Δεν έχεις να κάνεις κάθε μέρα με ανθρώπους της μουσικής υπόστασης του Bill Evans. Τρανή πορεία σε solo επίπεδο, 2 υποψηφιότητες και ένα βραβείο στα Grammys και μία πορεία που μεταξύ άλλων περνά μέσα από τους (χωρίς καμία υπερβολή στο χαρακτηρισμό) θρυλικούς Mahavishnu Orchestra και τη μπάντα του Miles Davis στη δεκαετία του 80. Με αφορμή λοιπόν την επικείμενη συναυλία του στην Αθήνα στο Gazarte για την ακρίβεια στις 12 του Νοέμβρη, του έθεσα μερικές ερωτήσεις και όπως θα διαπιστώσετε το τουπέ και ο Bill Evans έχουν διαφορετικές κατευθύνσεις στη ζωή.

 

Κύριε Evans φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά να σας ρωτούν για την εμπειρία σας στη μπάντα του Miles Davis στη δεκαετία του 80. Είμαι επίσης σίγουρος ότι αντιλαμβάνεστε ότι αυτό πηγάζει από τον θαυμασμό για τον ίδιο τον Miles αλλά και για όσους βρέθηκαν κοντά του. Κατά τη γνώμη σας ποιο ήταν το δυνατότερο σημείο της ιδιοφυίας που άκουγε στο όνομα  Davis?

Ο Miles πίστευε στις ιδέες του και στις μουσικές εμπνεύσεις του σε τέτοιο βαθμό που οι άνθρωποι γύρω του πίστευαν σε αυτόν και στη μουσική του. Ήταν απόλυτα δοσμένος σε κάθε του καινούργιο σχέδιο και δεν απασχολούσε το μυαλό του με το να σκέπτεται  την μελλοντική αποδοχή του κάθε βήματος του. Είτε αποδεικνυόταν καλό είτε κακό. Πραγματικός καλλιτέχνης. Οι περισσότεροι μουσικοί δεν το έχουν αυτό.

 

Συμμετείχατε επίσης στους Mahavishnu Orchestra, στη δεύτερη φάση της μπάντας στα 80s μέχρι και την τελική διάλυση της το 1988. Ποιο ήταν το πλέον δύσκολο σημείο στο να παίζετε με τέτοιους φτασμένους ήδη μουσικούς όντας εσείς προσωπικά σε μικρή ηλικία αναλογικά με αυτούς;

Λοιπόν, τώρα που το σκέφτομαι αυτό το μακρινό παρελθόν, 28 χρόνια πίσω, ήταν πραγματικά μία πρόκληση να προσπαθείς να παίζεις μουσικής που πηγαίνει πέρα από τα όρια (σου). Όπως θα έλεγε και ο John (σ.σ. Mc Laughlin) «η ομορφιά είναι στην προσπάθεια». Αναφερόταν στην προσπάθεια του κάθε μουσικού να γίνει ακόμα καλύτερος. Αυτή μου έδωσε, η πάλη αυτή, την αυτοπεποίθηση να ηχογραφήσω μέχρι στιγμής 23 προσωπικούς δίσκους.

 

Στον καινούργιο σας δίσκο In Rise Above έχετε μαζέψει στοιχεία από from funk, rock and soul (για να ονοματίσω τα ελάχιστα) και φυσικά από το χώρο της jazz. Ποιες είναι οι δυσκολίες όχι μόνο στο να συνταιριαστούν τέτοια είδη αλλά ειδικότερα στο να ηχήσουν αρμονικά οι επιρροές αυτές στις ενορχηστρώσεις?

Θα έλεγα ότι το πιο δύσκολο πράγμα είναι το να βρεις τα σωστά μέρη σε ένα τραγούδι όπου μπορεί να μπει ένα σαξόφωνο! Σε όποιο είδος μουσικής και να κινηθώ, το κάνω επειδή έχω αποφασίσει ότι μπορώ να πάω με απόλυτη αφοσίωση και έμπνευση στο παίξιμο προς αυτή την κατεύθυνση. Από την άλλη δεν γράφω έχοντας το σαξόφωνο στο μυαλό μου. Γράφω κυρίως στο πιάνο. Οπότε το τελευταίο πράγμα που έχω στο μυαλό μου είναι η τοποθέτηση του σαξοφώνου. Στα ζωντανές εμφανίσεις δε, εκεί δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.

 

Η σύνθεση με τον  Gregg Alman είναι θαυμάσια. Είσαστε φίλοι για χρόνια, σωστά?

Συνάντησα το Gregg πριν από 8 χρόνια περίπου όταν ξεκίνησα να παίζω με τους Allman Brothers Band. Γίναμε καλοί φίλοι. Έχω μείνει μερικές φορές σπίτι του, στη Γεωργία και έχουμε πάει για ψάρεμα, έχουμε αράξει μιλώντας για ώρες και έχουμε κάνει πολλές βόλτες. Είναι πολύ ευχάριστος τύπος. Είναι μάλιστα μεγάλος οπαδός του ήχου του σαξοφώνου, κάτι που είναι θαυμάσιο και κάνει τα πράγματα πολύ πιο εύκολα στη συνεργασία μας. Ελπίζω να κάνω και άλλα πράγματα μαζί του στο μέλλον. Του εύχομαι καλή υγεία διότι ξέρω ότι έχει τις δικές του μάχες σε αυτό το θέμα αυτό τον καιρό.

