποία συνεχίζω και πηγαίνω σπίτι της και να της τα παίζω με την κιθάρα.

 

Στις 3 Απριλίου του 1986 λοιπόν, δινω ραντεβού με την Δήμητρα Γαλάνη στην οδό Ιπποκράτους και Αλεξάνδρας για να πάμε μαζί στο σπίτι της Καββαδία μιας και μου είχε πει οτι ήθελε να τους γνωρίσει απο κοντά και η ίδια.Μετακόμισα, λοιπόν, στα Εξάρχεια και ξεκίνησα να παίζω σε μαγαζιά ως κιθαρίστας και τραγουδιστής και παράλληλα έρχομαι σε επαφή με τον παραγωγό Γιώργο Μακράκη με την προοπτική να κυκλοφορήσει από τη ΜΙΝΟΣ ένας δίσκος με τα μελοποιημένα ποιήματα –εκτός των δύο του Φεστιβάλ- που είχαμε συνδημιουργήσει με τον Νότη.  Για δυο χρόνια έγινε ένας τεράστιος αγώνας από την πλευρά μου για να ηχογραφηθεί και να κυκλοφορήσει ο δίσκος.  Και βεβαίως πάλι ένας μεγάλος αγώνας για να πάρω νέα άδεια από την Καββαδία για τα νέα τραγούδια στην οποία συνεχίζω και πηγαίνω σπίτι της και να της τα παίζω με την κιθάρα. Στις 3 Απριλίου του 1986 λοιπόν, δινω ραντεβού με την Δήμητρα Γαλάνη στην οδό Ιπποκράτους και Αλεξάνδρας για να πάμε μαζί στο σπίτι της Καββαδία μιας και μου είχε πει οτι ήθελε να τους γνωρίσει απο κοντά και η ίδια. 

 

Πήγαμε, στο σπίτι, ήμασταν η Καββαδία, εγώ, η Γαλάνη, η Έλγκα, κόρη της Τζένιας Καββαδία, και ο εγγονός της Τζένιας, Φίλιππος, και μου δίνεται η πολυπόθητη χειρόγραφη άδεια των 11 ποιημάτων του Νίκου Καββαδία που την παραλαμβανω με τρομερή συγκίνηση. Εδώ θα πρέπει να πω οτι η εταιρεία ΜΙΝΟΣ δεν μου είχε ως τότε κάνει κανένα συμβόλαιο, ότι θα έκανα τον δίσκο στην εταιρεία, ηταν όλα στον αέρα, και χρειαζόταν από την πλευρά μου να δώσω μεγάλο αγώνα για να πείσω τόσο την εταιρεία όσο και την οικογενεια Καββαδία. Την μεν εταιρεία και τον παραγωγό Γιωργο Μακρακη επισκεπόμουν δυο φορές την εβδομαδα,  το δε σπιτι της Καββαδία επίσης δυο φορέ την εβδομάδα για δυο χρόνια.  Η σχέση μου και με τον Μακράκη, όπως επίσης και με την οικογένεια Καββαδία κρατάει έως σήμερα. Μια ημέρα του Ιουνίου του 1986,  μου λέει ο παραγωγος μου ο Μακράκης να πω του Νοτη να έρθει στην Αθήνα να κάνουμε την ηχογράφηση. Έρχεται και σε δυο  μέρες ολοκληρώθηκαν τα ηχογραφήματα παίζοντας και τραγουδώντας ζωντανά στο στούντιο. Ο Νοτης, έπειτα έφυγε για το Ναύπλιο. Όμως υπήρχε πολλή δουλειά ακόμα μέχρι να βγει ο δίσκος στην κυκλοφορία και όλα έπρεπε να περάσουν απο τα χέρια μου.

