Το δεύτερο μέρος του κύκλου Μετασχηματισμοί, που διοργανώνει το Ελληνικό Σχέδιο στο πρώτο τρίμηνο της χρονιάς θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. Πρόκειται για τον πολύ γνωστό κύκλο τραγουδιών (lied) του Franz Schubert Χειμωνιάτικο Ταξίδι σε ποίηση Wilhelm Müller. Η ιδιαιτερότητα όμως της συγκεκριμένης συναυλίας είναι ότι το θαυμάσιο αυτό έργο θα ακουστεί για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε μετάφραση/απόδοση του ποιητή Διονύση Καψάλη. Την προσαρμογή του μουσικού κειμένου έχει κάνει ο συνθέτης και μέλος του Ελληνικού Σχεδίου Τάσος Ρωσόπουλος και θα ερμηνεύσει ο βαρύτονος Γιώργος Κανάρης με τη συνοδεία στο πιάνο του Θανάση Αποστολόπουλου.

Ο Γιώργος Κανάρης έχει μιαν ήδη διακεκριμένη διαδρομή στο εξωτερικό και είναι μέλος του ensemble της όπερας της Βόννης. Εχει λοιπόν να πει πολλά και ενδιαφέροντα για την διαφορά της πραγματικότητας ενός λυρικού ερμηνευτή στην Ελλάδα και στη Γερμανία αλλά φυσικά και για την προσέγγιση του σε αυτό το αντιπροσωπευτικότατο κύκλο lied, σε μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις διεθνώς, που αποτολμάται η μεταφορά του σε άλλη γλώσσα πλην της γερμανικής.

 

Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στον τρόπο που λειτουργεί και εργάζεται μια όπερα στη Γερμανία και μια στην Ελλάδα; Εσύ προσωπικά αντιμετωπίζεις αυτό που κάνεις διαφορετικά, ανάλογα με το σε ποια από τις δύο χώρες εργάζεσαι;

Από την εμπειρία μου στη Γερμανία και τις πληροφορίες μου για το χώρο της όπερας στην Ελλάδα η σκηνική, μουσική και τεχνική προετοιμασία της εκάστοτε παραγωγής, το τμήμα marketing και διαφήμισης λειτουργούν λίγο - πολύ ομοίως. Αυτό που ίσως διαφέρει είναι η αμοιβή: στη Γερμανία είναι αυτονόητο ότι ο καλλιτέχνης θα πληρωθεί άμεσα για τη δουλειά του ενώ στην Ελλάδα παρατηρείται, δυστυχώς το φαινόμενο να αμείβεσαι με καθυστέρηση ή και καθόλου! Δεν αντιμετωπίζω όμως αυτό που κάνω ούτε στο ελάχιστο διαφορετικά διότι ο καλλιτεχνικός χώρος απαιτεί επαγγελματισμό και πειθαρχία, έννοιες που δεν πρέπει να διαφέρουν σε καμία χώρα.

 

Πόσο διαφορετικό είναι για έναν λυρικό ερμηνευτή το να συμμετέχει σε μια οπερατική παράσταση από το να τραγουδάει lied; Θα έλεγες ότι είναι άλλου τύπου εμπειρία;

Είναι πράγματι διαφορετική εμπειρία. Πρώτα απ’ όλα το γερμανικό lied έχει – συνήθως - συνοδεία πιάνου σε αντίθεση με την ορχήστρα στην όπερα. Από αυτό και μόνο, σε συνδυασμό με τη συνεχή και στατική παρουσία του ερμηνευτή lied σε απόσταση αναπνοής από το κοινό, προκύπτει μία βασική δυσκολία καθώς δεν έχει τη δυνατότητα μικρών διαλειμμάτων όπως στην όπερα. Στο lied δηλαδή ο καλλιτέχνης είναι απολύτως εκτεθειμένος στο κοινό. Δε θα ενστερνιστώ όμως την πολύ συχνά διατυπωμένη άποψη ότι το lied έχει διαφορετική ερμηνευτική ή φωνητική αντιμετώπιση από την όπερα διότι και στα δύο υπάρχει έκφραση συναισθημάτων και θεατρικότητα και απαιτείται η ίδια τεχνική ούτως ώστε η φωνή να ηχεί δυναμικά ακόμα και σε πολύ μεγάλους χώρους.

 

Τι σημαίνει για εσένα η πρόσκληση του Ελληνικού Σχεδίου να συμμετάσχεις στη συγκεκριμένη παράσταση;

Είναι ιδιαιτέρως τιμητική καθώς μου δίνεται η δυνατότητα επανεμφάνισης μετά από χρόνια στην Ελλάδα αλλά και τεράστια πρόκληση διότι ένας παγκοσμίως γνωστός κύκλος τραγουδιών όπως το Χειμωνιάτικο Ταξίδι πρόκειται να αποδοθεί στα ελληνικά, εγχείρημα που ενέχει πολλές δυσκολίες και τον κίνδυνο να χαθεί η ηχητική συνοχή του έργου.

