Αφορμή για τη συνέντευξη με την Ελένη Καραΐνδρου είναι η κυκλοφορία του βιβλίου – διπλού CD «Μουσική Και Τραγούδια Για Το Θέατρο». Μία έκδοση με υψηλή αισθητική και πλούσιο πληροφοριακό με αντικείμενο τις μουσικές επενδύσεις της για μια σειρά παραστάσεων τις οποίες υπέγραψαν οι αείμνηστοι: Λευτέρης Βογιατζής και Ζιλ Ντασέν και επίσης οι Μάγια Λυμπεροπούλου, Βασίλης Παπαβασιλείου και Αντώνης Αντύπας. Η κουβέντα όπως ήταν αναμενώμενο πήγε και σε άλλα θέματα εκτός της έκδοσης... 

 

Θα ξεκινήσω με μια ολίγον φοβάμαι... αιρετική, για τους περισσότερους φίλους της μουσικής σου, πιθανόν και για εσένα την ίδια, τοποθέτηση. Ακούγοντας συγκεντρωμένα όλα αυτά τα έργα κατέληξα στην άποψη ότι η μουσική σου λειτουργεί πολύ καλύτερα στο θέατρο παρά στον κινηματογράφο. Διαφωνείς;

Δεν είναι τόσο θέμα του αν συμφωνώ ή διαφωνώ, κατανοώ πάντως πολύ καλά τι εννοείς και γιατί το λες αυτό. Καταρχήν βέβαια πρέπει να επαναλάβω το προφανές ίσως αλλά όχι και περιττό, ότι το να γράφεις μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο είναι δύο πράγματα που έχουν πολλές περισσότερες διαφορές από ομοιότητες. Τα αγαπώ εξίσου φυσικά, αν και για επίσης διαφορετικούς λόγους. Από εκεί και πέρα πρέπει να πω ότι όντως αισθάνομαι όχι πιο ελεύθερη ίσως αλλά πιο άνετα στο θέατρο και ο λόγος για αυτό είναι ότι τελικά μάλλον είναι πιο κοντά σε εμένα, στην προσωπικότητα μου. Το θέατρο υπήρχε στην ζωή μου από πολύ νωρίς, παρακολουθούσα πολύ θέατρο γιατί, πριν από όλα, μια καλή παράσταση ξεκινάει από ένα καλό ή και σπουδαίο κείμενο. Και όπως ξέρεις η σχέση μου με τα κείμενα, ποιητικά αλλά και πεζογραφικά, ήταν ανέκαθεν πολύ στενή, βιωματική θα έλεγαν.

 

Ήμουν και παραμένω φανατική αναγνώστρια λογοτεχνίας και για εμένα, εκτός από τέρψη, αυτό λειτουργούσε πάντα και ως πηγή έμπνευσης, έστω και υποσυνείδητα.

 

 

Το θέατρο λοιπόν μου δίνει την δυνατότητα να δουλέψω συνθετικά έχοντας μια πολύ πιο άμεση επαφή με εξαιρετικά σημαντικά κείμενα, κλασικά ή και σύγχρονα και στην πιο «καθαρή» μορφή τους. Στη συνέχεια το θεατρικό δρώμενο είναι ζωντανό, η παράσταση πραγματοποιείται μπροστά στα μάτια των θεατών χωρίς άλλη διαμεσολάβηση. Και αν ο σκηνοθέτης είναι εμπνευσμένος και το όραμα του, το συνολικό αλλά και για την συγκεκριμένη παράσταση, όχι απλά σου επιτρέπει αλλά και σε ωθεί να επεκταθείς μουσικά ή και να δοκιμάσεις πράγματα για τα οποία δεν το είχες κάνει μέχρι τότε η δημιουργική διαδικασία, πριν ακόμα και από το αποτέλεσμα, είναι πολύ ενδιαφέρουσα.

