Από τα τέλη του ’70 που ο Θάνος Μικρούτσικος άρχισε να συνεργάζεται με τον Άλκη Αλκαίο μιλάει σχεδόν πάντα για αυτόν. Εκείνος τον ανακάλυψε και τον σύστησε στο ελληνικό τραγούδι. Στην παρακάτω κουβέντα αφηγείται την ιστορία της γνωριμίας τους αναλυτικά. Η συζήτηση επικεντρώθηκε μόνο στον σπουδαίο αυτό στιχουργό με αφορμή τη μεγάλη συναυλία – αφιέρωμα που θα γίνει στο Ηρώδειο στις 5/10. Εκτός από τον Μικρούτσικο που θα έχει το «γενικό πρόσταγμα» θα συμμετέχουν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Χρήστος Θηβαίος, ο Μίλτος Πασχαλίδης και ο Μπάμπης Στόκας. Κι αν ο Αλκαίος έζησε καθηλωμένος, σε μία καρέκλα, τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του συμπεριφέρθηκε σαν μία πιρόγα που έφευγε και γύριζε, τις ώρες που αγρίευε η βροχή.

 

 

Πως ξεκινάει η γνωριμία με τον Άλκη Αλκαίο;

Αρχές του ’78 δημοσιεύτηκε με το όνομα Άλκης Αλκαίος ένα ποίημα ή στίχους – όπως θέλετε πάρτε το – με τίτλο «Φλεβάρης 1848» στον «Ριζοσπάστη» και το διάβασα. Ήταν μια εποχή μεγάλης πολιτικοποίησης και άνθισης του πολιτικού τραγουδιού με τη μορφή που το ξέρουμε τότε. (Είχα κάνει ήδη τα «Πολιτικά Τραγούδια», την «Καντάτα για την Μακρόνησο» κλπ). Το ποίημα, ήταν ένας χαιρετισμός ενός Έλληνα ποιητή σε διάφορους ομοτέχνους του από διάφορα μέρη, όπου υπήρχαν αντιστασιακά κινήματα. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος του και το μελοποίησα αμέσως.

 


Κείμενο του Άλκη Αλκαίου στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης" στις 12 Ιανουαρίου του 1978
(με δεξί κλικ και άνοιγμα εικόνας σε νέα καρτέλα το βλέπετε σε μεγένθυση)

 

alkaios keimeno

 


 

 

 

 

Χωρίς να τον έχετε γνωρίσει ακόμα…

Έψαξα να τον βρω. Ρωτούσα ποιος είναι ο Άλκης Αλκαίος, δεν τον ήξερε κανένας.

Εγώ τότε έπρεπε να κάνω γρήγορα ένα δίσκο. Με είχε παρακαλέσει η Μαρία Δημητριάδη, που είχε σταματήσει την συνεργασία της με τη Lyra και είχε αρχίσει τις συζητήσεις με τη νεοσύστατη τότε CBS. Οι χρόνοι ήταν πιεστικοί. Είχα κάνει για το πρώτο μέρος πέντε τραγούδια σε στίχους του Φώντα Λάδη και αυτό του Αλκαίου. Το  δεύτερο μέρος το συμπλήρωσα με δύο εξαιρετικά ποιητικά κομμάτια του Μανόλη Αναγνωστάκη, το «Άννα μην κλαις», που ήθελε πολύ να πει κι εκείνη μετά τον Κούτρα και ένα πολύ παλιό μου τραγούδι – ίσως το πρώτο μου τραγούδι που αποδέχομαι – σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, γραμμένο το 1969. Είχε τίτλο «Ο στρατώνας».