 

 

 

Είσαστε ένας πολύ ενεργός μουσικός με μεγάλη δισκογραφία και συνεχείς τουρνέ. Ασκείστε καθημερινά στο σαξόφωνο, ανεξαρτήτως αν έχετε συναυλία ή ηχογράφηση;

Μου αρέσει να παίζω με τα πνευστά έστω και λίγο κάθε μέρα, μένω σε καθημερινή επαφή με αυτά. Μου αρέσει επίσης να ζωγραφίζω και κάνω επίσης καθημερινά και κάποιες φωνητικές ασκήσεις. Μερικές φορές όμως αν βρω κάτι στα πνευστά θα εστιάσω στο σαξόφωνο για να αναπτύξω τη μελωδία, θα δώσω περισσότερο χρόνο εκεί μέσα στην ημέρα. Εξαρτάται λοιπόν.

 

Ηχογραφείτε απόλυτα ψηφιακά στις ηχογραφήσεις σας ή προτιμάτε και αναλογικές οδούς σε μερικά σημεία;

Όχι…χαχαχα! Προσωπικά δεν ακούω μεγάλη διαφορά ώστε να αναγκαστώ να πάω στον αναλογικό ήχο. Αν έχεις καταπληκτικούς μουσικούς, θαυμάσια τραγούδια και καλούς αυτοσχεδιασμούς κανείς δεν θα αναρωτηθεί αν είσαι αναλογικά, ψηφιακά, με αυτοματισμούς στην ηχογράφηση ή ακούγεσαι από μια φορητή μονάδα πληροφορίας. Νομίζω ότι οι μουσικοί περισσότερο πρέπει να επικεντρώνονται στο να γράψουν καλύτερη μουσική και λιγότερο στον προβληματισμό γύρω από τον εξοπλισμό τους. Αυτή είναι η γνώμη μου.

 

Το Soul Insider (2000) ήταν ο δίσκος που σας έκανε παγκοσμίως γνωστό εξαιτίας των θαυμάσιων συνθέσεων του. Ήταν όμως πραγματικά αυτό το κομβικό σημείο της solo πορείας σας;

Κομβικό σημείο; Όχι, ήταν απλά το επόμενο βήμα για μένα. Κάθε δίσκος που κάνω είναι το επόμενο μου βήμα και παράλληλα η έμπνευση μου για το μέλλον. Απλά και χαλαρά. Πάντως όντως είχα και μία υποψηφιότητα για Grammy με αυτό το δίσκο. Ότι κι αν σημαίνει αυτό, χαχαχα!

 

Σας αρέσει νομίζω ο κλασσικός ήχος του ραδιοφωνικού μελωδικού τόνου στις ηχογραφήσεις σας. Σας αρέσουν καλλιτέχνες από το ύφος του AOR.;

Μου αρέσει ο Bruce Hornsby, οι Dave Mathew Band, οι Hall and Oates, και γενικότερα σχήματα όπως αυτά. Μου αρέσουν τα σχήματα που γράφουν μελωδική μουσική. Αυτή είναι η βάση για μένα. Μελωδία και ρυθμός. Τα πάντα ξεκινούν από εκεί.

 

Συμφωνείτε με την άποψη που θέλει την Ευρώπη να έχει συντηρήσει την jazz σε δύσκολες γι αυτήν εποχές στις προηγούμενες δεκαετίες; Τα ευρωπαϊκά ακροατήρια είναι πιο πιστά στο ιδίωμα σε σχέση με το αμερικάνικο κοινό;

Ως ένα βαθμό συμφωνώ. Υπάρχουν πολλά περισσότερα μέρη στην Ευρώπη να παίξεις απ’ ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κοινό στις ΗΠΑ θα παρακολουθούσε περισσότερες συναυλίες αν υπήρχαν περισσότεροι χώροι. Από την άλλη οι μουσικοί στις ΗΠΑ μαθαίνουν πολύ γρήγορα ότι η αμερικάνικη καταγωγή τους δεν αποτελεί θέσφατο για την αποδοχή τους αναφορικά με την Ευρώπη. Τα ακροατήρια στην Ευρώπη έχουν την ευκαιρία να ακούσουν τους πάντες και να επιλέξουν. Είναι ένα καλά μορφωμένο κοινό και χρειάζεται αρκετός χρόνος σε έναν μουσικό για να στήσει μία βάση αφοσιωμένου ακροατηρίου. Προσωπικά κάνω τουρνέ στην Ευρώπη από το 1990. Αυτό το διάστημα χρόνου σου επιτρέπει να χτίσεις έναν πυρήνα ακροατηρίου.