Φέτος συμπληρώνει είκοσι χρόνια ενεργούς στιχουργικής παρουσίας έχοντας πια στο θηκάρι του πολλά τραγούδια-επιτυχίες, κάτι αντιστρόφως ανάλογο της σχετικής και συνειδητής ολιγογραφίας του. Για πρώτη φορά αναλαμβάνει τις στιχουργικές και χορικές ανάγκες ενός αρχαίου κειμένου, στη κωμωδία «Πλούτος» του Αριστοφάνη, με πρωταγωνιστές τους Γιώργο Κιμούλη, Γιάννη Μπέζο και Πέτρο Φιλιππίδη, σε μουσική Γιώργου Ανδρέου, η οποία κάνει πρεμιέρα το πρώτο διήμερο του Ιουλίου, στην αρχαία Επίδαυρο. Εκεί όπου όπως γράφει στο ομώνυμο τραγούδι του: «Ας μείνει μόνο το φεγγάρι στην ορχήστρα/ και κάποιο σύννεφο ας με πάρει απ’ την Αυλίδα/ Αυτό το μέρος το 'χα πάντοτε πατρίδα/ κι όμως οι Έλληνες με διώχνουν από 'δω». 

 

Το 2002 έγραφες την «Επίδαυρο» σε μουσική Λαυρέντη Μαχαιρίτσα με ερμηνευτή τον Γιάννη Κότσιρα, την Παρασκευή οι στίχοι σου από τον «Πλούτο» θα ακουστούν στην Επίδαυρο. Ποια είναι τα συναισθήματά σου;

Όσο και να φανεί περίεργο, αισθάνομαι να μου συμβαίνει κάτι απόλυτα φυσικό να μου συμβεί. Η σχέση μου με τον χώρο είναι βαθύτατη και κάθε άλλο παρά κλείνεται σε στερεοτυπικές εκφράσεις δέους ή και ενθουσιασμού , είναι μια σελίδα σε μια μεγάλη διήγηση που ξεκινά από τα προσχολικά μου χρόνια. Φυσικά έχει παίξει το ρόλο του το ότι είμαι Θησειώτης πριν και περισσότερο από ότιδήποτε άλλο, η αρχαία πόλη είναι κάτι επιτακτικό για μένα να θυμηθώ και να αναπαραστήσω στο μυαλό μου όλη μου τη συνειδητή ζωή. Η Επίδαυρος είναι ένα τοπίο που συνοψίζει και βέβαια και μόνο με τη θέα από τις άδειες κερκίδες, το απομεσήμερο, χωρίς να επίκειται καμιά παράσταση, ο αόρατος θίασος είναι η πόλη μου, τα πρόσωπα που ξανασυναντώ και δεν έχει άλλη διαφυγή παρά μόνο από μέσα τους. Βαθιά νεκροζώντανη ησυχία σαν αυτή που περιγράφει ο Σεφέρης στον βασιλιά της Ασίνης , αλλά αυτό είναι μόνο η επιφάνεια, ξύνεις και όλα τα ανθρώπινα πάθη, δεισιδαιμονίες, αυθυπερβάσεις και τραγωδίες χωρίς κάθαρση είναι στον Ενεστώτα χρόνο. Αισθάνθηκα ένα είδος δικαίωσης που χωρίς να με γνωρίζουν προσωπικά οι πρωταγωνιστές του θιάσου σκέφτηκαν για μένα εξ ΄αιτίας του κομματιού που έγραψα τότε το 2002 για την Επίδαυρο. Ένα κομμάτι που δεν προβλήθηκε καθόλου απ΄ όσους κόπτονται για το διαφοροποιημένο τραγούδι, να όμως που έφτασε στα αυτιά των θεατρανθρώπων και το σταμπάρισαν. Η συγκίνηση θα εκφυλιζόταν αν επιχειρούσα να την περιγράψω. Είναι το ξανα- αντάμωμα , ανθρώπων που δεν είχαν ωστόσο ποτέ βρεθεί.

 

 

Ποια ήταν η πιο δύσκολη πρόκληση που είχες να αντιμετωπίσεις όταν σου έγινε η πρόταση να γράψεις τους στίχους για τον «Πλούτο»;
Eίπα χαριτολογώντας στον Γιώργο Ανδρέου που υπογράφει την εξαιρετική μουσική ότι «μια φορά μου έλαχε και μένα να κάνω κάτι για το Θέατρο και γίνεται με ένα έργο για την οικονομία». Η μεγάλη πρόκληση ήταν να γίνω Αριστοφανικός- αν και απόλυτα Πλατωνικός στην ιδιοσυγκρασία και στις προδιαθέσεις και με μια πίκρα απέναντι στον Αριστοφάνη για τον τρόπο που επιτέθηκε σε Σωκράτη, Πλάτωνα και τον μέγιστο, για μένα, Ευριπίδη. Ωστόσο ήταν ευκολότερο απ΄ ό,τι μου φάνηκε μόλις μου το πρότειναν και αιτία είναι οι τωρινές συγκυρίες που με κάνουν να έχω έναν «συντηρητισμό» κοντά σε αυτόν του Αριστοφάνη και να αναζητώ τον «κοινό νου», όπως σε όλη του τη θεατρική τουλάχιστον ζωή έκανε και κείνος.