Ενώ είχα μπει στο στούντιο κατάφερα να μάθω -από τον ευρύτερο χώρο του ΚΚΕ-  το τηλέφωνό του και ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Βαγγέλης Λιάρος. Τον πήρα τηλέφωνο. Του είπα ότι έχω μελοποιήσει ένα ποίημα του και πως τον έψαχνα για να τον βρω. Του είπα επίσης, ότι είχαμε γράψει ήδη το κομμάτι με τη Δημητριάδη. Είπε ότι ήταν μεγάλη του χαρά. Συναντηθήκαμε σχεδόν αμέσως. Το άκουσε και του άρεσε πολύ. Έτσι έγινε η αρχή…

 

Και προφανώς η σχέση σας συνεχίστηκε…

Από τα μέσα του '78 μέχρι και το ’80 ο Βαγγέλης μου στέλνει στίχους του κάθε εβδομάδα! Εκείνη την περίοδο πρέπει να μου έστειλε γύρω στα 100 κομμάτια και εγώ είχα φτάσει σε ένα σημείο να έχω μελοποιήσει περίπου 40. Από μία επιλογή μέσα σε αυτά τα 40 προκύπτει το «Εμπάργκο», το οποίο ήταν καταλυτικό από πλευράς κειμένου – κατ’ αρχήν – για το ελληνικό τραγούδι. Εκεί δεθήκαμε πάρα πολύ.

 

Από τη φωτογράφηση για το δίσκο Εμπάρκγο

 

 

Και πότε δήλωσε ότι δεν θέλει να δώσει στίχους για κανέναν άλλο εκτός από εσάς;

Την περίοδο ’81 - ’84 είναι αυτό που λες. Είπε ότι «Εγώ γράφω για σένα και δεν θέλω να γράψω για κανέναν άλλο». Του είπα ότι αυτό με τιμά πολύ, αλλά δεν μπορεί να συμβαίνει, γιατί είναι τόσο σημαντικά και ανανεωτικά αυτά που έγραφε για το ελληνικό τραγούδι, που πρέπει να ασχοληθούν και άλλοι, με άλλη μουσική ματιά. Ήταν αρνητικός.

 

Του ζητούσαν και άλλοι στίχους και δεν τους έδινε;

Ο Μάνος Λοίζος, όταν άκουσε την «Πιρόγα» από την πρώτη της εκτέλεση με την Αλεξίου (στη μεγάλη συναυλία που είχαμε κάνει στο γήπεδο του Πανιωνίου «Λεοντής -  Λοΐζος - Μικρούτσικος», όπου ακούστηκε για πρώτη φορά), μου ζήτησε να μεσολαβήσω για να του δώσει στίχους ο Αλκαίος. Τότε με τον Λοΐζο κάναμε παρέα καθημερινά. Ο Αλκαίος αρνήθηκε. Μου ξαναείπε «Εγώ γράφω μόνο για σένα».

 

Ποια ήταν η δική σας στάση σε αυτό;

Φτάσαμε σε σημείο να του κλείσω το τηλέφωνο. Τσακωθήκαμε. «Δεν θα σε φορτωθώ ρε σε όλη μου τη ζωή επειδή εσύ είσαι τρελός!» του έλεγα. Επέμενε…

 

Τελικά από όσο γνωρίζουμε δεν μελοποίησε κάτι δικό του ο Λοΐζος…

Τον Σεπτέμβρη του ’82 πεθαίνει ο Λοΐζος στη Μόσχα. Θεωρώ, χωρίς να το έχουμε συζητήσει, ότι ο Βαγγέλης άρχισε να έχει ενοχές. Είχε αρνηθεί σε έναν τραγουδοποιό που αγαπούσε πολύ.

 

Εκεί είναι που γράφει το Πρωϊνό Τσιγάρο στη μνήμη του Λοΐζου;