 

 

Να ξεκαθαρίσω ότι δεν στερείται δημιουργικού ενδιαφέροντος και η μουσική για τον κινηματογράφο αλλά εκεί υπάρχει μια εντελώς διαφορετική σύμβαση, ένα άλλο πλαίσιο. Εκεί, όποιο και ό,τι και αν είναι το σενάριο, διαμεσολαβείται μέσα από τον φακό της κάμερας. Και πίσω από αυτήν βρίσκεται ο σκηνοθέτης, αναπόφευκτα είναι η δική του ματιά που διαμορφώνει το πλάνο, άρα είναι ο κυρίαρχος του. Για να το πούμε λίγο σχηματικά, το θέατρο είναι μια υπόθεση στην οποία μπορεί μεν να έχει τον πρώτο λόγο ο σκηνοθέτης αλλά τελικά είναι δουλειά συνόλου, το αποτέλεσμα συνδιαμορφώνεται από μιαν ομάδα. Αντίθετα στον κινηματογράφο υπάρχει το όραμα ενός ανθρώπου και, εκτός και αν ο ίδιος επιτρέψει το αντίθετο, όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να το ακολουθούν ή έστω να συντονίζονται απόλυτα μαζί του.

 

 

Κάτι που δεν είναι πάντα εύκολο υποθέτω...

Καθόλου μάλιστα! Κάτι για παράδειγμα που δεν ξέρει αλλά και δεν μπορεί πιθανότατα να φανταστεί ο κόσμος παρακολουθώντας το ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, τις ταινίες μαζί με την μουσική, είναι ότι όσο και αν αληθινά αγαπούσαμε και εκτιμούσαμε απεριόριστα ο ένας τον άλλο και την δουλειά του η συνεργασία μου με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο δεν ήταν καθόλου... ανέφελη. Ο κανόνας μάλιστα ήταν το αντίθετο, τις περισσότερες φορές υπήρχαν ομηρικοί καυγάδες ανάμεσα μας μέχρι να ολοκληρωθεί κάθε ταινία.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση που θυμάμαι είναι όταν του ανακοίνωσα ότι είχα προσκαλέσει τον Jan Garbarek για να παίξει στο βασικό θέμα του «ο Μελισσοκόμος». Για κάποιο λόγο δεν το ήθελε καθόλου αυτό, ποτέ δεν κατάλαβα αν ήταν επειδή προτιμούσε πολύ περισσότερο, του άρεσε πιο πολύ ο ήχος του κλαρινέτου από αυτόν του σαξοφώνου ή απλά γιατί αντιπαθούσε την jazz (γέλια).

 

Πάντως περπατούσαμε στο Κολωνάκι, μέρα μεσημέρι, μπροστά στον κόσμο και διαφωνούσαμε σε πολύ δυνατό τόνο καθώς προσπαθούσε να με αποτρέψει από το να το κάνω.

 

Το αποτέλεσμα ήταν να φτάσω σε ένα σημείο που του φώναξα «ξέρεις κάτι; Οι ταινίες σου δεν χρειάζονται μουσική, μπορούν να σταθούν και χωρίς αυτήν. Αφαίρεσε λοιπόν όση έχω γράψει μέχρι τώρα, μην βάλεις καθόλου μουσική» και τον άφησα εκεί σύξυλο και έφυγα!

                                                                                        

Ηταν πάρα πολύ πεισματάρης αλλά το ίδιο είμαι και εγώ, μπορώ να πω ακόμα και ανυποχώρητη όταν πρόκειται για την μουσική μου. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ήμουν αποφασισμένη ότι δεν θα υπήρχε στην ταινία αν δεν δεχόταν να είναι με τον Garbarek, όπως την είχα σκεφτεί και φανταστεί εξαρχής. Φυσικά δεν χρειάστηκε να γίνει αυτό γιατί τελικά την συμπεριέλαβε έτσι ακριβώς... Και οφείλω να του αναγνωρίσω ότι, έστω και με γκρίνια, στο τέλος εκείνος ήταν που πάντα υποχωρούσε και η μουσική στις ταινίες του ήταν έτσι όπως ήθελα αλλά και ήξερα εγώ ότι έπρεπε να είναι.

 

 

Το υλικό που υπάρχει σε αυτήν την κυκλοφορία με έκανε να σκεφτώ και πάλι κάτι που έχουμε ξανασυζητήσει, ότι ενώ και ξέρεις και μπορείς να γράφεις πολύ καλά τραγούδια τελικά έχεις γράψει πολύ λίγα.

