Κορυφαίος σολίστ του πιάνου, προικισμένος ενορχηστρωτής δίσκων άλλων στον μικρό βαθμό που ασχολήθηκε με αυτό, για ένα σύντομο διάστημα ποπ είδωλο, συνθέτης τραγουδιών για μεγάλους ερμηνευτές αλλά και ορχηστρικών έργων με διεθνή απήχηση, σκηνικές συμπράξεις με σπουδαίες ορχήστρες και μαέστρους από πολλές χώρες, ο Στέφανος Κορκολής έχει κάνει στη διαδρομή του τόσα ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι θα μπορούσαν να αποτελούν εκείνες... τριών διαφορετικών μουσικών! Με αφορμή την θριαμβευτική επάνοδο του στο ελληνικό προσκήνιο με το διπλό CD - και στη συνέχεια τις πολύ επιτυχημένες ανάλογες ζωντανές εμφανίσεις – με τις μετεγγραφές του για πιάνο και φωνή πολλών από τα κλασικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη μας μίλησε σε μια συνέντευξη – ποταμό για την σχέση του με τον ακρογωνιαίο λίθο της σύγχρονης ελληνικής μουσικής και το έργο του αλλά και πολλά και λίαν ενδιαφέροντα άλλα.

 

 

Οι περισσότεροι μπορεί να σε έμαθαν ως έναν πιανίστα που έγραφε ο ίδιος τα τραγούδια που ερμήνευε όμως κάποιοι λίγοι που βρισκόμασταν εκεί θυμόμαστε ακόμα ένα παιδί που μας άφηνε άφωνους με την βιρτουοζιτέ και την άψογη τεχνική του όταν έπαιζε ας πούμε Ραχμάνινοφ στο πιάνο του στούντιο Sierra απλά για να ξεμουδιάσει στα διαλείμματα των ηχογραφήσεων, όπως επίσης θυμόμαστε και τους Opera, το τόσο φιλόδοξο και έξω από τα ελληνικά δεδομένα project σου με τον Άρη Χριστοφέλλη. Έχεις μετανιώσει για το ότι δεν συνέχισες σε αυτόν και μόνο τον δρόμο, ως σολίστ του πιάνου που θα μπορούσε πραγματικά να έχει κάνει διεθνή καριέρα και με μια συνθετική δραστηριότητα η οποία επίσης θα περιστρεφόταν λίγο – πολύ γύρω από την κλασική μουσική;
Σίγουρα το ευρύ κοινό με έμαθε την περίοδο που ερμήνευα ο ίδιος τα τραγούδια μου. Η απήχηση τότε είχε ξεπεράσει τα όρια του φυσιολογικού με ό,τι αν συνεπάγεται αυτό... Δυστυχώς όμως έτσι λειτουργούσε και ακόμη λειτουργεί το σύστημα. Θέλω να πω ότι η προβολή γίνεται πάντα στον ερμηνευτή και όχι, τις περισσότερες φορές τουλάχιστον, στους δημιουργούς. Ακόμη εκπλήσσομαι με το γεγονός ότι για γνωστά τραγούδια όπως το «Δεν Είσαι Εδώ» σε στίχους του Παρασκευά Καρασούλου υπάρχει κόσμος που δεν γνωρίζει ότι εγώ έχω γράψει τη μουσική. Γυρνώντας από το Παρίσι για καθαρά οικογενειακούς λόγους βρέθηκα αντιμέτωπος με μία εντελώς διαφορετική πραγματικότητα όσον αφορά στα μουσικά πράγματα. Το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορώ να επιβιώσω ως δημιουργός και μόνο, κάτι που στη Γαλλία συνέβαινε και μάλιστα εξαιρετικά άνετα. Πάντως η ενασχόλησή μου με την ερμηνεία αλλά και τη γραφή πιο «απλών» τραγουδιών έγινε εντελώς τυχαία. Μου είχε ζητηθεί να γράψω κάποια τραγούδια για τη Νάνα Μούσχουρη, κάθισα στο πιάνο και έγραψα κάποιες μελωδίες, ανάμεσα τους  και αυτήν που μετέπειτα έγινε το τραγούδι μου «Στους Πέντε Ανέμους», θεωρώντας πως θα της πήγαινε υφολογικά πάρα πολύ. Τα έδωσα λοιπόν στην εταιρεία που μου έκανε την πρόταση και περίμενα μία απάντηση. Το τηλέφωνο ποτέ δεν χτύπησε και μετά από δύο μήνες πήρα εγώ τον τότε «παραγωγό» να ρωτήσω τι απέγινε μ’ αυτήν την ιστορία. Η απάντηση ήταν ότι η κυρία Μούσχουρη άκουσε το κομμάτι αλλά δεν έψαχνε για κάτι τέτοιο εκείνη την εποχή. Βέβαια όλη αυτή η ιστορία αποδείχθηκε ότι ήταν ένα τεράστιο ψέμα διότι γύρω στο 2005 βρέθηκα με την ίδια στο σπίτι μου για να της γράψω, όπως και έγινε, τραγούδια. Της ανέφερα το περιστατικό, έμεινε έκπληκτη και όταν μου ζήτησε να ακούσει το συγκεκριμένο κομμάτι, φυσικά στην τελική του μορφή, μου είπε «μα αυτό είναι για εμένα»! Χαμογέλασα και της απάντησα «μα για εσένα το είχα γράψει και μάλιστα δέκα πέντε χρόνια πριν» και αποδείχθηκε πως ποτέ δεν το είχε ακούσει για τον απλό λόγο ότι ποτέ δεν μπήκαν καν στον κόπο να της το στείλουν.