Ναι. Και μου το στέλνει εμένα να το μελοποιήσω. Μου άρεσαν πάρα πολύ οι στίχοι. Κάποια στιγμή, το 1983, του εκδίδω ένα βιβλίο με τα ποιήματά του. Εκεί μέσα είναι και το «Πρωινό Τσιγάρο». Το βλέπει ο Μαυρουδής και το μελοποιεί. Μου το φέρνει να το ακούσω και μου λέει πως ξέρει ότι ο Αλκαίος δεν θέλει να μελοποιήσει άλλος τους στίχους του εκτός από μένα. Ακούω το τραγούδι. Ήταν ένα αριστούργημα. Παίρνω αμέσως τηλέφωνο τον Αλκαίο και του λέω: «Ο Μαυρουδής έχει κάνει ένα αριστούργημα και είσαι υποχρεωμένος να το δεχτείς». Με τα πολλά είπε ένα «εντάξει», επειδή θα έβγαινε από την εταιρεία μου ο δίσκος του Μαυρουδή, όπως και έγινε. Εκεί γίνεται η αρχή και από το ’86 και μετά αρχίζει να κάνει και κάποια τραγούδια με άλλους, ευτυχώς, γιατί έτσι υπάρχουν γύρω στα 200 τραγούδια του.

 

Έχετε ανέκδοτα μελοποιημένα τραγούδια σε στίχους του;

Αυτά που έχουν βγει σε μουσική δική μου είναι γύρω στα 60. Έχω μελοποιημένα άλλα τόσα που δεν έχουν βγει. Μάλιστα, στο «Εμπάργκο», ένα τραγούδι (Το «Spleen») το έβαλα εκ των υστέρων, σε δεύτερη έκδοση.

 

 


 

Ποίημα του Άλκη Αλκαίου από το - εκτός εμπορίου - βιβλίο "Εμπάργκο" στην ενότητα "Εκδοχές για την παρακμή" (Εταιρεία Νέας Μουσικής, Αθήνα 1983, σ.29)

 

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ή ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟ ΤΟΥ 1600 μ.Χ.

 

Οι ρεβεράντζες οι αυλικές πολύ μ' αρέσουν

Το βιργινάλι η ιερακοτροφία

Κι οι μενεστρέλλοι σαν στα πόδια - μου θα πέσουν

Μα πιο πολύ αγαπάω την Αγγλία.

Τα νιτερέσα-μου φυλάνε οι φτωχοί

Σα να 'τανε δικά-τους νιτερέσα

Μοιάζει η Αγγλία με ολόγιομο πουγγί

Μα πιο πολύ αγαπάω 'το πούχει μέσα.

 


 

 

Θα ακούσουμε κάτι από αυτά τα ανέκδοτα στη συναυλία;

Από τα δικά μου όχι. Δεν είναι μία δική μου συναυλία. Εγώ έχω τη γενική επιμέλεια και την «μπαγκέτα» που λέμε αλλά έχουν και οι άλλοι ρεπερτόριο δικό τους με τον Αλκαίο. Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι ίσως θα έπρεπε να γίνουν και κάποιες παραστάσεις με τα έργα του Αλκαίου που να περιλαμβάνουν όλη του τη διαδρομή.

 

Βλέποντας τα ονόματα διαπιστώνει κανείς την απουσία του Σωκράτη Μάλαμα με τον οποίο επίσης είχε κάνει αρκετά τραγούδια. Δεν τον καλέσατε;

Ο Μάλαμας ήταν από τους πρώτους που καλέσαμε, αλλά αρνήθηκε τη συμμετοχή για δικούς του λόγους, που είναι σεβαστοί. Είμαι σίγουρος ότι ο Μάλαμας θα τιμήσει με τον τρόπο του τον Αλκαίο, γιατί τον εκτιμάει απεριόριστα.

 

Να ξαναγυρίσουμε στον Αλκαίο… Είχατε έρθει σε τριβή για να αλλάξετε στίχους του; Δεχόταν κάτι τέτοιο;

Ποτέ στη ζωή μου δεν του πρότεινα να κόψει έστω ένα «και». Εδώ θέλω να πω ότι έκανε και εξαιρετικά καλλιγραφικά γράμματα σε σελίδες από μπλοκ. 

