Με τον πρώτο τους ήδη ομώνυμο δίσκο το ’12 οι Allah-Las καθιερώθηκαν ως οι κυριότεροι ίσως εκπρόσωποι του νέο – garage (και ελαφρώς ψυχεδελικού) rock ήχου αλλά και κατάφεραν να αποκτήσουν σύντομα πολλούς φίλους στη χώρα μας, κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο για συγκρότημα του είδους τους. Με το «Worship The Sun» που ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Miles Michaud, ο κιθαρίστας Pedrum Siadatian, ο μπασίστας Spencer Dunham και ο ντράμερ Matthew Correia (όλοι τους συνεισφέρουν επίσης ερμηνευτικά) γνώρισαν ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία αλλά και έγιναν περισσότερο δημοφιλείς στην Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο του  '16 το κουαρτέτο από το Λος Αντζελες κυκλοφόρησε το τρίτο, σαφώς πιο ώριμο μέχρι τώρα και όχι μεν δραστικά αλλά πάντως σίγουρα αισθητά διαφορετικό από τα προηγούμενα του album «Calico Review». Μίλησα για αυτό με τον κιθαρίστα Pedrum Siadatian ο οποίος ήταν κυριολεκτικά ενθουσιασμένος για μιαν ακόμα επίσκεψη τους στην Ελλάδα για τρεις συναυλίες, την Πέμπτη 10 στο «Principal Club theater» στη Θεσσαλονίκη, την Παρασκευή 11 στο «Lab Art» στον Βόλο και το Σάββατο 12 Νοεμβρίου στο «Piraeus 117 Academy» στην Αθήνα.

 

Πόσο διαφορετικό και από ποιες πλευρές είναι αυτό το album σε σχέση με το προηγούμενο;

Νομίζω ότι είναι πολύ διαφορετικό. Αν το εξετάσουμε προσεχτικά ο πρώτος μας δίσκος ακούγεται ακόμα και αφελής σε σχέση με αυτόν. Το «Worship The Sun» αντίστοιχα δείχνει ότι είναι ένας μεταβατικό δίσκος με την δυναμική του γκρουπ να αλλάζει σε αυτήν που είναι σήμερα. Πλέον όλοι μας συνθέτουμε αλλά και τραγουδάμε και σαν αποτέλεσμα υπάρχουν πολλές εναλλαγές ύφους αλλά και συναισθημάτων στον δίσκο.

 

Και πόσο διαφορετική αντίστοιχα ήταν η προσέγγιση σας, τόσο στο γράψιμο των τραγουδιών όσο και στο παίξιμο σας;

Αυτή τη φορά καθένας έγραψε μόνος του μερικά τραγούδια και μετά δουλέψαμε όλοι μαζί πάνω στα demos πριν μπούμε στο στούντιο. 

 

Γιατί σταματήσατε να συνεργάζεστε με τον Nick Waterhouse μετά από δύο πολύ επιτυχημένους δίσκους που κάνατε με αυτόν σαν παραγωγό και οι οποίοι, υποθέτω τουλάχιστον, πρέπει και να σας ικανοποίησαν σαν αποτέλεσμα;

Ο Nick έκανε πολύ καλή δουλειά στον πρώτο δίσκο αλλά στον δεύτερο καταλήξαμε να χρησιμοποιήσουμε μερικά από τα demos που κάναμε με τον Dan Home αντί τις κανονικές ηχογραφήσεις τις οποίες κάναμε μαζί του. Νιώσαμε ότι θέλαμε να έχουμε μεγαλύτερο έλεγχο στην παραγωγή. Είμαστε πεισματάρηδες και το ίδιο και ο Nick και έτσι ήταν λογικό αυτή την φορά να μοιραστούμε την παραγωγή με κάποιον που δέχεται οδηγίες πιο εύκολα.

 

Αισθάνεστε ότι αποτίετε φόρο τιμής στον garage ήχο της δεκαετίας του ’60, είναι το ιδίωμα με το οποίο είστε πιο κοντά ή απλά ένα στιλ που σας αρέσει και αισθάνεστε άνετα μαζί του;

Νομίζω ότι στο ξεκίνημα μας ήμασταν πολύ περισσότερο φανατικοί, άρα και αναβιωτές, αυτού του ήχου από όσο είμαστε τώρα. Αντλήσαμε ό,τι μπορούσαμε από αυτό το ιδίωμα και τώρα εξερευνούμε άλλες «παλαβές» μουσικές από εκείνη την δεκαετία ή και νεότερες. Δημιουργούμε το δικό μας είδος «ακραίας» μουσικής της Δυτικής Ακτής!

