Με εφόδια την κλασική παιδεία του στο πιάνο και τη σύνθεση αλλά και τη συμμετοχή του τόσο στις ζωντανές παραστάσεις όσο και σε δίσκους της ομάδας Σπείρα Σπείρα του Σταμάτη Κραουνάκη, η οποία του προσέδωσε σκηνική εμπειρία και παράλληλα διδάσκοντας μουσική σε δύο διαφορετικές δραματικές σχολές, ο Χρίστος Θεοδώρου τα τελευταία αρκετά χρόνια συνεχίζει την προσωπική δημιουργική του διαδρομή προσεκτικά, με μια ασυνήθιστα ολοκληρωμένη προσέγγιση στη μουσική πράξη, τόσο στο συνθετικό όσο και στο ενορχηστρωτικό σκέλος της. Αυτό φαίνεται στη συνεχή ωρίμανση των τριών δίσκων που κυκλοφόρησε από το ’09 μέχρι το ’13, με ερμηνεύτρια την Βικτωρία Ταγκούλη και τους οποίους διέκρινε μια σπάνια αληθινή καλαισθησία. Το ίδιο και στο project «Άνοιξη», ένα υπέροχο instrumental album σόλο πιάνου με εκτελεστή τον ίδιο, το οποίο κυκλοφόρησε μόνο ψηφιακά πέρυσι (εδώ).

 

 

Περισσότερα από τρία χρόνια μετά τον τελευταίο δίσκο του με τραγούδια ήρθε πριν λίγο καιρό ο νέος, τέταρτος κατά σειρά, το «Καρδιά Μισή», που ενώ έχει όλα τα μέχρι τώρα χαρακτηριστικά του ύφους του και την ποιότητα που τον χαρακτηρίζει διαφοροποιείται αισθητά από τους προηγούμενους. Πριν από όλα ο μόνιμος συνεργάτης του τα τελευταία χρόνια Μιχάλης Γελασάκης υπογράφει αυτή τη φορά τους στίχους των μισών από τα οκτώ τραγούδια του δίσκου, σε ένα τους έχει γράψει ο Πάνος Σουρούνης και τα υπόλοιπα είναι μελοποιήσεις ποιημάτων. Ακόμα πιο σημαντική διαφορά όμως είναι σίγουρα ότι, εκτός από τη Βικτωρία Ταγκούλη, που ερμηνεύει δύο τραγούδια, στα υπόλοιπα συναντούμε έξι (!) διαφορετικές ερμηνεύτριες, από γνωστές και καταξιωμένες ως πρωτοεμφανιζόμενες, τις: Ρίτα Αντωνοπούλου, Πολυξένη Καράκογλου, Μαρία Παπαγεωργίου, Έλενα Παπανικολάου, Χριστίνα Μαξούρη και Nalyssa Green.

 


Ο Χρίστος Θεοδώρου με την Ρίτα Αντωνοπούλου, την Έλενα Παπανικολάου και την Πολυξένη Καράκογλου για μία εμφάνιση στον Ιανό στις 24 Μαΐου. Περισσότερα εδώ


 

Η ποικιλία και η εναλλαγή τόσων διαφορετικών φωνών λειτουργεί φυσικά ως «προστιθέμενη αξία» στην ήδη μεγάλη του «Καρδιά Μισή» που κυκλοφορεί από την Μικρή Άρκτο του Παρασκευά Καρασούλου. Από τα τραγούδια του θα ξεχώριζα πριν από όλα αυτό που, είτε για... αλφαβητικούς είτε για οποιουσδήποτε άλλους λόγους αλλά τελικά απολύτως δικαιωματικά, είναι και αυτό που τον ανοίγει. Το «Ας ήταν να σε δω για λίγο». Οι στίχοι του Μιχάλη Γελασάκη ενέπνευσαν στον Χρίστο Θεοδώρου μια μελαγχολική ίσως αλλά και γεμάτη από εσωτερική δύναμη μελωδία και το σύνολο βρήκε την περισσότερο και από ιδανική ερμηνεύτρια του στο πρόσωπο της Ρίτας Αντωνοπούλου, ίσως της κορυφαίας ερμηνεύτριας της γενεάς της, η οποία διατηρεί τον χαρακτηριστικό δυναμισμό της ακόμα και όταν βυθίζεται μέσα στον ερωτικό πόνο όπως σε αυτή την περίπτωση.