 

Η ενορχήστρωση έγινε από τον Τάσο Καρακατσάνη πηγαίνοντας πολλές φορές στο σπίτι του για να μιλήσουμε αλλά και κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων για το αποτέλεσμα και το ηχόχρωμα που θα έχει ο δίσκος. Συμμετέχει, βεβαίως  η Δήμητρα Γαλάνη τραγουδώντας με την κιθάρα της το «Γράμμα ενός αρρώστου». Έπρεπε, επίσης, τότε να σχεδιαστεί και το εξώφυλλο του δίσκου. Εγώ δεν ήθελα με τίποτα να υπάρχει η φωτογραφία μας στο εξώφυλλο ούτε καν στο οπισθόφυλλο. Ήθελα να είναι ο Καββαδίας και μονο ο Καββαδίας. Η αδερφή του ποιητή φύλαγε στο σπίτι της ένα μπαούλο με προσωπικά αντικείμενα και φωτογραφίες του Καββαδία.

 
 

Ανάμεσα στα τόσα ενθύμια είδα και αυτήν την φωτογραφία που μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση, και από την πρώτη στιγμή χαράχτηκε στη μνήμη μου. Ρώτησα την Καββαδία, «πόσων χρονών είναι εδώ ο αδερφός σας;» «22» μου απαντά, «δεν είναι πολύ ωραία φωτογραφία;». «Είναι καταπληκτική» της λέω, «δεν έχω ξαναδεί τόσο νέο άνθρωπο σε τέτοιου στιλ φωτογραφία, συνήθως τέτοιες φωτογραφίες με τραγιάσκα και πίπα έχουν οι μεγαλύτεροι άνθρωποι στην ηλικία». «Εάν κοιτάξεις πιο προσεχτικά, Ηλία, θα δεις ότι στο κάτω μέρος της γράφει “S/S ιονιον 1934 Νίκος Καββαδίας”. Είναι το καράβι που ταξίδευε, είναι μια φωτογραφία γεμάτη αναμνήσεις για μένα και την φυλάω προσεχτικά» μου είπε. Μια ήμερα, λοιπόν, του Αυγούστου, του 1986, ήμουν στην εταιρεία ΜΙΝΟΣ στο γραφείο του παραγωγού μας, Μακράκη, με είχε καλέσει για να συζητήσουμε για το εξώφυλλο του δίσκου και εκεί που μιλούσαμε και ανταλλάσσαμε απόψεις με ρώτησε «πώς φαντάζεσαι να είναι το εξώφυλλο του δίσκου, Ηλία;»

 

Εγώ έχοντας δει αυτή την ωραία φωτογραφία του Καββαδία, μου γεννήθηκε η ιδέα να την αξιοποιήσω στο εξώφυλλο του δίσκου, και να μην μένει μέσα στο μπαούλο. Του ανέφερα για την φωτογραφία και του είπα ότι μαζί με την φωτογραφία θέλω να υπάρχει και ένα καράβι, αλλά καράβι σκουριασμένο μιας και η φωτογραφία ήταν παλιά και κιτρινισμένη και δεν θα της ταίριαζε να έχει δίπλα της ένα καράβι ιλουστρασιόν.

 

Μου είπε «φέρ’ την αμέσως». Τηλεφώνησα στην Καββαδία και την άλλη μέρα ήμουνα στο σπίτι της για να της πω την ιδέα μου την οποία αποδέχτηκε και μου έδωσε την άδεια. Έτσι η φωτογραφία πήρε την θέση που της αξίζει, στο εξώφυλλο του δίσκου "S/S Ιονιον 1934".

 

Όμως, έλειπε μια φωτογραφία με ένα καράβι, όπως ήθελα να υπάρχει. Τότε μαζί  με τον  Χάρη Σπυρόπουλο, τον φωτογράφο πηγα μαζι του στον Σκαραμαγκά και εκεί βγάλαμε δεκαπέντε σκουριασμένες πρίμες, και πλώρες. Κάτι εδώ, κάτι εκεί, μας πήρε το απόγευμα, ανάμεσα σε πλοία νεκρά θα έλεγε κανείς, που όμως το κάθε ένα από αυτά είχε να διηγηθεί την δική του μεγάλη ιστορία. Καταλήξαμε σε ένα ταβερνάκι να συζητάμε. Την άλλη ημέρα πήγα τις φωτογραφίες των καραβιών στον Μακρακη, τις άπλωσα στο γραφείο του και αφού τις κοίταξε μου είπε «εγώ διάλεξα, εσύ ποια διαλέγεις;». «Αυτή με το λίγο πρασινάκι επάνω που έχει σχηματιστεί με τον καιρό» του απάντησα και αμέσως μου λέει γελώντας σαν να κερδίσαμε κάτι: «κι εγώ αυτή λέω».  Έτσι γεννήθηκε το εξώφυλλο του δίσκου «S/S Iονιον 1934 - Oι Ξέμπαρκοι», και η φωτογραφια αυτη  του ποιητη Νικου Καββαδια έμελε να γινει η πιο χαρακτηριστικη φωτογραφια του. 

