Τον έφεραν στη ζωή τα χέρια του γιατρού Γρηγόρη Λαμπράκη. Σε ηλικία 16 ετών γράφει τη μουσική της «Μπαλάντας του κυρ Μέντιου» και λίγο μετά υπογράφει τη μουσική στον τελευταίο δίσκο του Νίκου Ξυλούρη, το «Σάλπισμα» (Columbia 1978). Ύστερα από αυτό αποσύρεται από την ελληνική δισκογραφία, για σχεδόν σαράντα χρόνια. Ο λόγος για τον Λουκά Θάνο, ο οποίος αποφάσισε να επανεμφανιστεί με το έργο «Ο δωδεκάλογος του Γύφτου», σε ποίηση Κωστή Παλαμά, με ερμηνευτή τον Γιάννη Χαρούλη.

 

Έχετε δηλώσει, στο παρελθόν, ότι η Τέχνη είναι μία ολότητα. Το επιβεβαιώνετε, άλλωστε, με την καλλιτεχνική σας πορεία, ακροβατώντας, όλα αυτά τα χρόνια, ανάμεσα στη μουσική, το θέατρο και τον χορό. Πώς θα θέλατε να σας θυμούνται μετά από πενήντα χρόνια;

Ό,τι και να θέλω, νομίζω, θα με θυμούνται από τη μουσική.

 

Σας ενοχλεί αυτό;

Όχι, καθόλου. Θεωρώ τη μουσική σαν την υπέρτατη των τεχνών. Το ίδιο ισχύει και για τον λόγο που έχει μουσικότητα. Που είναι, δηλαδή, ποιητικός. Νομίζω είναι το υπέρτατο, επειδή και τα δύο ξεκινάνε από τον ρυθμό, και ο ρυθμός είναι το πάν, κατά την άποψή μου. Οπότε, δεν έχω κανένα πρόβλημα.

 

Όλη σας τη ζωή βρισκόσασταν μεταξύ Νέας Υόρκης, Λος Άντζελες και Αθήνας. Τι σας έδωσε η ζωή στο εξωτερικό που δεν το βρήκατε στην Ελλάδα;

Τίποτα. Στο εξωτερικό πήγα σε μια νεανική εποχή για να μάθω κάποια πράγματα, πιο πολύ τεχνικά. Αυτό που με απασχολούσε περισσότερο ήταν ο χορός. Εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα υπήρχε ένα πρόβλημα με τον έντεχνο χορό. Αυτό οφείλεται στη μεγάλη δημοτική μας παράδοση. Έτσι, ο έντεχνος χορός –με το μπαλέτο και τα υπόλοιπα είδη– δεν μπόρεσε να προχωρήσει. Ουσιαστικά, γι’ αυτόν τον λόγο έφυγα.

 

Το 1978 υπογράψατε το «Σάλπισμα», με ερμηνευτή τον Νίκο Ξυλούρη, σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη, Κώστα Βάρναλη, Άρη Αλεξάνδρου και Δημήτρη Θάνου. Αυτός ο δίσκος είναι ο μοναδικός στον οποίο ασχοληθήκατε με τη μελοποίηση. Σταμάτησε να σας αφορά αυτός ο τρόπος έκφρασης;

Δεν σταμάτησα ποτέ να μελοποιώ. Απλώς,

 

όταν βγήκε το «Σάλπισμα» έγινε τόσο μεγάλη επιτυχία που όλοι οι σημαντικοί τραγουδιστές της εποχής ήθελαν να κάνουν ένα δίσκο μαζί μου. Λογικό. Σκεφτόντουσαν ότι είμαι νέος, ελπιδοφόρος… Αρνήθηκα τα πάντα.

loukas thanos2

 

Γιατί αρνηθήκατε;

Πρώτα απ’ όλα, όταν άρχισα να γράφω τραγούδια δεν μου άρεσε κανένας τραγουδιστής –εμένα προσωπικά, για τα τραγούδια μου. Εννοείται πως άκουγα και θαύμαζα άλλα τραγούδια. Όταν άκουσα, όμως, τον Νίκο Ξυλούρη στα «Ριζίτικα» είπα «αυτός θέλω να τα τραγουδήσει». Ήμουν τυχερός και έγινε. Από εκεί και πέρα, δεν μπόρεσα να συνεργαστώ με κάποιον άλλο. Δεν έβρισκα κάποιον άλλο τραγουδιστή που να με εκφράζει τόσο πολύ. Παράλληλα, ήταν η εποχή που άλλαζαν οι συνθήκες των εταιριών, αλλά και οι καταστάσεις –είχαν αρχίσει να γίνονται όλα μια κρεατομηχανή. Έτσι το έβλεπα εκείνη την περίοδο. Απ’ την άλλη, έφταιγε ότι ήμουν πολύ μικρός και ήθελα να απομακρυνθώ από αυτή την ξαφνική επιτυχία.