Υπάρχει και μία ιστορία σχετική με αυτό…

Γράφουμε με την Αλεξίου το «Η αγάπη είναι ζάλη». Εκεί έχει το «Ερωτικό» και άλλα 5 τραγούδια σε στίχους του. Κάποια στιγμή και ενώ η Αλεξίου κάνει πρόβα ένα κομμάτι, έρχεται ο Θεοφίλου, που ήταν παραγωγός του δίσκου, και μου λέει να αλλάξουμε μόνο μία μικρή φράση. Ίσως να ήταν και μία λέξη, δεν θυμάμαι καλά. Μάλλον το είχε συζητήσει με τον Μάτσα νωρίτερα, γιατί μου την έφερε σε ένα χαρτί. Το έσκισα μπροστά του και του είπα πως αλλαγή στον Αλκαίο δεν γίνεται. «Αμάν βρε αδερφέ μου, δεν δέχεσαι μύγα στο σπαθί σου», μου λέει. «Ναι», του λέω, «ειδικά όταν έχει να κάνει με αυτόν τον ποιητή που υποδύεται τον στιχουργό».

 

Ποια είναι η θέση του στο τραγούδι;

Ο Αλκαίος πιστεύω ότι συνέβαλε καθοριστικά στην ανανέωση του ελληνικού τραγουδιού μετά τη μεταπολίτευση και είναι μέσα στους 4-5 κορυφαίους στιχουργούς του ελληνικού τραγουδιού από το 80 και μετά. Διηγήθηκε την καθολική αγωνία ενός εκάστου και την καθολική αγωνία της γενιάς μας, κατ’ αρχήν. Κατάφερε μέσα στα τραγούδια του να έχει εξαιρετικούς ερωτικούς στίχους και παράλληλα, στα ίδια τραγούδια, να εκφράζει την αγωνία της γενιάς μου. Ανανέωνε τη γλώσσα του διαρκώς και παρέμενε πάντα αναγνωρίσιμος.

 

Τι ήταν αυτό που σας κέντριζε περισσότερο στο στιχουργικό του σύμπαν;

Είναι απίστευτο το τι ζούσε με την φαντασία του. Είχε ένα φοβερό πάθος για τον έρωτα. Ένας άνθρωπος καθισμένος σε μία καρέκλα για 20 χρόνια. Δεν ζούσε πράγματα και μετά τα έγραφε. Ό,τι έγραφε το φανταζόταν. Το ζούσε στο όνειρο. Είμαι πολύ υπερήφανος με όλη τη σημασία της λέξης που σύστησα και έδωσα στο ελληνικό τραγούδι έναν ποιητή που υποδυόταν τον στιχουργό. Ευτύχησα να είναι το ένα μου μισό στη μουσική. Το άλλο μισό είναι ο Καββαδίας.

 

Πως ήταν ως άνθρωπος;

Δεν ήταν ο ευκολότερος άνθρωπος. Είχε όμως ένα τεράστιο δικαιολογητικό. Δεν έζησε τη ζωή του. Ζούσε αυτά που ονειρευόταν μέσα από τα τραγούδια του, που ευτύχισε να ακούσει όλη την Ελλάδα να τα τραγουδάει. Τα βασανιστήρια στην ΕΣΑ και ένα αυτοάνοσο του έκαναν τεράστια ζημιά. Είχε πάει στο Ανατολικό Βερολίνο και είχε κάνει μία εγχείρηση, που εν μέρει πέτυχε να φρενάρει την αρρώστια. Από το ’91 – ’92 όμως, δεν έβγαινε από το σπίτι. Θυμάμαι, όταν είχε έρθει στο σπίτι μου το 2003 να γνωρίσει τον γιο μου, που ήταν 2 ετών, τον πήρα αγκαλιά και τον έβαλα σε μία καρέκλα. Δεν τον κράταγα απλώς. Τον πήρα αγκαλιά για να τον μετακινήσω. Με συγκίνησε πολύ το γεγονός ότι στην κηδεία με έβαλαν εκεί που ήταν η οικογένειά του.

  

 

 

Παρακάτω δείτε τη μοναδική τηλεοπτική εμφάνιση του Άλκη Αλκαίου