O Monsieur Minimal (Χρήστος Τσιτρούδης) είναι μια από τις ασυνήθιστες φυσιογνωμίες της ελληνικής και όχι μόνον electronica καθώς με το ένα πόδι πατάει σε αυτήν και με το άλλο στην ποπ, τουλάχιστον στην εκδοχή της που επικρατούσε στην δεκαετία του ’80. Το έδειξε ήδη από το ξεκίνημα του το 2003 και με τους τρεις δίσκους του που ακολούθησαν από το ’08 και με ρυθμό ένας ανά διετία, στον δεύτερο μάλιστα εξ αυτών τόλμησε να πειραματιστεί ακόμα και με τον ελληνικό στίχο, κάνοντας ένα προσωρινό διάλειμμα από τον αγγλικό. Πριν λίγο καιρό ο Monsieur Minimal  κυκλοφόρησε το τέταρτο album του «High Times». Πρόκειται αναμφίβολα για την πιο ολοκληρωμένη και ώριμη μέχρι τώρα δουλειά του με την μελωδική ποπ πλευρά του να γίνεται πιο σύνθετη συνθετικά και ενορχηστρωτικά και βαθύτερη συναισθηματικά. 

 

Τι σε έκανε να πάρεις το συγκεκριμένο ψευδώνυμο, σήμαινε κάτι ιδιαίτερο για εσένα; Εξακολουθεί να ισχύει αυτό ή το διατηρείς απλά επειδή ο κόσμος σε γνωρίζει πλέον έτσι;

Ήθελα να μεταφέρω την φιλοσοφία μου και να την αποτυπώσω αναφορικά με την μουσική μου με ένα καλαίσθητο και εύηχο ψευδώνυμο (κύριος και απλός). Θέλω να πιστεύω πως δεν το έχω χάσει ακόμα αυτό... Δεν κάνω τίποτα για τα μάτια του κόσμου, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος και ούτε με ενδιαφέρει να γίνω.

 

Υπήρχαν κάποιες σπουδές ή οτιδήποτε σχετικό που σε ώθησαν να ασχοληθείς με την μουσική ή απλά ξύπνησες ένα πρωί και είπες «αυτό θέλω να κάνω» και το έκανες;

Υπήρχε τριβή με την μουσική από τα δέκα τρία μου, είμαι από αυτούς που πρώτα άκουσαν μουσική και μετά αποφάσισαν ότι θέλουν να την κάνουν ζωή τους. Στην αρχή έκανα μαθήματα κιθάρας και στην συνέχεια σπούδασα μουσική παραγωγή.

 

Είχες ποτέ σχέση με το DJ-ing και, αν ναι, ποια ήταν αυτή;

Το έκανα στην αρχή ερασιτεχνικά γιατί πίστευα και πιστεύω στην σωστή επιλογή της μουσικής ως μέσου διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Όμως δεν είμαι DJ με την πραγματική έννοια κάποιων που το έχουν εξελίξει σε πρωτότυπη καλλιτεχνική δημιουργία.

 

 

Αν έπρεπε να επιλέξεις μόνο έναν από τους όρους ποπ ή electronica για την μουσική σου ποιον θα διάλεγες;

Δεν μπορώ και δεν θέλω να ξεχωρίσω κανένα από τα δύο ιδιώματα, το ένα συμπληρώνει μέσα μου το άλλο σε μια πολύ καλή ισορροπία.

 

Ποιες ήταν οι κυριότερες επιρροές σου στο ξεκίνημα και ποιες είναι σήμερα;

Όταν ήμουν έξι – επτά ετών είχα ερωτευθεί τις μαγευτικές μελωδίες της δεκαετίας του 80. Την εφηβεία μου, κατά την οποία άρχισα να αντιλαμβάνομαι αλλιώς την μουσική και να συμβαδίζω με την γενεά μου, την αφιέρωσα στην σκηνή του grunge. Τώρα και όσο μεγαλώνω τα ακούσματα μου είναι από όλο και περισσότερα μουσικά είδη. Ό,τι έχει ψυχή και αισθητική μου αρέσει!