 

 

Όταν πάντως εισέπραξα την δήθεν αρνητική απάντηση από την κυρία Μούσχουρη η απογοήτευσή μου ήταν πολύ μεγάλη. Τότε ο φίλος μου και παραγωγός της BMG Βαγγέλης Γιαννόπουλος μαζί με την Ιφιγένεια Γιαννοπούλου (δυστυχώς έφυγαν πολύ νωρίς και οι δύο) με πολλή προσπάθεια με έπεισαν να το ερμηνεύσω εγώ μαζί με κάποια ακόμα που είχα γράψει. Έτσι μπήκα σ’ αυτήν την περίοδο που ονομάζω «μουσική εφηβεία μου» η οποία εξελίχθηκε σ’ έναν πανζουρλισμό (ποτέ μου δεν κατάλαβα το γιατί) και μάλιστα σε κάποια στιγμή ξέφυγε από κάθε είδους διαχείριση. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι έθεσα τέλος σε αυτήν την περίοδο στο απόγειό της διότι δεν άντεχα άλλο όλα αυτά... Όσον αφορά στο ερώτημα σου περί διεθνούς καριέρας με άξονα το συνθετικό και πιανιστικό μου έργο συνέβη (άσχετα αν δεν το γνωστοποίησα) με ξεκίνημα το «First Touch» το οποίο έγινε πλατινένιο σε πάνω από δέκα οκτώ χώρες. Όλη την περίοδο από το 1998 και μετά οι συναυλίες μου στο εξωτερικό όπως και οι συνεργασίες με τεράστια ονόματα ήταν διαρκείς και συνεχίζουν να είναι παρ’ ότι το τελευταίο διάστημα βρίσκομαι πιο πολύ στην Ελλάδα λόγω και της υγείας μου. Δεν μετανιώνω λοιπόν για τίποτα, απεναντίας χαίρομαι που βίωσα και αυτή την πλευρά, δηλαδή το να παίζεις σε στάδια (θυμίζω το Ειρήνης Και Φιλίας με πάνω από είκοσι πέντε χιλιάδες κόσμο) όμως επίσης, για να μην το ξεχνάμε, «χρησιμοποιώντας» τη φήμη μου έδινα και αμιγώς κλασικά κονσέρτα επίσης σε στάδια (στο κατάμεστο Παλαί Ντε Σπορ Θεσσαλονίκης το 1994 με την συμφωνική ορχήστρα της πόλης υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Αγραφιώτη σε έργα Gershwin). Είναι μία περίοδος της μουσικής μου ζωής που βλέπω πια με πολλή συμπάθεια αλλά σίγουρα δεν μου λείπει και ούτε θα μου λείψει. Αν σταθώ πάλι μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο θα γίνει μόνον αν είναι στο πιάνο και αν το απαιτήσει ο κόσμος, σαν μία ανάμνηση των νεανικών μας χρόνων.

