Μια συζήτηση με τον πυρήνα του συγκροτήματος, Usurum, τους δύο παιδικούς φίλους, Σταύρο Ρουμελιώτη και Κοσμά Λαμπίδη που βγάζουν στις αγορές του χρόνου το μουσικό τους εμπόρευμα, ένα σμίλεμα ηλεκτρικού και παραδοσιακού ήχου, σαν απόγονοι συγκροτημάτων όπως τα «Ανάκαρα» της δεκαετίας του '70 και σαν παιδιά της  «ηχομεικτικής» εποχής τους....Αφορμή η συναυλία, την 21η Ιουνίου -Παγκόσμια Ημέρα της Μουσικής- στον Κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (με ελεύθερη είσοδο) και ο δεύτερος δίσκος τους ο οποίος βρίσκεται καθ' οδόν. 

 

Θέλω να ξεκινήσω με το τι πώς σκέφτονται δυο σημερινοί 25αρηδες και δη μουσικοί…

Σταύρος Ρουμελιώτης: Η εποχή δεν μας δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε μακροχρόνια σχέδια για αυτό και έχει αλλάξει ο τρόπος της σκέψης μας. Δεν μας επιτρέπει καμία «αποταμίευση». Γίνεται ένα συνεχές «δόσιμο» με άμεση επιστροφή το οποίο όμως ενέχει τον κίνδυνο από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάποια μελλοντική συνέπεια, να μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. 
Κοσμάς Λαμπίδης: Το στήριγμά μας είναι η ομάδα. Πορευόμαστε όλοι μαζί και πράττουμε όλοι μαζί. Ο στόχος μας είναι να γινόμαστε εμείς όσο το δυνατόν καλύτεροι χωρίς να ζητάμε συνεχώς τις ευθύνες από τους άλλους. 
 
Τι θα περιέχει ο «πάγκος» των Usurum την Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής με φόντο... την Ακρόπολη;
 Κ. Λ.:  Ο πάγκος θα περιέχει δικά μας τραγούδια από το δίσκο που ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες, άλλα kai από τον πρώτο ομώνυμό μας δίσκο (Yafka Records, 2013) και εννοείται τα μεταχειρισμένα μας αγαθά, τις διασκευές πάνω σε τραγούδια άλλων που αγαπάμε και ζηλεύουμε. Όλα τα παραπάνω θα χουν κοινό σημείο αναφοράς το ακουστικό τοπίο που θα τα περιβάΛλει. Να πούμε επίσης πως θα είναι η πρώτη φορά για φέτος που η σύνθεση της μπάντας θα είναι πλήρης. Η ομάδα αποτελείται από τον Κώστα Σηφάκη στο κοντραμπάσο, την Σοφία Ευκλείδου στο τσέλο, τον Μιχάλη Βρέττα στο βιολί, τον Γιώργο Σταυρίδη στα κρουστά, τον Σταύρο στην ακουστική κιθάρα και εμένα στη φωνή και στο νέυ.
 
 
Παιδιά του ροκ ή της παράδοσης;
Κ. Λ. : Παιδιά του ροκ αφού όταν ήμασταν πιο μικροί, ο ήχος των παραδοσιακών κομματιών μας φαινόταν ξένος. Χάρις στις διασκευές που ακούγαμε, μας έγινε πιο οικείος. 
Σ.Ρ. :  Ναι, στην αρχή είχαμε ανάγκη το διαμεσολαβητή, ο οποίος θα μας γνωρίσει το δημοτικό τραγούδι μέσω της δικής του διασκευής. Αργότερα μάθαμε να εκτιμούμε από μόνοι μας το πρωτόλειο. Στο παραδοσιακό, λοιπόν, τραγούδι μας εισήγαγε η Μάρθα Φριντζήλα την οποία συναντήσαμε στα σεμινάρια που έκανε στο Μουσικό Χωριό, στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου, με την οποία συνεχίζουμε διατηρούμε μιαν ουσιαστική επαφή. 
 