 

 

Το άλλο τραγούδι που σαφώς ξεχωρίζω αποτελεί και την μεγαλύτερη ίσως έκπληξη του δίσκου, την μελοποίηση του ποιήματος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Κλείσε τα παράθυρα», όπου η Nalyssa Green αποδίδει με μια σπάνια, σχεδόν εύθραυστη ευαισθησία. Όχι όμως ότι υστερούν σημαντικά και τα υπόλοιπα (με μοναδική σχετική εξαίρεση το «Το Φιλί» που είναι αρκετά πιο αδύναμο από τα άλλα και όχι επειδή είναι το πιο «λαϊκό» του album, αλλά γιατί προσωπικά θεωρώ του στίχους του Πάνου Σουρούνη πιο αδύναμους από εκείνους των υπολοίπων τραγουδιών), καθώς συναποτελούν μια εργασία όχι πλέον απλά ταλέντου και υψηλής αισθητικής αλλά άριστης ποιότητας και με την κομψότητα, την έμφυτη ευγένεια μα και το ήθος ορατά ακόμα και στην τελευταία λεπτομέρεια της. Συνομίλησα με τον Χρίστο Θεοδώρου για το πως έφτασε τόσο αβίαστα σε έναν δίσκο που για εμένα ξεχωρίζει.

 

Αντίθετα με τους προηγούμενους δίσκους σου σε αυτόν είναι σα να προσπάθησες σχεδόν κάθε τραγούδι να το λέει διαφορετική φωνή. Γιατί ανάμεσα στις τόσες κυρίες δεν υπάρχει έστω ένας ερμηνευτής; Το να γράφεις για ανδρική φωνή όχι απλά δεν σε εμπνέει αλλά ούτε καν σου λέει κάτι;
Σαφώς με εμπνέουν οι αντρικές φωνές, απλώς εδώ προέκυψε πολύ φυσικά το όλο πράγμα. Είχα ήδη ηχογραφήσει τρία τραγούδια με ισάριθμες από τις ερμηνεύτριες, όλα τους είχαν και στιχουργική και μουσική συνάφεια μεταξύ τους και σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίος ένας κύκλος τραγουδιών με επτά διαφορετικές γυναικείες περσόνες.

 

Τι σε έκανε να επιλέξεις συγκεκριμένα κάθε μία από αυτές, εκτός φυσικά από την Βικτωρία Ταγκούλη που θα έλεγα ότι ήταν δεδομένη;
Η Ρίτα Αντωνοπουλου είναι μία μεγάλη σύγχρονη ερμηνεύτρια με έντονο δυναμισμό και πολύ ιδιαίτερη, ζεστή χροιά. Η Μαρία Παπαγεωργίου – η οποία είναι και καθηγήτρια φωνητικής - έχει μία υπέροχα εσωτερική και τρυφερή φωνή. Η ηθοποιός Χριστίνα Μαξούρη είναι μία καινούρια φωνή με λαϊκοπαραδοσιακό χρώμα. Η Πολυξένη Καράκογλου είναι μία πολύ νεαρή εξαιρετική ερμηνεύτρια με μεγάλες δυνατότητες. Η Έλενα Παπανικολάου, επίσης νέα, πολύ ωραία φωνή με λυρικές και χατζιδακικές καταβολές και στο δίσκο αυτό κυκλοφορεί το πρώτο δικό της τραγούδι. Η Nalyssa Green, εκτός από εξαιρετική συνθέτιδα, έχει μία πολύ όμορφη «κοριτσίστικη» και συγχρόνως απόκοσμη φωνή που γοητεύει. Τις ευχαριστώ πολύ όλες για την συμμέτοχη τους στο δίσκο.

