Δευτέρα μεσημέρι στον κινηματογράφο Δαναό στη δημοσιογραφική προβολή της νέας του ταινίας Ουζερί Τσιτσάνης και Τετάρτη πρωί στο Ζάχαρη κι Αλάτι, ένα καθόλα φιλόξενο (σε υποδομές και ανθρώπους) χώρο για συνέντευξη με τον ίδιο τον Μανούσο Μανουσάκη. Με ενδιάφερε να δω με ποιον τρόπο βίωσε ο ίδιος το φαινόμενο Τσιτσάνης πέραν της ενσάρκωσης του βιβλίου του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Και οι απαντήσεις ήταν σαφείς, χωρίς καμία αμφιβολία.

 

Κύριε Μανουσάκη ο ίδιος ο μύθος του Τσιτσάνη, το βιβλίο ή απουσία σας από την κινούμενη εικόνα τα τελευταία χρόνια, ποιο ήταν το στοιχείο που πρωτίστως σας έβαλε στη λογική να κάνετε αυτή την ταινία

Καταρχήν η απουσία μου είναι συνάρτηση των τηλεοπτικών πραγμάτων στη χώρα μας. Άλλαξε χάρτης από τότε που ξεκίνησε η κρίση και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Από την άλλη ήταν το βιβλίο που αρχικά με έβαλε στα αίματα, για να το πω έτσι, να κάνω την ταινία. Πριν από 5 χρόνια που το διάβασα είδα σε αυτό έναν τέτοιο πλούτο γεγονότων, προσώπων και χαρακτήρων, προεξέχοντος βέβαια της μορφής του Βασίλη Τσιτσάνη και γοητεύτηκα. Αυτό ήταν το κίνητρο.

 

Πόσο δύσκολο ήταν να επιλεγεί ο Ανδρέας Κωνσταντίνου για το ρόλο του Τσιτσάνη; Το λέω διότι μου άρεσε πραγματικά ο Ανδρέας Κωνσταντίνου και αν αποτελεί κριτήριο αυτό που θ σας πω, από κάποια στιγμή και περά πείθεσαι ότι αυτός που βλέπεις στην ταινία είναι όντως ο Τσιτσάνης.

Κανονικά θα έπρεπε να είναι φοβερά δύσκολο να επιλέξω κάποιον για το ρόλο του Τσιτσάνη. Όμως όταν είδα την ταινία του Παντελή Βούλγαρη (σ.σ. "Μικρά Αγγλία") και είδα τον Αντρέα είπα μέσα μου «αυτός είναι και κανείς άλλος». Αν δεν είχα δει την ταινία θα τον έβλεπα βέβαια στο casting αλλά θα υπήρχε η διαδικασία της επιλογής. Όμως δεν χρειάστηκε όπως σας είπα κάτι τέτοιο, διευκόλυνε πάρα πολύ η παρακολούθηση της ταινίας του Παντελή διότι η πιο δύσκολη διανομή είναι αυτή ενός ιστορικού προσώπου και δει ενός που έχουμε συνολικά ως θεατές μνήμη του πρόσφατη, όπως στην περίπτωση Τσιτσάνη.

 

 

Θέλω να μιλήσουμε επίσης για τους τρεις β ανδρικούς ρόλους που ενσαρκώθηκαν από κλασσικούς Έλληνες καρατερίστες. Καταρχήν ο Αλμπέρτο Εσκενάζυ ο οποίος ήταν εκπληκτικός

Ο Αλμπέρτο ενώ δεν είχε μεγάλο ρόλο σε κάθε σκηνή που συμμετέχει την ορίζει και γεμίζει και καταλαμβάνει την οθόνη.

 

Ο Σταμάτης Τζελέπης έπειτα, που είναι απόλυτα αυθεντικός ως πατέρας του πρωταγνιστή, ειδικότερα στη σκηνή που του επισημαίνει τους κινδύνους του πάθους του.

Ο Τζελέπης είναι ένα λαϊκό παιδί και το έκανε καταπληκτικά αυτό.