 

Αν έβαζες από την μια πλευρά όλα τα τραγούδια σου που έχεις ερμηνεύσει ο ίδιος και από την άλλη την πρώτη σοβαρή και ολοκληρωμένη σου συνθετική δουλειά για άλλον, το «Παλίρροια» με την Δήμητρα Γαλάνη σε στίχους του Παρασκευά Καρασούλου, τι θα βάρυνε περισσότερο;
Είχε προηγηθεί το  «Το Μαγικό Κλειδί» με τη Μαρία Δημητριάδη, μετά ο πρώτος μου προσωπικός δίσκος ως ερμηνευτής «Λες Kι Eίσαι Nύχτα» ο οποίος δεν έγινε επιτυχία εν μία νυκτί, ούτε καν έγινε επιτυχία και μετά ακολούθησε το «Παλίρροια», όλα αυτά με τον ποιητή Παρασκευά Καρασούλο. Σίγουρα, αν και δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ ζυγαριά στην τέχνη, η βαρύτητα αυτών των κύκλων τραγουδιών ήταν πιο σημαντική χωρίς όμως ν’ απαξιώνω τα μετέπειτα.

 

Και για να κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, αισθάνεσαι ότι σπατάλησες ή έστω δεν αξιοποίησες όσο θα έπρεπε και θα του άξιζε το ταλέντο σου στο ξεκίνημα σου; 
Όχι, δεν νιώθω καθόλου έτσι. Άλλωστε η πορεία μου τώρα και η ενασχόλησή μου με το υπέροχο έργο του μέγιστου Μίκη Θεοδωράκη, ως σολίστ αλλά και ερευνητή, με γεμίζει τόσο πολύ ώστε δεν μου αφήνει καν το χρόνο να κάνω σκέψεις και αναλύσεις που αφορούν το μουσικό μου παρελθόν.

 

 

Για κάποια, όχι και τόσο λίγα, χρόνια Στέφανε συναποτελούσες μαζί με την Άννα Βίσση και τον Σάκη Ρουβά την τριάδα που κυριαρχούσε σε αυτό που λεγόταν τότε ελληνική ποπ. Κατά τη γνώμη μου αυτό ήταν ένα φαινόμενο απολύτως κατασκευασμένο, από τις κραταιές τότε ακόμα δισκογραφικές εταιρείες και όχι μόνο, το οποίο ήταν τμήμα ενός συνολικού lifestyle που ξεκίνησε από συγκεκριμένα έντυπα, στηρίχθηκε φυσικά κυρίως και διαχύθηκε παντού με την ιδιωτική τηλεόραση και οδήγησε στον τόσο υπερβολικά για τα δεδομένα του Έλληνα large τρόπο ζωής, μια υπέρμετρη χλιδή και σπατάλη που έφτασε στο απόγειο της με τους ακριβότερους Ολυμπιακούς αγώνες όλων των εποχών.  Αποδέχεσαι το μερίδιο της ευθύνης σου για το ότι, έστω και χωρίς να συνειδητοποιείς τότε, ως μουσικός και ως δημόσιο πρόσωπο, συνετέλεσες σε ένα ρεύμα το οποίο, για περισσότερα από είκοσι χρόνια, μαζί με την υπόλοιπη ζημιά που έκανε καταβίβασε δραματικά το πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο της Ελλάδας;
Συμφωνώ απόλυτα με την ανάλυση σου ενός τεχνικά κατασκευασμένου νεοπλουτισμού όλων μας ο οποίος αποτελούσε και την αρχή του σχεδίου που είχαν «οι έξω» για την εξόντωσή μας, κάτι που δυστυχώς το έχουν πετύχει σε μεγάλο ποσοστό. Από την άλλη όμως δεν θεωρώ ότι το «Σκόνη Και Θρύψαλα» ήταν η αιτία για όλα αυτά, άλλωστε το πέρασμά μου από αυτό που λέμε ποπ μουσική ήταν μόλις εξαετές και κάποια από αυτά τα τραγούδια παρέμειναν στον χρόνο που σε τελική ανάλυση είναι και ο πιο αυστηρός κριτής. 