 

Δεν περιμέναμε ότι η  Nalyssa Green θα ερμήνευε, ιδανικά θα έλεγα, ένα τραγούδι όχι μόνο με ελληνικό και όχι αγγλικό στίχο όπως τα δικά της, αλλά και τόσο έξω από το ύφος στο οποίο κινείται. Τι σε έκανε να της προτείνεις αυτή την παράδοξη καταρχήν συνεργασία;
Της το πρότεινα ακριβώς για αυτό, επειδή κινείται σε εντελώς άλλο ύφος σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η συνύπαρξη της φωνής της με το μελοποιημένο ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Το αποτέλεσμα μου αρέσει πραγματικά πάρα πολύ. Τα παράδοξα και οι αντιθέσεις πολλές φορές είναι πολύ ωραία στοιχεία και επίσης έχουν μεγάλη σχέση με τον ορισμό της έννοιας σύνθεση.

 

 

Πως προέκυψαν οι μελοποιήσεις των ποιημάτων στο δίσκο;
Τα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, της Διαλεχτής Ζευγώλη - Γλέζου και του Ζαχαρία Παπαντωνίου εξυπηρετούν πολύ την ενότητα του δίσκου θεματολογικά αλλά και συναισθηματικά, μου άρεσαν πάρα πολύ και έτσι τα μελοποίησα και τα ενέταξα σε αυτόν. Έχουν πολύ έντονο το ερωτικό στοιχείο και όλα μιλούν για το ανολοκλήρωτο, το ανεκπλήρωτο και την έλλειψη.

 

Έχεις πει ότι είναι η φιλία σου με τον Πάνο Σουρούνη που σε έκανε να μελοποιήσεις τους στίχους του για το «Το Φιλί», ήταν όμως αυτοί μόνο που σε οδήγησαν σε ένα χασάπικο, κάτι που, σε δίσκο σου τουλάχιστον, συμβαίνει για πρώτη φορά; Ποιο ήταν το στοιχείο των στίχων που, υποσυνείδητα έστω, σε «παρέπεμψε» σε μια λαϊκή μελωδία και με τον συγκεκριμένο ρυθμό;
Πολλές φορές όταν μελοποιώ στίχους υπάρχει κάτι ανεξήγητο στον ρυθμό του λόγου που με οδηγεί κάθε φορά και σε διαφορετικό μουσικό κλίμα. Έτσι έγινε και σε αυτό το τραγούδι και προέκυψε χασάπικο. Είναι μεν το πρώτο τέτοιο που δισκογραφήθηκε αλλά στις θεατρικές επενδύσεις μου έχω γράψει αρκετά τραγούδια που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν λαϊκότροπα. Το στοιχείο αυτό το έχω πολύ έντονο μέσα μου και στο μέλλον θα εξωτερικευθεί περισσότερο.

 

Δεν θα σε ρωτήσω αν δεν μπορούσες να γράψεις περισσότερα τραγούδια γιατί είμαι σίγουρος ότι ήδη έχεις έτοιμα αρκετά. Γιατί λοιπόν ο δίσκος περιλαμβάνει μόνον οκτώ, θεωρείς ότι ολοκληρώνεται με αυτά ή για κάποιον άλλο λόγο;
Πιστεύω ότι οι επτά διαφορετικές ερμηνεύτριες είναι αρκετές για την ολοκλήρωση της αίσθησης αυτού του δίσκου. Προσωπικά από πλευράς ποσότητας δεν μου λείπει τίποτα, έχω την αίσθηση της πληρότητας με τα οκτώ  τραγούδια του κύκλου. Ουκ εν τω πολλώ το ευ, άλλωστε!

