Έχει το ταλέντο να φτιάχνει ιστορίες μέσα από τα άνθη της και άνθη μέσα από τις ιστορίες της. Πρωτοκάρπισε με τον «Χειμωνανθό», «ύστερα ήρθαν... οι "Μέλισσες"», έπειτα ορισμένα ακόμα τραγούδια και κατόπιν ολοκληρωμένες συνεργασίες στους δίσκους «Μ' αγαπούσες κι άνθιζε», «Είδα του τρελού τα κλάματα». Κι έπεται καρποφόρα συνέχεια μέσα σε ένα άνυδρο -οικονομικά- για τους δημιουργούς τοπίο όπου το Ντοστογιεφσκικό «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» ακούγεται σαν ήχος κέρματος σε άδεια λίμνη.  Όπως όμως λέει και η ίδια: «Το αύριο είναι άγνωστο, ευτυχώς είναι άγνωστο. Και θέλω τα κλάματα των ανθρώπων, όχι τα μεγάλα λόγια». 

Ξεκινώ με δυο φράσεις που θέλω να μου συμπληρώσεις. Η πρώτη: «Τη λένε Ελένη» κατά το πρόσφατό σου «Τη λένε Εύα». Με ποιες λέξεις, εικόνες, συναισθήματα, εμπειρίες κ.τ.λ. θα πάλευες να κάνεις ρίμες;
Τη λένε Ελένη γιατί Ελένη έλεγαν τη μάνα του πατέρα της. Αλλιώς θα την έλεγαν Αγγελική ή Ροδάνθη. Από τη μάνα της μάνας της ή τη μάνα της μάνας του πατέρα της. Αυτή είναι μια μυθολογία προσωπική. Το όνομά μου και τα ονόματα που έχασα είναι η οικογένειά μου. Κι αν μπορούσε να γίνει τραγούδι θα ήταν μόνο για μένα. Αλλά δε μπορεί. 
Και για να απαντήσω όπως πρέπει στην ερώτησή σου, εγώ είμαι ένα ψηφιδωτό από όλα μου τα τραγούδια. Είμαι και η Εύα και η Κική και η Κοραλία, είμαι η Μαντάμ και η Ελένη και η Λέλα από τα επόμενα, είμαι αυτές και καμία απ’ αυτές. Ένα ψηφιδωτό που δεν έχει τελειώσει ακόμη. Σε έναν μόνο στίχο δεν μπορώ να με χωρέσω. Αυτό είναι δουλειά κάποιου που δεν με ξέρει και με ονειρεύεται. Εγώ με ξέρω και δεν με ονειρεύομαι ποτέ.
 
«Η Κρήτη εντός μου»…
…. Είναι η παιδική ηλικία και η νεότητα που κρατιέμαι και δεν την έχω ακόμη νοσταλγήσει και που όταν το κάνω θα έχω τελειώσει νομίζω. Είμαι σκληρή με τη νοσταλγία, δεν την επιθυμώ.
 
Με ελάχιστη δισκογραφία έχεις ήδη αφήσει ένα καλλιτεχνικό αποτύπωμα.  Αν έπαιρνες το ρόλο του ακροατή, ποια ανάγκη του κόσμου, πιστεύεις, ότι κάλυψαν οι στίχοι σου και αγαπιούνται; 
Όπως κι αν γυρίσω έναν στίχο, τραγικός θα βγει. Αυτό είναι το κυρίαρχο σε μένα. Δεν ξέρω τι ακούν οι άλλοι, τι νιώθουν – τα τραγούδια τα ρίχνεις στη θάλασσα κι όποιος τα βρει - ξέρω όμως ότι έχω μια ειλικρίνεια χωρίς ντροπή και φόβο, χωρίς συναισθηματικές διορθώσεις.
 

Κι αν τελικά μ’ αγαπούν κάποιοι και ο λόγος είναι αυτός, τότε είμαι σίγουρη πως όσους ανθρώπους έχει φέρει κοντά μου, άλλους τόσους αντίστοιχα έχει διώξει. Και έτσι οφείλει. Δεν είμαι πολιτικός για να τους θέλω όλους. 