Οχι μόνο μπορώ αλλά και μου αρέσει πάρα πολύ να γράφω τραγούδια, το ότι δεν το κάνω παρά σπάνια είναι μια απολύτως συνειδητή απόφαση η οποία οφείλεται σε έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο. Οπως ξέρεις ο πρώτος μου δίσκος, το «Η Μεγάλη Αγρυπνία» του 1975 σε στίχους Κ. Χ. Μύρη και με ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη, περιλάμβανε μόνο τραγούδια. Αν και δεν πούλησε όμως ιδιαίτερα για τα δεδομένα της εποχής φαίνεται ότι άφησε πολύ καλές εντυπώσεις, ως προς την εμπορική δυνατότητα που είχα ως συνθέτιδα μάλλον παρά για την ποιότητα του.

 

 

Το αποτέλεσμα ήταν πολύ σύντομα να αρχίσουν να με ενοχλούν από την εταιρεία που το είχε κυκλοφορήσει για να ετοιμάσουμε την συνέχεια του και μάλιστα να μου προτείνουν και στιχουργούς για να δουλέψω μαζί τους. Άλλοι πάλι στιχουργοί, γνωστοί, «φίρμες» της εποχής, έρχονταν να με βρουν όχι απλά για να μου δώσουν στίχους τους αλλά και για να μου προσφέρουν και μεγάλα χρηματικά ποσά για να συνεργαστώ μαζί τους! Άλλοι καιροί, όχι μόνον υπήρχε δισκογραφία αλλά και άφηνε πολλά χρήματα...

 

Όλα αυτά για άλλους μπορεί να ήταν πολύ θετικά, ακόμα και τιμητικά και φυσικά πολύ επικερδή, για εμένα όμως, αν και ήμουν μόλις στο ξεκίνημα, ήταν τρομερά ενοχλητικά. Είχα χάσει την ηρεμία μου, δεν μπορούσα να κάνω αυτό που πάνω από όλα ήθελα, να γράψω μουσική και επίσης δεν μου άρεσε καθόλου ότι αν έμπαινα σε αυτό το παιχνίδι η δουλειά μου, ακόμα και εγώ η ίδια, θα ήμασταν εξαρτημένες από τόσους πολλούς άλλους. Δεν το είχα συνηθίσει ποτέ αυτό και δεν το άντεχα...

 

Επέλεξα λοιπόν να μην ξανακάνω δίσκο με τραγούδια για τον ίδιο λόγο που, παρά τις πολλές πιέσεις τις οποίες κατά καιρούς δέχτηκα, δεν υπέγραψα ποτέ αποκλειστικό συμβόλαιο με καμία δισκογραφική εταιρεία. Η ECM με την οποία έχω την πιο μακρόχρονη συνεργασία στην διαδρομή μου ως γνωστόν δεν κάνει συμβόλαια, η συμφωνία κλείνεται με μια χειραψία σου με τον Manfred Eicher. Ο λόγος αυτός είναι ότι ήθελα να είμαι υπεύθυνη για την μουσική μου και να την ορίζω μόνον εγώ και ποτέ δεν μετάνιωσα για αυτήν μου την απόφαση. Οσο για την αγάπη μου για το τραγούδι βρίσκει διέξοδο μέσα από τις επενδύσεις που γράφω για τον κινηματογράφο και, ακόμα περισσότερο μάλλον, για το θέατρο.

 

 

Στην προηγούμενη συνέντευξη μας σε είχα ρωτήσει αν είσαι αισιόδοξη για την χώρα μας και μου είχες απαντήσει ότι προσπαθείς να είσαι. Αν σε ρωτούσα και τώρα το ίδιο;

Θέλω μεν καθώς από την φύση μου είμαι αισιόδοξος άνθρωπος αλλά... πόσο εύκολο είναι; Μπορείς να είσαι αισιόδοξος με όσα βλέπεις να συμβαίνουν γύρω σου; Και όχι μόνο στην Ελλάδα, η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι ας πούμε με γέμισε απογοήτευση, θλίψη, θυμό αλλά ακόμα και με έναν φόβο καθώς στην πόλη αυτή έζησα μερικά από τα καλύτερα χρόνια μου, σπουδάζοντας και σε ένα βαθμό και δουλεύοντας. Πώς να νιώθεις αισιοδοξία όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα;