 

Όχι απλά έχεις ερμηνεύσει ξανά αλλά σου είναι οικείο γενικότερα αυτό το ρεπερτόριο και το συγκεκριμένο έργο. Αντιμετώπισες περισσότερες δυσκολίες για αυτή την εκτέλεση ή την προσέγγισες με άλλο τρόπο από τις προηγούμενες φορές;

Η τεχνική και ερμηνευτική προσέγγιση δεν αλλάζει ποτέ Αυτό που αλλάζει και αποτελεί την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο γερμανικό και το ελληνικό κείμενο, είναι ο γλωσσικός τονισμός, οι διαφορετικές συλλαβές που δεν εναρμονίζονται πάντοτε σωστά με τη μουσική του Σούμπερτ. Συγκεκριμένες λέξεις μπορεί μεν να αποδίδονται με απόλυτη επιτυχία στα ελληνικά, εντούτοις πολλές φορές - και αυτή ήταν και η κυριότερη δυσκολία που αντιμετώπισα - συνειδητοποιεί κανείς ότι τέτοια μεγαλόπνοα έργα είναι μουσικά και γλωσσικά άρρηκτα συνδεδεμένα. Η μουσική δηλαδή είναι συντεθειμένη με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε να ταιριάζει μόνο με το πρωτότυπο κείμενο. Οφείλω όμως να αναγνωρίσω ότι η ελληνική γλώσσα ηχεί στα περισσότερα σημεία του έργου ιδιαιτέρως μελωδική.

 

Συνεργαστήκατε με τους άλλους συντελεστές για το τελικό αποτέλεσμα ή απλά θα τραγουδήσεις πάνω σε ήδη διαμορφωμένες εκτελέσεις;

Η συγκεκριμένη εκτέλεση διαμορφώθηκε από τον Τάσο Ρωσόπουλο σε στενή συνεργασία με τον Διονύση Καψάλη. Εγώ την παρέλαβα έτοιμη, έκανα κάποιες μικρές μουσικοερμηνευτικές διορθώσεις και, πριν τη συναυλία, θα έχουμε όλοι οι συντελεστές τη δυνατότητα για τις απαραίτητες πρόβες.

 

Γιατί θα πρότεινες σε κάποιον που σε έχει ακούσει να ερμηνεύεις το συγκεκριμένο έργο να έρθει και στην παράσταση της Στέγης;

Θα προσκαλούσα το κοινό να έρθει στην παράσταση της Στέγης διότι η αμεσότητα και η μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας η οποία μιλάει φυσικά πολύ περισσότερο στο εγχώριο κοινό σε σχέση με την γερμανική, σε συνδυασμό με την πολύ επιτυχημένη μετάφραση/απόδοση του Διονύση Καψάλη και τη φιλοδοξία μας να ερμηνεύσουμε τη μεγαλόπνοη μουσική του Σούμπερτ όσο πιο πιστά γίνεται καθιστούν το πειραματικό αυτό εγχείρημα σε ένα βαθμό ακόμα και πρωτοποριακό και σίγουρα πολύ ενδιαφέρον.

 

Και τέλος, όπως το έχεις βιώσει προσωπικά μελετώντας και ερμηνεύοντάς το, υπάρχει κάποιο συναίσθημα ή ιδέα που κυριαρχεί και προσπαθεί κατά πρώτο λόγο να μεταδώσει αυτό το έργο του Σούμπερτ;

Το συναίσθημα που κυριαρχεί στην ποίηση του Wilhelm Müller είναι το παραλήρημα του φόβου και της οδύνης μέσα απ’ τα οποία ανδρώνεται ο νέος που πληγώνεται από τον έρωτα. Η νεανική του καρδιά οδεύει αλληγορικά προς την ενηλικίωση βρίσκοντας τελικά μοναδικό καταφύγιο στην παραφροσύνη. Από μουσικής πλευράς αντιλαμβάνεται κανείς πόσο δεμένος με τη μελαγχολία του έργου ήταν ο Σούμπερτ καθώς το συνέθετε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και ενώ είχε ήδη προσβληθεί από σύφιλη.

 

Στέγη Ιδρύματος Ωνάση Συγγρού 107
Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016 | Μικρή Σκηνή | 21:00  
Εισιτήρια: Κανονικό: 12 € | Μειωμένο ή Μικρή Παρέα (5-9 άτομα): 9 € | Μεγάλη Παρέα (10+ άτομα): 9 € ΑΜΕΑ & Άνεργοι: 5 € | Συνοδός ΑΜΕΑ: 10 €