 

Η ανάγκη να εκφραστείς πολιτικά ως στιχουργός σου έχει χτυπήσει την πόρτα ή είναι κάτι «ξένο» ως έκφραση για σένα;
Όχι, πολιτικά ζούμε στην εποχή που το ’να χέρι δέρνει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο. Δε βρίσκω τίποτα άξιο και δεν είναι ότι δεν ψάχνω. Το πολιτικό, αν δεν είναι συνταρακτική η εποχή, έχει λαϊκισμό μέσα. Κι ύστερα μου αρέσει η προσωπική γραφή. Αυτό που θα ακούσει κάποιος μόνος του και θα παρηγορηθεί. Τους συμπονώ τους μόνους, αυτούς που δεν τους κοιτάζει κανείς. Δεν είπα ποτέ όχι σε κάποιον που ένιωθε μόνος. Με ενδιαφέρει και το κοινωνικό τραγούδι. Οι γειτονιές, το περιθώριο, αυτοί που τους κοιτάμε και κουνάμε το κεφάλι, ξέρουν πιο πολλά από μας. Και στη ζωή μου μ’ ενδιαφέρει, κάθομαι στα πεζούλια. Έχω γράψει τέτοια τραγούδια. Και θα γράψω κι άλλα, αν προλάβω. 
 
 
Έχεις αποσπάσει θερμότατα δημόσια σχόλια από ανθρώπους του τραγουδιού ακόμα και από ομότεχνούς σου, κάτι που δεν είναι και το πιο σύνηθες. Πού αποδίδεις αυτή τη «γενναιοδωρία»; 
Δεν μπορώ να το απαντήσω αυτό. Ο μόνος που πραγματικά είναι σοβαρά υποχρεωμένος να βρίσκει ωραία αυτά που γράφω, είμαι εγώ η ίδια. Ο κάθε άλλος που μπαίνει στον κόπο, με τιμά. Και το να σε επαινούν οι ομότεχνοι είναι συγκινητικό. Αλλά λόγια είναι, πάνε κι έρχονται. Αν υπάρχει αιτία κι είναι σοβαρή, θα φανεί νομίζω, στα στερνά. 
 
 
Πώς τα πας με τις «απομυθοποιήσεις» μπαίνοντας βαθύτερα στο χώρο του τραγουδιού; 
Δεν θα έπρεπε να μυθοποιεί κανείς κανέναν, παρά μόνο στον έρωτα. Είναι αρκετό  να εκτιμάς και να τιμάς το ταλέντο, την αξία και το έργο του άλλου, δε χρειάζεται να του βάζεις στέμμα και πορφύρα. Η μυθοποίηση έχει υπερβολή και κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα βρεθεί θρυμματισμένη. Κι όταν δεν μας κάνει το είδωλο κι αιτία είναι η υπερβολή μας, το θρυμματίζουμε κι αυτό και γινόμαστε τέρατα.  Αν τώρα με ρωτάς πώς τα πάω όχι με την απομυθοποίηση αλλά με την απογοήτευση μπαίνοντας βαθύτερα στο χώρο του τραγουδιού, θα σου πω πως δυσκολεύομαι – και δυσκολεύω προφανώς. Είναι δουλειά συνεργασίας κι εκεί γίνονται παράξενες προσμίξεις. Αλλά κι αυτό μόνη μου πρέπει να βρω τρόπους να το αντιμετωπίζω. Ο λυπημένος προκαλεί αποστροφή όχι έλξη, είναι διπλά μόνος. 
 
 
Όταν ακούς τραγούδια σου στο ραδιόφωνο, ποιο πλατωνικό μέρος της ψυχής σου χαίρεται περισσότερο;
Όταν ακούω κάτι δικό μου στο ραδιόφωνο, έχω τρακ. Ποτέ δε χαίρομαι, θα ήταν μεγάλη εξέλιξη και ανακούφιση για μένα απλώς να χαρώ. Ούτε καν στο πρώτο μου τραγούδι δε χάρηκα, που παιζόταν και πολύ. Το σκέφτομαι, το ξανασκέφτομαι, το κρίνω, το συγκρίνω, παλεύω να το αισθανθώ σαν ξένο οπότε, το λογιστικό κατά Πλάτωνα μέρος της ψυχής μου ξυπνάει, χαρούμενο ή μη. 
 
 
Με το  λογιστικό μέρος κατά κυριολεξία, τι γίνεται; Πόσο μπορεί να αντέξει ένας στιχουργός ειδικά όταν αυτή είναι και η μοναδική του βιοποριστική τέχνη;
Κάποιοι παίρνουν το τίποτα. Κάποιοι παίρνουν αρκετά. Θα έπρεπε αυτοί που μοιράζουν να συνυπολογίζουν και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Προσωπικά για μένα οι αμοιβές είναι αποτρεπτικές τού  να συνεχίσω αυτή τη δουλειά. 
 