 

 

Και, αντίστοιχα, αν σε ρωτούσα και πάλι αν αισιοδοξείς για την μουσική, γενικότερα για τον πολιτισμό της χώρας μας;

Σε αυτό θα σου απαντήσω το ίδιο...Σε επίσημο, θεσμικό επίπεδο βέβαια είμαι περισσότερο απογοητευμένη από ποτέ, δυστυχώς βλέπουμε τη νέα διακυβέρνηση της χώρας για την οποία είχαμε ελπίσει ότι θα άλλαζε κάποια πράγματα όχι μόνο να επαναλαμβάνει τα λάθη του παρελθόντος στον πολιτισμό αλλά και να επισωρεύει και άλλα. Όμως βλέποντας όλο αυτό το ταλέντο, την δημιουργικότητα και τις ικανότητες που είναι διάχυτα σε πολλούς νέους ανθρώπους ανανεώνεται η εμπιστοσύνη μου σε αυτούς και για αυτό αισιοδοξώ...Και ευτυχώς που συμβαίνει αυτό γιατί αν δεν έχουμε εμπιστοσύνη ούτε στα νέα παιδιά τότε πραγματικά χαθήκαμε! 

 

 

Σε προσωπικό επίπεδο όμως νομίζω ότι αισιοδοξείς...

Ναι, είμαι καλά προσωπικά, τόσο πολύ ώστε μερικές φορές σχεδόν να αισθάνομαι τύψεις βλέποντας όλα αυτά γύρω μου (γέλια αν και μάλλον πικρά). Ήμουν πάντα άλλωστε εξαιρετικά ολιγαρκής, μου αρκεί να έχω την οικογένεια μου, να μπορώ να κάνω αυτό που μου αρέσει και να επιβιώνω από αυτό.

 

Υπάρχουν άμεσα σχέδια για τη συνέχεια;

Πολλά, ταυτόχρονα και παράλληλα, για αρκετά όμως από αυτά δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα. Πριν από όλα είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία που θα κάνει ένας νέος Έλληνας σκηνοθέτης με πρωταγωνιστή τον Harvey Kaitel αλλά δεν μπορώ να πω τίποτα μέχρι να υπογραφούν οι σχετικές συμφωνίες. Επίσης ο Αντώνης Αντύπας ετοιμάζει μια θεατρική παράσταση για την επόμενη χρονιά στην οποία θα γράψω την μουσική αλλά και πάλι πρέπει να είναι οριστικό για να ανακοινωθεί.

Τελος, ο Manfred Eicher άκουσε την ηχογράφηση του έργου μου «Δαβίδ» που είχε παρουσιαστεί πριν λίγα χρόνια στο Μέγαρο Μουσικής και ενθουσιάστηκε τόσο που, χωρίς να είναι στο πρόγραμμα μας, αποφάσισε να κυκλοφορήσει από την ECM. Θα είχε μάλιστα ήδη γίνει αυτό αν δεν άκουγε κυριολεκτικά ένα «τσικ» στο τελικό mastering και για αυτό θα έρθει πάλι στην Αθήνα για να το ξανακάνει από την αρχή. Πώς να μην χαίρεσαι να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που  δείχνουν τέτοια αγάπη και προσοχή στην δουλειά τους ώστε να μη φείδονται κανενός κόπου για αυτό;

 

 


Το τραγούδι «Χάθηκα Μέσα Στη Ζωή Μου»  από την παράσταση του έργου της Λούλας Αναγνωστάκη «Διαμάντια Και Μπλουζ» από τον θίασο Κώστα ΚαζάκουΤζένης Καρέζη, μιας ακόμα που την μουσική της υπέγραφε η Ελένη Καραϊνδρου. Το ερμηνεύει η ίδια η πρωταγωνίστρια της οποίας ο ρόλος αυτός έμελλε να είναι ο τελευταίος καθώς λίγους μήνες μετά πέθανε από καρκίνο.