 

Συνεχίσατε να παρακολουθείτε να μουσικά πράγματα στην Ελλάδα;

Παρακολουθούσα, ναι. Γινόντουσαν ωραία πράγματα και υπέροχα τραγούδια. Ειδικά σε εκείνη την περίοδο της Θεσσαλονίκης, με τον Μανώλη Ρασούλη κ.α. Ήταν μία πολύ ωραία στιγμή. Έπειτα, στη ροκ σκηνή με τους Κατσιμίχες και κάποια πράγματα με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

 

Δεν επιστρέψατε, όμως.

Όχι, δεν με ενδιέφερε αυτή η σκηνή, καθόλου. Θεωρούσα λάθος αυτό το ροκοειδές στην Ελλάδα. Ροκ είναι και όταν παίζεις πολύ σκληρά τη λύρα. Αυτό το ροκ μου άρεσε. Δεν με αφορούσε ένα ροκ που μιμούνταν τους έξω, με ενοχλούσε. Μπορεί να κάνω λάθος. Αυτή ήταν εκείνη τη στιγμή η άποψή μου. Όμως λειτούργησε και ο κόσμος το ήθελε.

 

Παρά την απουσία σας από την ελληνική δισκογραφία, όλες αυτές τις δεκαετίες έχετε υπογράψει τη μουσική σε αρκετές ελληνικές τηλεοπτικές σειρές και ταινίες.

Έχει ενδιαφέρον πώς ξεκίνησε αυτό. Είμαστε για χρόνια φίλοι με τον σκηνοθέτη Νίκο Τζίμα. Ο Νίκος στα τέλη του '70 ετοίμαζε την ταινία «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλο», για τον Νίκο Μπελογιάννη. Τη μουσική για την ταινία ήταν να τη γράψω εγώ, αλλά στη συνέχεια εμφανίστηκε ο Μίκης Θεοδωράκης και ζήτησε να τη γράψει εκείνος. Όπως ήταν φυσικό, τη μουσική την έγραψε ο Μίκης –και σωστά έγινε. Εγώ, εκείνη την εποχή, δεν είχα βγάλει ακόμα το «Σάλπισμα» και ήμουν πολύ μικρός. Θυμάμαι, πάντως, ότι στην τελευταία σκηνή, στην εκτέλεση του Μπελογιάννη, είχα επιλέξει να βάλω το «Πόνοι της Παναγιάς». Με τον Νίκο Τζίμα όμως, παραμείναμε φίλοι και από τότε σε οτιδήποτε έκανε έγραφα εγώ τη μουσική, αν μπορούσα.

 

Ας επιστρέψουμε στο «Σάλπισμα». Είναι αλήθεια ότι ο δίσκος είχε μείνει στο συρτάρι της εταιρίας, κάποια χρόνια;

Ναι! Δεν ξέρω τους λόγους. Ξέρω μόνο ότι ο δίσκος έκανε να κυκλοφορήσει τέσσερα χρόνια. Και όταν ο Νίκος Ξυλούρης ήταν άρρωστος, κάλεσε στο σπίτι του κάποιους ανθρώπους από την εταιρία παραγωγής και τους είπε πολύ αυστηρά«θέλω να βγει αυτός ο δίσκος!». Δεν μπόρεσε να του το αρνηθεί κανείς.

 

Είχατε γράψει και άλλα τραγούδια με τον Νίκο Ξυλούρη τα οποία παραμένουν ανέκδοτα;

Είχαμε γράψει πάρα πολλά τραγούδια αλλά τα άφησα στην άκρη επειδή ήταν πιο επαναστατικοειδή, πιο στρατευμένα. Σε μια εποχή που όλα ήταν επαναστατικά, ήθελα να κάνω έναν λυρικό δίσκο. Ακόμα και η «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου» του Κώστα Βάρναλη δεν ήταν ένα επαναστατικό τραγούδι, με την έννοια των 2/4. Ήταν μια άλλη κατάσταση, περισσότερο παραδοσιακή. 

 

Πρόλαβε να το ακούσει ο Κώστας Βάρναλης;

Ναι! Όταν πήγα και του έπαιξα τα τραγούδια ήμουν δεκαέξι ετών και ενθουσιάστηκε. Συγκινήθηκε, πρώτα απ’ όλα, από την ηλικία μου. Συμφώνησε με τις στροφές που είχα επιλέξει να μελοποιήσω από την «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου» αλλά ζήτησε να προσθέσω μια στροφή: Κοίτα οι άλλοι έχουν κινήσει/ έχει η πλάση κοκκινήσει/ άλλος ήλιος έχει βγει/ σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη/. Εγώ αυτή τη στροφή δεν την ήθελα. Την είχα απορρίψει για τους λόγους που προανέφερα. Δεν ήθελα να κάνω επαναστατικά τραγούδια. Όμως, εφόσον την ήθελε ο Βάρναλης, δεν το σκέφτηκα παραπάνω. Απλώς άλλαξα λίγο τον ρυθμό σε αυτή τη στροφή. Τον έκανα πιο λυρικό και τελικά αυτό λειτούργησε.