 

Στο ξεκίνημα σας ήταν συνειδητή απόφαση το να κινηθείτε προς αυτή την κατεύθυνση ή προέκυψε αυθόρμητα γιατί ήταν η ευκολότερη για εσάς;

Κάτι ενδιάμεσο, λίγο και από τα δύο δηλαδή. Ήμασταν μανιακοί του garage rock και πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να το εκφράσουμε καλά στο σήμερα. Οι περισσότερες άλλες μπάντες που έπαιζαν σε αυτό το στιλ ακολουθούσαν την πιο δυνατή και punk πλευρά του αλλά εμείς πήγαμε προς την mid tempo και πιο μελαγχολική.

 

 

Τελικά βλέπετε τους εαυτούς ως αναβιωτές ή όχι;

Όχι, δεν το νομίζω. Κάνουμε κάτι καινούριο με βάση αλλά και πρώτη ύλη φυσικά τις επιρροές μας.

 

Τα παλαιά, vintage όργανα και μηχανήματα είναι πραγματικά σημαντικά σε αυτό που κάνετε ή απλά προσθέτουν στην αυθεντικότητα του συνόλου κάνοντας το ταυτόχρονα και πιο «μοδάτο» στιλιστικά;

Δεν ξέρω αν υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια κιθάρα της εποχής και σε μια σημερινή επανέκδοση της. Δεν έχουμε κόλλημα με τα απολύτως αυθεντικά μηχανήματα εκείνης της εποχής. Ομολογουμένως πάντως το πέρασμα του χρόνου τα κάνει να μυρίζουν ωραία! (γέλια)

 

Οι στίχοι είναι εξίσου σημαντικοί με την μουσική για εσάς ή όπως οι περισσότερες μπάντες του είδους σας τους θεωρείτε απλά ένα μέρος της συνολικής ηχητικής αίσθησης που προσπαθείτε να επιτύχετε;

Όχι, εμείς πραγματικά δίνουμε εξίσου μεγάλη σημασία αλλά και προσοχή στους στίχους κάθε τραγουδιού όσο και στην μουσική του.

 

Αντλείτε την θεματολογία σας από τις εμπειρίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα σας ή προσπαθείτε να πείτε μιαν ιστορία με κάθε τραγούδι σας;

Δεν νομίζω ότι κανείς από εμάς αφηγείται ιστορίες στα τραγούδια του. Αντίθετα όλοι τουλάχιστον ξεκινάμε από τις σκέψεις και τα συναισθήματα μας και προσπαθούμε μέσα από αυτά να μιλήσουμε και να εκφράσιυμε οτιδήποτε άλλο μας απασχολεί.

 

Σε πολύ λίγα χρόνια γίνατε δημοφιλέστατοι στην Ελλάδα. Πώς αισθάνεστε για αυτό;

Η πρώτη φορά που ήρθαμε στην Ελλάδα ήταν μια αληθινά συγκλονιστική εμπειρίας για εμάς γιατί καταρχήν δεν πιστεύαμε ότι είχαμε καν κοινό εκεί! Λατρεύουμε να παίζουμε για εσάς τους Έλληνες!

 

Θέλετε λοιπόν εξίσου πολύ να έρθετε για μιαν ακόμα φορά στην Ελλάδα ή το έχετε συνηθίσει πια και δεν σας κάνει αίσθηση;

Φυσικά και το θέλουμε πολύ, ίσως μάλιστα να ανυπομονούμε ακόμα πιο πολύ τώρα. Τόσοι πολλοί ευγενικοί άνθρωποι που αγαπούν την μουσική μας και... υπέροχη κουζίνα! (γέλια)

 

Και ποια είναι τα σχέδια σας, μετά το τέλος αυτής της περιοδείας;

Είναι προγραμματισμένη μια τελευταία έξτρα συναυλία στο Ακαπούλκο. Μετά το πιθανότερο είναι να ξεκουραστούμε για ένα διάστημα ενώ ταυτόχρονα θα αρχίσουμε να δουλεύουμε καινούριο υλικό. 

 

Και χωρίς αμφιβολία πριν, μετά την ηχογράφηση του ή ίσως και σε αμφότερες τις περιπτώσεις θα επισκεφθούν για άλλη μια φορά την πιο αγαπημένη τους μάλλον ευρωπαϊκή τουλάχιστον χώρα...