 
«Αλλά κανείς δεν κοιτά τους κήπους» τιτλοφορείται η πρώτη σου ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε πριν τρία χρόνια από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Πώς καταφέρνεις και συντηρείς τα ποιητικά-στιχουργικά σου «άνθη» μέσα στο άνυδρο αστικό τοπίο;
Μα το αστικό είναι το τοπίο που τα γέννησε. Είμαι λουλούδι του πεζοδρομίου όχι του κάμπου. Και ως τέτοιο, η ζωή μου είναι λίγη. Ξέρω ότι κάποιες φορές δίνω γραπτά την εντύπωση του εραστή της φύσης αλλά αυτά είναι ονειρώξεις, όχι πάντα εμπειρία. Μ’ αρέσει να μεγενθύνω. Και το μόνο άσχημο που βρίσκω στην πόλη είναι ότι δεν την έχω περπατήσει αρκετά. 
 
 
«Από μικρή», είχες πει σε παλαιότερή σου συνέντευξη, «με μάγευαν οι λέξεις -όχι οι φράσεις. Και τώρα από μια λέξη ξεκινώ». Μεγαλώνοντας βιολογικά και καλλιτεχνικά, ακολουθείς την ίδια μέθοδο γραφής;
Ίσως γέρασα λίγο, μαγεύομαι δύσκολα πια. Ακόμη κρέμομαι από τις λέξεις, ψάχνω όμως τη μία φράση που θα με ξεμπροστιάσει. Και μετά δένομαι μαζί της με πένθος και ευφορία ταυτόχρονα. 
 
 
Θα αντάλλαζες τη δημιουργική σου μοναξιά, στην οποία έχεις, επίσης, αναφερθεί, παλαιότερα, με έναν ευτυχισμένο έρωτα; Ή αλλιώς: αισθάνεσαι ικανή να τα συμπλεύσεις; 
Δεν πιστεύω στην ευτυχία κι ο έρωτας είναι μάγια που λύνονται. Όλοι είμαστε μόνοι μας, όχι μόνο εγώ. Αν όμως έρθει ένας έρωτας κι είναι όπως τον λες, ας με πάρει κι ας με πάει όπου θέλει. 
 
 
Ποια είναι τα επόμενα ανακοινώσιμα δισκογραφικά σχέδιά σου;
Ένας δίσκος οχτώ τραγουδιών με συνθέτη τον Άγγελο Τριανταφύλλου και ερμηνεύτρια τη Χριστίνα Μαξούρη. Προσηλωμένοι και ευλαβικοί και οι δυο τους, κάναμε μαζί τραγούδια που στο μέλλον θα ηρεμούν τη συνείδησή μου. 
 
 
Πώς φαντάζεσαι τα επόμενα δέκα σου χρόνια στο χώρο; Και γενικότερα την παρουσία του ελληνικού τραγουδιού; 
Δεν φαντάζομαι τίποτα, μπορεί να μη ζω σε δέκα χρόνια. Γενικότερα δεν με νοιάζει, συγγνώμη που το λέω έτσι ξερά. Μόνο για μένα μπορώ να μιλήσω. Έχω ένα ρεαλισμό που ώρες ώρες μακάρι να μην τον είχα. Θα ήθελα όμως να έρθουν καινούριοι άνθρωποι, να ξαναγίνω, να γράφουν ωραία μουσική, να τραγουδάνε και να ξαφνιάζομαι, να βγει αυτό που έχω μέσα μου, να μη με φάει. Το αύριο είναι άγνωστο, ευτυχώς είναι άγνωστο. Και θέλω τα κλάματα των ανθρώπων, όχι τα μεγάλα λόγια. Ούτε την ταξινόμηση, ούτε το στέμμα και την πορφύρα, Θέλω τα κλάματα που λυτρώνουν, τις μικρές στιγμές.  Το έχω γράψει και στους «Κήπους» αυτό. Εσύ το διάβασες από τους πρώτους. Είναι στο τελευταίο ποίημα, στην έξοδο. Δες το πάλι κι αν θέλεις, φέρε το κι εδώ. 
 
 
ΟΝΕΙΡΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
 
Αφού τα δέντρα
δυναμώνουν όταν γεράσουν 
κι αφού η άνοιξη
με τον αέρα
φτιάχνουν κήπους ψηλά 
 
τότε μπορεί κι εγώ
να πεθάνω 
μετά το θάνατό μου
 
τότε μπορεί κι εγώ
λίγο ακόμα
σα νεράκι να ζήσω
 
σα νεράκι στα λουλούδια
ή σε λιγοστών
τα μάτια
 
 

Μία πρώτη μορφή της συνέντευξης δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Μετρονόμος", τχ. 61.