 

Βασιστήκατε δηλαδή στο πολιτισμικό data για την περαίωση μερικών ρόλων;

Δεν είμαι ακριβώς αυτό. Με τους ηθοποιούς συμβαίνει κάτι μαγικό. Έρχεται στο γραφείο και ξαφνικά η αύρα που αποπνέει σε οδηγεί. Παίζουν ρόλο και τα δοκιμαστικά βέβαια αλλά είναι η αύρα που αποπνέει ακόμα και τη στιγμή της αμηχανίας του διότι οι πιο πολλοί νέοι όταν μπαίνουν σε ένα γραφείο για να βρουν μια δουλειά έχουν μια αμηχανία τεράστια. Αυτή η αμηχανία είναι εκμεταλλεύσιμη καλλιτεχνικώς. Ο ερωτισμός επίσης που αποπνέει ένας ηθοποιός είτε άντρας είτε γυναίκα, είναι μια μαγική στιγμή, δεν έχει «με διάλεξες, σε διάλεξα» είναι αμφίδρομη αυτή η τοποθέτηση.

 

Και τελευταίος από την προαναφερθείσα τριάδα ο Λάκης Κομνηνός.

Που δεν έπαιξε τον γερμανό αυτή τη φορά (γέλια)

 

Όντως, όταν είπα σε ένα φίλο ότι είδα την ταινία και ότι παίζει ο Κομνηνός μου είπε «Πάλι στα SS τον κατέταξαν στην ταινία;» και του απήντησα ότι για πρώτη φορά παίζει το αντίπαλο δέος των γερμανών

(γέλια και πάλι αμφότεροι)

Πράγματι, ο Λάκης είναι συγκλονιστικός. Κυριαρχεί στην εικόνα. Το φυσικό του δέμας είναι τέτοιο που χρωματίζει το κάθε κάδρο όπου και εμφανίζεται.

 

Αλλάζω εστίαση και πάω λίγο στο φακό σας. Καταλαβαίνω ότι υπήρχε πρόβλημα διότι παρατήρησα ότι ο φακός σας αν εξαιρέσουμε την Κομαντατούρε ή το ξυλουργείο άνοιγε μόνο σε περιπτώσεις που η δράση έφευγε εκτός του καθαρού αρχιτεκτονικού τοπίου και φαντάζομαι ότι αυτός σχετίζεται με τους χώρους όπου έπρεπε να ενυπάρχουν ως σκηνικά και δεν ήταν εύκολο από μεριάς σας.

Αυτό ήταν το πρόβλημα. Ακριβώς αυτό που λέτε. Το μαγαζί, το Ουζερί Τσιτσάνης ήταν στην Παύλου μελά στη Θεσσαλονίκη όπως είναι γνωστό και υπάρχει ακόμα το κτίριο, είναι μπουτίκ τώρα και όλη η δράση μας ήταν μέσα στη Σαλονίκη, δεν είναι τα Ζαγοροχώρια που μπορείς να κάνεις γύρισμα κάθε εποχής. Στην ίδια τη Θεσσαλονίκη είχαμε την τύχη να βρούμε αυτό το κτιριακό συγκρότημα που χρησιμοποιήσαμε ως αγορά της Θεσσαλονίκης, τη στοά αυτή που ήταν σα να έχει κατεβάσει τα ρολά τη δεκαετία του 40. Ο Αντώνης Χαλκιάς το αναστήλωσε με τη συμφωνία να γκρεμίσουμε αυτά που θα φτιάξουμε ως σκηνικά, ήταν μέρος του συμβολαίου μας αυτό, μας παρακάλεσαν τελικά να τα αφήσουμε ως έχουν για να γίνει επισκέψιμος ο χώρος ως μέρος που γυρίστηκε η ταινία

 

 

Σωστή σκέψη αυτή και μπράβο στους υπευθύνους που θα την υλοποιήσουν και είναι και κάτι που δεν συνηθίζεται στην Ελλάδα ως (προ)οπτική.