 

Ξαφνικά ανακάλυψες ότι αγαπάς τόσο πολύ την μουσική του Μίκη Θεοδωράκη; Εννοώ ότι αν συνέβαινε αυτό πάντα πώς και δεν είχε φανεί στο παρελθόν;
Ξαφνικά, πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, σ’ ένα ολιγοήμερο διάλειμμα από ατελείωτα ταξίδια και συναυλίες στο εξωτερικό, βρέθηκα στο σπίτι μου στην Αθήνα και στις τρεις το βράδυ έκανα ζάπινγκ περιμένοντας να κοιμηθώ, λόγω της ωρολογιακής σύγχυσης που είχα. Κάποια στιγμή στην ΕΤ3 άκουσα ένα συμφωνικό έργο το οποίο αμέσως τράβηξε όλες μου τις αισθήσεις. Ηταν πολύ κοντά στα ακούσματα που αγαπώ στην συμφωνική μουσική, δηλαδή την ρωσική σχολή του εικοστού αιώνα, αλλά με τη διαφορά ότι δεν έμοιαζε σε τίποτα με τα έργα που γνώριζα. Όταν η κάμερα γύρισε και έδειξε τον Μίκη Θεοδωράκη στο πόντιουμ να διευθύνει έπαθα κάτι απερίγραπτο! Το έργο ήταν η δεύτερη συμφωνία του που εμπεριέχει και την σουίτα για πιάνο και ορχήστρα. Αυτόν τον Θεοδωράκη δεν τον γνώριζα και ένιωσα πολύ άβολα με τον εαυτό μου που δεν γνώριζα αυτή την μεγαλοφυή πλευρά του συνθέτη. Άλλωστε δεν το λέω εγώ, το έχει πει ο Dmitri Shostakovich, πριν πολλά χρόνια, όταν έδωσε το χρυσό μετάλλιο σύνθεσης στον νεαρό τότε Μίκη αποκαλώντας τον «μουσική ιδιοφυία». Άρχισα αμέσως λοιπόν να συλλέγω έργα αυτής της ιδιότητάς του και όταν ξεκίνησα να τα μελετάω ένιωσα να ξαναγεννιέμαι μουσικά. Επειδή καμιά φορά το σύμπαν συνωμοτεί όμορφα μετά από λίγους μήνες δέχτηκα μία πρόταση, από τον σκηνοθέτη Αστέρη Κούτουλα και από τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη, να κάνω ένα μουσικό πρόλογο - ρεσιτάλ στην πρεμιέρα της ταινίας «Ανακυκλώνοντας Τη Μήδεια», βασισμένο στις μουσικές του Μίκη και με τον τρόπο που εγώ τις αντιλαμβάνομαι, παρουσία μάλιστα του ιδίου και μετά όλα κύλησαν γρήγορα. Η σχέση μου με τον Θεοδωράκη και με τη μουσική του έγινε καθημερινή και ο τρόπος που με τίμησε δημόσια ανακηρύσσοντάς με ως ιδανικό πρεσβευτή των έργων του και πολλά άλλα μ’ έκαναν να νιώσω τόσο ευγνώμων και υπεύθυνος απέναντι στο έργο του αλλά και στον ίδιο.