Οι «διασκευαστές» πάντως σήμερα πληθαίνουν. Πώς θα ορίζατε μια καλή διασκευή;
Σ. Ρ.: Το βασικότερο είναι να αφουγκραστείς το τραγούδι, να αισθανθείς το τι σου λέει, να μην το προσεγγίσεις με τη μανιέρα σου, αλλά εσύ να πας προς το μέρος του. 
 
Ποιο είναι το προφίλ της καθ’ οδόν δεύτερης δισκογραφική σας εργασίας;
Σ.Ρ.:  Θα περιέχει δημιουργίες δικές μου και του Κοσμά, ένα μελοποιημένο ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου και ένα τετράστιχο μανιάτικο μοιρολόι, μελοποιημένο, επίσης, από εμάς. 
Κ.Λ.: Θα έχει βάση τα έγχορδα με έναν πιο ηλεκτρικό ήχο από ό,τι εμφανιζόμαστε στα τελευταία μας live. 
 
Ποια ήταν η εμπειρία σας από το Μουσικό Σχολείο Αλίμου όπου μαθητεύσατε;
Σ. Ρ. : Αν εξαιρέσεις ότι στη γειτονιά., όσοι πηγαίναμε στο Μουσικό Σχολείο μάς έλεγαν φλώρους (γέλια), εκεί βρήκαμε ένα αρκετά ανοικτό πεδίο γνώσεων. Ως υποχρεωτικά πρώτα μαθήματα,  είχαμε το πιάνο, η εφαρμογή της δυτικής μουσικής, τον ταμπουρά, η εφαρμογή της βυζαντινής και παραδοσιακής μουσικής, ένα όργανο επιλογής κ..ά. και με τα χρόνια επιλέγεις πού δίνεις περισσότερο βάση. Το γεγονός ότι μπορούσες πολύ εύκολα να βρεις ένα όργανο όταν το χρειαζόσουν, μας διευκόλυνε πολύ. 
 
Το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι ποια θέση έχει σε αυτά τα σχολεία;
Κ. Λ.:   Δεν θα έλεγα ότι έχει θέση. Αυτά που διδάσκεσαι και μαθαίνεις αφορούν την παράδοση, τη βυζαντινή μουσική, τη τζαζ. Όμως επειδή είχαμε εξαιρετικούς καθηγητές, μας δίδασκαν και πέρα από την καθιερωμένη ύλη, μας μάθαιναν το λόγο. 
 
Συμμετέχετε ως συμπαραγωγός- ενορχηστρωτής και δημιουργός (Σταύρος) και μουσικός (Κοσμάς) στο νέο δίσκο της Μαρίας Παπαγεωργίου, «Μνήμη», που μόλις κυκλοφόρησε. Πώς προέκυψε η συνεργασία σας τόσο στο δίσκο όσο και στις χειμερινές σας κοινές εμφανίσεις; 
Σ. Ρ. : Το 2012 έτυχε να γράφουμε τον πρώτο μας δίσκο στο ίδιο στούντιο που ηχοραφούσε η Μαρία μαζί με τον Αλέξανδρο Εμμανουνλίδη το δικό τους δίσκο. Πολύ σύντομα η γνωριμία μας περασε εκτός στούντιο και εξελίχτηκε σε έγκάρδια φιλία. Από τη φιλία μας δεν έλειψαν οι μουσικές συμπράξεις (σε επίπεδο τσιπουροποσίας αρχικά) και επειδή περνούσαμε όμορφα κι η χημεία ήταν εμφανής είπαμε να το κάνουμε κι επίσημα. Μετά το ένα έφερε τ' άλλο, εγώ μπήκα ως κιθαρίστας στο σχημα της Μαρίας, την επόμενη χρονιά μπήκε κι ο Κοσμάς ως τραγουδιστής και μουσικός. Έπειτα ήρθαν δύο τραγούδια για τη Μαρία και μαζί με κάποια άλλα μπήκαμε στο στούντιο για να γράψουμε το δίσκο "Μνήμη" τον οποίο ουσιαστικά εγώ κι η Μαρία επιμεληθήκαμε από κοινού ενώ ο Κοσμάς παρακολουθούσε από κοντά στο ενορχηστρωτικό κομμάτι και συμμετείχε τόσο φωνητικά όσο και οργανοπαικτικά.