Ακριβώς. Έχουν καταστραφεί σκηνικά όπως αυτά του Αγγελόπουλου που θα μπορούσαν να είναι ένας μουσειακός χώρος.

 

Στα γυρίσματα λοιπόν είχατε περιορισμούς στα πλάνα σας…

Πάρα πολύ μεγάλους. Για να καταλάβετε, στην Αθήνα, στην Πλάκα όταν κάναμε γυρίσματα είχαμε ένα συνεργείο την προηγούμενη ημέρα και έσβηνε τα γκράφιτι στους τοίχους, έναν σεκιουριτά που φύλαγε ώστε να μην ξαναγράψουν τους τοίχους τα βράδια για να μπορέσουμε να κάνουμε γύρισμα την επόμενη ημέρα. Έχουμε γκρεμίσει όλη τη σύγχρονη αρχιτεκτονική μας μνήμη, γεγονός με πολλές προεκτάσεις είτε πρακτικές σαν αυτές που λέμε τώρα είτε φυσικά γενικότερες.

 

Μονολογούσα όπως σας είπα την ώρα που έβλεπα την ταινία συνεχώς «δεν μπορεί να ανοίξει το πλάνο, είναι φανερό». Μόνο εκεί στο ξυλουργείο άνοιξε ευρέως ο φακός και στην Κομαντατούρε…

Το πρώτο είναι το Τεχνολογικό Πάρκο στο Λαύριο (σ.σ. εκεί όπου είχαν γίνει τα 2 πρώτα Synch festival) και η Κομαντατουρε είναι το κτίριο της Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, η Βίλλα Αλλατίνη που ήταν πραγματικά τότε η γερμανική Διοίκηση.

 

Και εκείνο το θαυμάσιας ομορφιάς εκκλησάκι, ελληνιστικής περιόδου θαρρώ, στην τελική σεκάνς που είναι;

Αυτό είναι στα Δερβενοχώρια. Συμφωνώ, είναι θαυμάσιο ξωκλήσι. Μοναστήρι ήταν εκεί. Να σημειώσουμε και το Χώρο Μνήμης που μας παραχώρησε στη πλατεία Κοραή η Εθνική Ασφαλιστική και που ήταν όντως τα κρατητήρια στην Κατοχή.

 

Να πάμε στη συνεργασία με τον Θέμη Καραμουρατίδη για τη μουσική της ταινίας αλλά αν θέλετε και στη σχέση που επιπροσθέτως αναπτύξατε εσείς προσωπικά με τη μουσική του Τσιτσάνη και την περίοδο της προετοιμασίας αλλά και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Τσιτσανολόγος έγινα, πιστέψτε με (γέλια). Μου άρεσε έτσι και αλλιώς η μουσική του αλλά εδώ έπρεπε να περάσω στο επίπεδο της αντίληψης της μουσικής του ως δραματουργικό στοιχείο της ταινίας. Ο Θέμης το ήξερε φυσικά καλύτερα το θέμα από εμένα και με καθοδήγησε αλλά ήταν μια καινούργια γνώση για μένα. Παράλληλα, η ίδια η τρομερή σε όγκο δουλειά που έκανε ο Θέμης στην ταινία έχει να κάνει με την ενορχήστρωση με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε και την εποχή να μεταφέρει ακουστικά σωστά αλλά να είναι και φιλικά προς τα αυτιά της εποχής μας που έχουν συνηθίσει σε άλλες μάζες ήχου. Εκατοντάδες ώρες δουλειάς και στο pro production αλλά και στο μοντάζ. Η χρησιμοποίηση μοτίβων του Τσιτσάνη, μιλάω πια για τις σκηνές εκτός του μαγαζιού που βλέπουμε τον σύνθετη με τους συνεργάτες του να παίζουν ζωντανά, ήταν όρος συνεργασίας. Δουλέψαμε πραγματικά σκληρά μαζί με το Θέμη και πραγματικά υπέστη βασανιστήρια (γέλια) από εμένα, πρέπει να το ομολογήσω αλλά πρέπει να σας πως ότι ανταπεξήλθε καταπληκτικά.