 

Παρ' όλα αυτά, ήσασταν μέσα στον πυρήνα της αριστεράς, εκείνη την εποχή.

Κοίταξε: είμαι από οικογένεια, ας πούμε, κομμουνιστών. Εγώ δεν είχα στρατευθεί ποτέ. Είχα όμως μια ανθρωπιστική ματιά. Ήμουν περισσότερο σε ένα ανθρωπιστικό κίνημα. Πλέον, με τοποθετώ σε οτιδήποτε ζει –όχι πια ανθρωπιστικό– γιατί οτιδήποτε ζει είναι σημαντικό. Το έχω καταλάβει πολύ το τελευταίο διάστημα.

 

Έχουμε μάθει πως σήμερα, μετά από σαράντα, σχεδόν, χρόνια, ετοιμάζετε έναν καινούργιο δίσκο.

Ναι. Αυτή την περίοδο ολοκληρώσαμε με τον Γιάννη Χαρούλη τον δίσκο «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», σε ποίηση Κωστή Παλαμά. Όλα έχουν ολοκληρωθεί και θα βγει στα μέσα του Σεπτεμβρίου. Σύντομα θα κυκλοφορήσει το τραγούδι «Νυχτέρια πανηγύρια», ως προάγγελος.

 

xarouils thanos

 

Γιατί επιλέξατε να κοινοποιήσετε σήμερα αυτό το έργο; Έχει να κάνει με την εποχή που διανύουμε;

Σκεφτόμενος τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα αποφάσισα ότι τώρα υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για να ακουστούν, μετά από πολλά χρόνια, κάποιοι ποιητές. Αυτό το σκέφτομαι εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια.

 

Ποιητές με πολιτικό λόγο;

Όχι πολιτικά. Περισσότερο καλλιτεχνικά. Ως μια ανάγκη για να φτάσουμε στη ρίζα μας, στις βαθύτερες έννοιες στον λόγο τον ελληνικό, που τελικά είναι πολιτικός. Τραγούδι όχι σαν πολιτική κίνηση δηλαδή, αλλά που μπορεί να φέρει πολιτική κίνηση ως αποτέλεσμα.

 

Και επιλέξατε τον Κωστή Παλαμά.

Ο Παλαμάς είναι μια δουλειά μου που τη θεωρώ σαν λειτουργία. Ξεκίνησε από την ενασχόλησή μου με αρχαία τραγωδία και την μελέτη μου πάνω στον Αισχύλο. Μέσα από τον Αισχύλο έφτασα στους ποιητές, και ο ποιητής που ήταν πιο κοντά μου –και με βοήθησε ο Αισχύλος στο να τον κατανοήσω– ήταν ο Παλαμάς. Είχα δουλέψει πολύ πάνω σε αυτόν τον ποιητή. Σκέψου ότι έχω ανέκδοτο τραγούδι του Παλαμά με τον Νίκο Ξυλούρη.

 

Στον δίσκο θα υπάρχουν και τραγούδια που είχατε γράψει για τον Νίκο Ξυλούρη;

Όχι, δεν έχω βάλει κανένα τραγούδι από τότε. Με τον Γιάννη έχω κάνει μία επιλογή, κυρίως, από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου». 

 

Τα μισά κομμάτια τα έχω γράψει πρόσφατα, τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε. Αυτός ο δίσκος είναι το πρώτο μέρος από μια τριλογία μου, πάνω στον Παλαμά. 

Γιατί επιλέξατε για ερμηνευτή του έργου τον Γιάννη Χαρούλη;

Ο Γιάννης είναι ο πιο κοντινός, ο πιο συγγενικός σε εμένα. Είχαμε και ένα προηγούμενο βέβαια. Χωρίς να γνωριζόμαστε είχα ακούσει πριν δέκα χρόνια να τραγουδάει το «Πόνοι της Παναγιάς» με το λαούτο του. Κάτι μου έκανε τότε. Τον ξεχώρισα και τον είχα στον νου μου. Αυτή τη στιγμή είναι ο πιο συγγενικός προς τη δική μου ανάγκη.

 

Πώς εξελίχθηκε αυτή η συνεργασία;

Όλα ξεκίνησαν πριν τρεις μήνες. Τον Μάρτιο συναντηθήκαμε για πρώτη φορά, στο σπίτι μου στον Βύρωνα, και μέσα σε μια βδομάδα ξεκινήσαμε. Ένα μήνα μετά αρχίσαμε τις ηχογραφήσεις και πλέον έχει ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία του στούντιο, τα εξώφυλλα και το mastering. Είχαμε μια φοβερή συνεργασία με τον Γιάννη, αλλά και με όλους τους μουσικούς. Δεν αισθάνθηκα ούτε μια στιγμή κάποιο βάρος. Απίστευτο πράγμα για εμένα.