 

 

Ποιο είναι το ενδιαφέρον για εσένα στο να ηχογραφήσεις και να παρουσιάζεις ζωντανά αυτά τα πασίγνωστα τραγούδια του Μ. Θεοδωράκη με μόνη διαφορά από τις τόσες άλλες εκτελέσεις τους ότι τα έχεις μετεγγράψει για πιάνο; Και γιατί πιστεύεις ότι έχουν τόση πολλή απήχηση στον κόσμο;
Τα τραγούδια αυτά τα προσέγγισα μ’ έναν τρόπο διαφορετικό, αντιμετωπίζοντάς τα με την ιδιότητα του κλασικού lied, δηλαδή αναδεικνύοντας τις ιδιοφυείς κλασικές μουσικές γραμμές με τον πιο λιτό τρόπο, μ’ ένα πιάνο και μια φωνή. Και τι σπουδαία φωνή! Ένα κορίτσι μόλις είκοσι ετών, την Σοφία Μανουσάκη, την οποία ο ίδιος ο Μίκης και η Μαρία Φαραντούρη έχουν αποκαλέσει «αποκάλυψη μεγατόνων».  Το γεγονός δε ότι αυτό το διπλό CD έγινε χρυσό μόλις μέσα σε δύο μήνες και μάλιστα την περίοδο των capitals control  λέει πολλά. Λέει ότι η απλότητα και η ειλικρίνεια, μαζί με τον σεβασμό, είναι εκείνα τα «συστατικά» που οδηγούν κατευθείαν τη μουσική στις ψυχές των ανθρώπων.

 

Θα έχει η ενασχόληση σου με τη μουσική του Μ. Θεοδωράκη, συναυλιακά και ίσως και δισκογραφικά;
Πρώτα απ’ όλα την δισκογράφηση ενός κύκλου τραγουδιών με τίτλο «Μια Θάλασσα Γεμάτη Μουσική» σε ποίηση της Δήμητρας Μαντά, παντελώς άγνωστου στην Ελλάδα και αυτό διότι ανήκει στα «προδομένα έργα», όπως τ’ αποκαλεί ο ίδιος ο συνθέτης, της περιόδου 1980 - 2000. Για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει τι σημαίνει «προδομένα έργα» μπορεί να διαβάσει την πύρινη αλλά και γεμάτη πίκρα επιστολή του Μίκη που δημοσιεύτηκε, πριν από έναν χρόνο, στο επίσημο blog Θεοδωρακισμός. Νομίζω ότι έτσι θα μάθει πολλά και θα καταλάβει ακόμα περισσότερα... Δεύτερον, είναι η πραγματοποίηση ενός ντοκιμαντέρ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Βαμβακά, στο οποίο μ’ έναν ιδιαίτερα γοητευτικό τρόπο προσπαθούμε ν’ αναλύσουμε στο ευρύ κοινό το τι σημαίνει ο συμφωνιστής Θεοδωράκης αλλά και να περάσουμε απ’ όλα τα μέρη όπου έζησε και δημιούργησε, μέσα από αφηγήσεις του ιδίου αλλά κυρίως διαμέσου της μουσικής του. 

 

Ποια είναι τα τρία πράγματα που έχεις κάνει για τα οποία είσαι πιο ικανοποιημένος αλλά και υπερήφανος ως μουσικός;
Δεν με κάνει κάτι υπερήφανο με την στενή έννοια του όρου. Σίγουρα κάποια μπράβο που έχω εισπράξει κατά καιρούς από πολύ σημαντικούς ανθρώπους μ’ έχουν χαροποιήσει, υπερηφάνεια ένιωσα ίσως μόνο πρόσφατα, στο Μέγαρο Μουσικής, όταν μετά την συναυλία ο Μίκης Θεοδωράκης είπε στον κόσμο κάποια λόγια για εμένα.

 

 

Και τα λίγο πιο μακροπρόθεσμα σχέδια σου; Ετοιμάζεις κάτι από συνθετικής ή έστω δισκογραφικής πλευράς;
Μακροπρόθεσμα σχέδια έχω πάψει να κάνω διότι ο όρος «μακροπρόθεσμο» δεν συνάδει με την κατάσταση που βιώνουμε στην χώρα μας. Όποτε μπορώ θα ερμηνεύω ζωντανά την μουσική του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και δικά μου έργα και βλέπουμε...