 

Πώς λειτουργεί ένας στιχουργός όταν πρέπει να γράψει βασισμένος σε ένα θεατρικό έργο. Ποια είναι τα όριά του; Πόσο αυτόνομα κινείται;

Στη συγκεκριμένη περίπτωση έτυχε το ιδεώδες για μένα. Γιατί ήθελα πραγματικά να αναμοχλεύσω το αριστοφανικό πνεύμα, χωρίς να είμαι δεμένος από το κείμενό του. Ήθελα να κάνω το δικό μου στιχουργικό πορτρέτο του, με τη φαντασία του μαζί και τον σαρκασμό του για πρόσωπα και πράγματα, μαζί και μια χυδαιότητα σαν εκδίκηση απέναντι σε μια σεξουαλικότητα που δεν φέρνει την ευτυχία και τέλος στο βαθύτερο υπόστρωμα η βαθιά αγάπη και η νοσταλγία μιας πόλης που ποτέ δεν υπήρξε «σωστή», αλλά ήθελε, όπως πολλοί πνευματικοί εντέλει άνθρωποι, να πιστεύει ότι υπήρξε και μπορεί να επιστρέψει,. Κάτι σαν μια πολιτειακή Εδέμ, σαν γη της συνταγματικής επαγγελίας.


Πόσο συμφωνείς με την «επικαιροποίηση» - εκσυγχρονισμό των διαχρονικών κειμένων του Αριστοφάνη;

Είμαι απόλυτα υπέρ της επικαιροποίησης του Αριστοφάνη εφόσον και ό ίδιος λειτουργούσε και σαν χρονικογράφος και σαν επιθεωρησιογράφος. Απλά είναι θέμα τέχνης και προθέσεων πόσο καλόγουστα και πετυχημένα και στο αισθητικό, αλλά και στο διασκεδαστικό κομμάτι συμβαίνει αυτό. Οι κρύες και στεγνές βωμολοχίες είναι απογοητευτικές , πρέπει να βρεις κάτι πραγματικά τσουχτερό και σπιρτόζικο. Αυτό που εσείς λέτε διαχρονικό στοιχείο με μια διάθεση εξιδανίκευσης και μια δόση ακαδημαϊκής σοβαροφάνειας για μένα είναι τα οικεία κακά τα στραβά και ανάποδα , που είναι τα μοτίβα του Αριστοφάνη, της ηθογραφίας του, της κοινωνίας που ανεβάζει στην σκηνή. Θα έλεγα μάλιστα ότι το διαχρονικό και αυτό που αποδεικνύει περισσότερο ότι οι Νεοέλληνες είναι συνέχεια εκείνων των αρχαίων, είναι τα ακατάβλητα ελαττώματά τους.

 

Πιστεύεις ότι τα τραγούδια σας που προέκυψαν με τον Γιώργο Ανδρέου μπορούν να αποκτήσουν μιαν αυτόνομη πορεία και μετά το πέρας των παραστάσεων; Πρέπει να αποτελεί αυτό ένα στοίχημα των δημιουργών;

Σε γενικές γραμμές όχι , είναι απόλυτα συνυφασμένα με το έργο και τους ήρωές του. Και έπειτα τα τρία από τα έξι είναι έμμετροι διάλογοι μετά μουσικής και υπάρχει και ένα ατόφιο ολοκαίνουργιο χορικό στα χνάρια των χορικών του αρχαίου δράματος, δηλαδή με μυθολογικό υπόβαθρο έμμεση σχέση με την πλοκή, αλλά άμεση με το βαθύτερο νόημα, ένα χορικό για τον βασιλιά Μίδα. Υπάρχει ωστόσο ένα τραγούδι τα «Εμβατήρια» που ακούγεται στην αρχή, αυτό μπορεί και θα ήθελα να λειτουργήσει και αυτόνομα. Στην παράσταση αποδίδεται με άψογή θεατρικότητα από τον εξαιρετικό Γιάννη Μπέζο, αλλά κάποια στιγμή μετά θα ήθελα να το δω να γίνεται και αυτόνομο τραγούδι. Όταν έχεις να κάνεις με ένα δοσμένο έργο που ο σκηνοθέτης θέλει να το χειριστεί με έμφαση στο ίδιο το έργο, κάτι που όλο και παραβιάζεται πια με αμφίβολα αποτελέσματα, τότε είναι το στοίχημα να είσαι δημιουργικός σε προεπιλεγμένο πλαίσιο

 

Ποια φράση/ σκέψη του Αριστοφάνη σου έρχεται πρώτη στο νου;

Αυτή για τις εταίρες τις Κορίνθιες που όταν τους δίνεις μία μνα σου γυρνάν την πλάτη , αλλά όταν τους δίνεις δύο μνες σου γυρνάνε τα οπίσθια. Ξεκάθαρα viral και η ρεαλιστική ιστορία της ανθρωπότητας συνυφασμένη με την οικονομία του ήθους των ανθρώπων.

 

Αντί επιλόγου, θα ήθελα να μου πεις ένα μικρό απόσπασμα από τους στίχους σου στον «Πλούτο»...

Να λοιπόν οι πρώτες στροφές από το χορικό του Μίδα:

 

Mίδα με είπε η μάνα μου πριν να με γεννήσει
Τύφλα απ΄ το χασίσι. -Tι γλυκό μωρό.
Kαι οι Θεοί μου χάρισαν μία σπάνια κλίση
που σε τι χρησίμεψε τώρα απορώ

Ότι πιάσω φίλε μου γίνεται χρυσάφι,
κι όλα πάνε στράφι πριν να τα χαρώ
μια μικρή που γούσταρα πέρδικα και ελάφι
πρόσοψη την έκανα στο ανάκτορο

Πάω να πιώ κι ανάθεμα, κοκαλώνει η βρύση
Δεν υπάρχει λύση, έπεσε φραγή
Kι η παλιοκατάσταση έφτασε στα άκρα
ούτε με το βιάγκρα βλέπω αλλαγή.