 

Εφόσον η «μισή καρδιά» βρίσκεται -όπως φαίνεται- στα τραγούδια του δίσκου με προκαλείς να σε ρωτήσω πού είναι η άλλη μισή. Όχι στην... Κίνα πάντως φαντάζομαι!
Η άλλη μισή καρδιά βρίσκεται σε αυτό που μας λείπει, σε αυτό που πάντα θα μας λείπει και θα είναι το ερέθισμα για να γράφουμε τραγούδια, ποιήματα και να κάνουμε οτιδήποτε άλλο δημιουργικό.

 

Θεωρείς ότι οι επενδύσεις θεατρικών παραστάσεων που έχεις κάνει έχουν επηρεάσει με την πάροδο του χρόνου και τον τρόπο που γράφεις τραγούδια;
Οι μουσικές που έχω γράψει για το θέατρο και τα musical μου έχουν προσφέρει τα μέγιστα στον τρόπο που γράφω τραγούδια, μου έχουν δώσει την άνεση να γράφω σε πολλά διαφορετικά στιλ διατηρώντας το ύφος μου και επίσης έχω εξασκηθεί στο θέμα της ταχύτητας και της πυκνότητας της ενέργειας σε σχέση με τον χρόνο, το να πετυχαίνω δηλαδή σε σύντομο χρόνο το επιθυμητό αποτέλεσμα χωρίς αυτό να υστερεί σε τίποτα ως προς την ποιότητα και την υψηλή αισθητική του.

 

 

Πιστεύεις λοιπόν ότι η πολύ ιδιαίτερη ομολογουμένως αισθητική των δίσκων σου (στην εποχή της κρίσης που όλοι κοιτάζουν να κάνουν οικονομία δεν είναι πολλοί πια αυτοί οι οποίοι χρησιμοποιούν έγχορδα για απλά τραγούδια) οφείλεται στην ενασχόληση σου με το θέατρο αλλά και στα musical που έχεις γράψει;
Δεν πιστεύω ότι οφείλεται αποκλειστικά σε αυτό αλλά σίγουρα με έχουν επηρεάσει πολύ αυτά τα δύο είδη. Αν υπάρχει θέληση και επιμονή μπορούν να επιτυγχάνονται ποιοτικά αποτελέσματα υψηλού επιπέδου με πολύ οικονομικές λύσεις. Απλώς χρειάζεται προσοχή στις επιλογές και πολύ καλή προετοιμασία.

 

Είναι σημαντικό αίτημα αλήθεια για την το σημερινό ελληνικό τραγούδι, πέραν φυσικά από αυτά που γράφονται να είναι καλά, να διαθέτει και μια αισθητική υψηλού επιπέδου;
Η αισθητική υψηλού επιπέδου θα πρέπει να είναι ένα πολύ σημαντικό ζητούμενο για το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Βασική προϋπόθεση φυσικά είναι να υπάρχουν καλά τραγούδια ως προς το στίχο και τη μουσική τους αλλά το θέμα της γενικότερης αισθητικής είναι πρωταρχικό πιστεύω και πρέπει να το επιδιώκουμε όλοι. Προσωπικά το προσέχω πάρα πολύ στις δουλειές μου, είναι πολύ σημαντικό.

 

Και τι προγραμματίζεις για το καλοκαίρι και ίσως και στη συνέχεια, σε σχέση με τον δίσκο ή και όχι  μόνον αυτόν;
Η πρώτη συναυλία με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου θα πραγματοποιηθεί στον πολυχώρο «Ιανός» στις 24 Μαϊου με την Ρίτα Αντωνοπούλου, την Πολυξένη Καράκογλου και την Έλενα Παπανικολάου και σίγουρα θα ακολουθήσουν κάποιες ακόμα μέσα στο καλοκαίρι.