 

Τι σε έκανε να δοκιμάσεις τον ελληνικό στίχο στο δεύτερο album σου και γιατί δεν το επανέλαβες από τότε;

Ο ελληνικός στίχος προέκυψε τυχαία, δεν το είχα ποτέ σκοπό. Απλά εκείνη την περίοδο μου βγήκε έτσι και το έκανα. Θα το ξανακάνω μόνον αν μου προκύψει αυθόρμητα και πάλι και κρίνω ότι είναι στο ίδιο ή και υψηλότερο επίπεδο. Για εμένα ο στίχος δεν είναι ταμπού, είναι ένα επιπλέον synthesizer το οποίο «προγραμματίζω» κάθε φορά όπως μου φαίνεται καλύτερα. Το γεγονός ότι επιμένω περισσότερο στον αγγλικό είναι λόγω των ακουσμάτων μου.

 

Θεωρείς ότι υπάρχουν κάποιες συνθήκες όπως π. χ. η εποχή του χρόνου που είναι πιο κατάλληλες για την ακρόαση της μουσικής σου ή είναι το ίδιο, πάντα και παντού;

Την έχουν συνδέσει πιο πολύ με το καλοκαίρι και αυτό επειδή τα πιο γνωστά μου τραγούδια παραπέμπουν εκεί. Αν παρατηρήσει όμως κάποιος με μεγαλύτερη προσοχή τα album μου θα παρατηρήσει ότι είναι όλα φτιαγμένα σαν «συλλογές» που έχουν να κάνουν και με τις τέσσερις εποχές του χρόνου.

 

Υπάρχει κάποιο concept στον τελευταίο δίσκο σου ή απλά έγραφες το υλικό και όταν συγκεντρώθηκε αρκετό το κυκλοφόρησες; Τι ακριβώς σημαίνει για εσένα «High Times»;

To concept ήταν να «καταγραφούν» οι εικόνες που έβλεπα και οι ήχοι που άκουγα μέσα στα έξι μέχρι τώρα χρόνια ζωής μου στην Αθήνα. Το «High Times» περιγράφει δώδεκα διαφορετικά highlights, στιγμές άλλοτε καλές, άλλοτε άσχημες και άλλοτε ρεαλιστικές.

 

Πέραν από γεγονότα και εμπειρίες της ζωής σου, όπως υποθέτω και τις προηγούμενες φορές, υπήρξαν άλλες πηγές έμπνευσης και ποιες ήταν αυτές;

Ταινίες και ταξίδια!

 

 

Πιστεύεις ότι «ετικέτες» όπως euphoric ή happy deep house περιγράφουν επαρκώς το συγκεκριμένο album ή όχι;

Ίσως περισσότερο το euphoric, αν και «κοιτάζοντας» πίσω από την μουσική, στους στίχους μα και στους ήχους, θα διαπιστώσεις, ειδικά για το «High Times», το ακριβώς αντίθετο. Κάποια κομμάτια όπως τα «Gaidadelic», «Never Give It Up», «The Nights We Were Dancing», «Εlectric India» και «Window In Your Sky» σίγουρα δεν τα λες και τόσο euphoric...

 

Τι σε έκανε να δημιουργήσεις δική σου εταιρεία και να μη συνεχίσεις να κυκλοφορείς τους δίσκους σου διαμέσου κάποιας από τις υπάρχουσες;

Έτσι όπως έχει καταλήξει η μουσική βιομηχανία, ειδικά στην Ελλάδα, ήταν μονόδρομος για εμένα. Οι όποιες εταιρίες υπάρχουν ίσως να μπορούν να βοηθήσουν κάποιον καλλιτέχνη στο ξεκίνημα του και να του «χτίσουν» το όνομα, με το αζημίωτο φυσικά. Στην δική μου περίπτωση, επειδή και το κοινό στην Ελλάδα δεν είναι τόσο μεγάλο, δεν τις απασχολεί έτσι και αλλιώς οπότε στα δικά τους χέρια θα ήταν ένα ακόμα προϊόν το οποίο δεν θα ήξεραν τι να το κάνουν. Για αυτό λοιπόν αποφάσισα να κινηθώ μόνος μου και να κυνηγήσω και την αγορά του εξωτερικού.

 

Και τα προσεχή σχέδια σου;

Τα επόμενα προσωπικά μου σχέδια είναι συναυλίες σε όλη την Ελλάδα για την προώθηση του νέου album ενώ από το φθινόπωρο θα οργανώσω μια περιοδεία στο εξωτερικό για τον ίδιο λόγο. Όσο αφορά στα σχέδια της εταιρείας μου, της Mo.Mi. Records, θα κυκλοφορήσω δύο πολύ ιδιαίτερα projects.