 

Η επίσημη κυκλοφορία του δίσκου είναι 3 Νοεμβρίου του 1986 άσχετα εαν ο δίσκος γράφει τον Οκτώβρη. Μια ημέρα με κάλεσε ο Μακρακης να πάω στη ΜΙΝΟΣ. Όταν έφτασα, μου είχε δύο τσάντες από είκοσι δίσκους η καθε μία. «Τι θα τις κάνω τις τσάντες με τους δίσκους;» τον ρωτώω. «Θα τους πάρεις και θα τους πας στην ΕΡΤ να τους μοιράσεις στους δημοσιογράφους. Εγώ τοτε ήμουν εξήντα κιλά, και οι δίσκοι ζύγιζαν τριάντα. Πήγα στην ΕΡΤ εξουθενωμένος και τους μοίρασα έναν έναν στα γραφεία. Εκεί γνώρισα τον Δημήτρη Λέκκα που τότε έκανε τη μουσική εκπομπή «Νέα Πρόσσωπα», όπως και τον Γιώργο Παπαστεφάνου. Έτσι, μετά από επίμονες προσπάθειές μου, εγινε η πρώτη εκπομπή στην ΕΡΤ, την άνοιξη του 1987, στο Ναύπλιο και ακολούθησε μια δεύτερη.  Με τον Νότη δουλέψαμε μαζί ως ντουέτο 4 μήνες μετά την κυκλοφορία του δίσκου σε ένα μαγαζί στην Αθήνα. Οι δρόμοι μας χώρισαν την άνοιξη του 1987. Αυτός έμενε πάντα στο Ναύπλιο, εγώ στην Αθήνα.

 

Συνεπώς δεν μπορούσαμε να ακολουθήσουμε μια κοινή πορεία και ζωντανές εμφανίσεις. Τελικα δεν με ακολουθήσε όπως μου είχε υποσχεθεί κι έτσι το συγκρότημα «Οι Ξέμπαρκοι» πέθανε με τη γέννησή του. Αυτός είναι και ο λόγος που η ιστορία των «Ξέμπαρκων» δεν είχε συνέχεια. Ο δίσκος όμως ακολούθησε τη δική του πορεία στο χρόνο. Εγώ συνέχισα να μορφώνομαι στη μουσική και αποφασίζω να φύγω, το 1994, στο Παρίσι στενοχωρημένος γιατί δεν μπορούσα να συνεχίσω ως «Ξέμπαρκοι»  το μελοποιημένο έργο του Καββαδία. Εκεί έμεινα μέχρι το 2004 ζώντας από τη μουσική.  Όλα αυτά τα χρόνια  δεν σταματούσα όμως να μελοποιώ ποιήματα του Καββαδία και αλλων ποιητων.  

 

Σήμερα έχω έτοιμες τρεις δισκογραφικές εργασίες. Στην πρώτη μελοποιώ ποιήματα του Νίκου Καββαδία, του Μιχάλη Γκανά, της Μυρτιώτισσας, του Ανδρέα Τσιάκου, ενός νέου ποιητή από το Άργος και του Γιάννη Τσατσόπουλου. Η δεύτερη είναι εξ’ ολοκλήρου σε ποίηση του Νίκου Καββαδία, σε ένα τελείως πρωτότυπο μουσικό ύφος και η τρίτη σε ποιήματα του Κωστή Παλαμά από τα «Σατιρικά Γυμνάσματά» του. Στόχος μου είναι στο προσεχές μέλλον να διοργανώσω μια μεγάλη εορτή στο Ζάππειο Μέγαρο για τον Νίκο Καββαδία. Με όλες τις τιμές που του πρέπουν.