Τον έμαθα από την τηλεοπτική σειρά των Ακροάσεων της Μικρής Άρκτου στα μέσα της περασμένης δεκαετίας. Μπροστά στο φακό δεν είχε τρακ. Ανέδυε μια ήρεμη αυτοπεποίθηση που σε κέρδισε, τουλάχιστον να του δώσεις την απαιτούμενη προσοχή για έναν νέο δημιουργό. Λίγο αργότερα στη πρώτη του δισκογραφική εξόρμηση με το ‘Solo’ είχαμε τη πρώτη συνέντευξη. Άνθρωπος ανοιχτός, έξω καρδιά, ανήσυχος, με χαρακτηριστική απλότητα, ευγενικός και άψογος οικοδεσπότης. Η σκληρή ελληνική πραγματικότητα δεν αφήνει και πολλούς ανεπηρέαστους, πόσο μάλλον στις ημέρες μας που η κρίση απειλεί να αλλοιώσει τον καθένα μας. Κάποιοι όμως άνθρωποι έχουν τη στόφα του καλλιτέχνη που αρκείται από νωρίς στα λίγα, ώστε να έχει την άνεση να προσφέρει πολλά.

Ο πολύς κόσμος τον γνώρισε μέσα από τηλεοπτικές μουσικές εκπομπές, να τραγουδάει παραδοσιακά, λαϊκά και ρεμπέτικα και με την έμφυτη θεατρικότητά του να σε κάνει να θέλεις να χορέψεις κι εσύ μαζί του. Ώσπου το 2013 μάθαμε ότι κυκλοφορεί «Τα Υλικά Των Μυστικών», με δώδεκα ολοκαίνουρια τραγούδια τους στίχους των οποίων του εμπιστεύθηκαν κορυφαίοι στιχουργοί. Ακούσαμε το δίσκο, απολαύσαμε και μερικές δικές του συνθέσεις για πρώτη φορά και θελήσαμε να τον ξαναδούμε, 9 σχεδόν χρόνια μετά τη πρώτη εκείνη συνάντηση. Στο καμαρίνι της «Γειτονιάς Των Αγγέλων» εκεί που κάποτε είχαν τις θέσεις τους κορυφαία θεατρικά ονόματα, ο Ζαχαρίας Καρούνης ξεδίπλωσε μερικές πτυχές του χαρακτήρα του, με αφορμή τη νέα του δισκογραφική προσπάθεια.

Τον αισθάνθηκα πιο χαμογελαστό από ποτέ, με ελεγχόμενη ισορροπία στην εκφορά του λόγου του, με ακρίβεια και καθαρότητα σκέψης και οι δύο τελευταίες απαντήσεις του στη συνέντευξη που ακολουθεί, τις είδαμε να υλοποιούνται ερμηνευτικά λίγο αργότερα, από τα θεωρεία του Εθνικού Θεάτρου. Κρίμα να μη ζει ο Μάνος ή η Μελίνα να τον θαυμάσουν!

 

Ζαχαρία έχουμε να τα πούμε από το 2006. Από εκείνη τη πρώτη συνέντευξη πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα για σένα;
Τα πράγματα έχουν αλλάξει τελείως, όχι στο πώς βλέπω τον εαυτό μου στη μουσική, ή τι θέλω να κάνω εγώ στη μουσική αλλά για το γεγονός ότι έχω κάνει κάποια πράγματα που πάντα ονειρευόμουν όπως η συνεργασία με το Γιώργο Νταλάρα και εκείνη με το Σταύρο Ξαρχάκο στο «Μεγάλο μας Τσίρκο» και στο «Αμάν Αμήν» και τώρα στη «Γειτονιά των Αγγέλων», δουλειές που υπήρξαν ορόσημα για μένα, αλλά για το πώς κινούμαι και σκέφτομαι πάνω στη μουσική δεν έχει αλλάξει κάτι.

 

Και η κρίση;
Εγώ είχα κρίση και πριν (γέλια)! Μη σου πω ότι είμαι καλύτερα αυτή τη στιγμή απ’ όταν ξεκίνησα. Ούτε και τότε π.χ ήρθε καμιά μεγάλη δισκογραφική εταιρεία να μου πει, έλα Καρούνη να σου βγάλω cd ούτε με προώθησε. Μόνος μου ήμουνα πάντα, με κάποιους Δον Κιχώτες του χώρου οι οποίοι με άκουσαν, όπως ο Πάρης Μήτσου, τότε, στο «Solo» και μου είπε θέλω να σου βγάλω δίσκο ή ο Νίκος Μαμαγκάκης που με πήρε και μου είπε «Έλα εδώ, θέλω να τραγουδήσεις κάποια τραγούδια μου».


karoynis 1Μίλησε μας για τη καινούρια σου δουλειά. Πώς γεννήθηκε και πως δουλεύτηκαν τα κομμάτια;
Γράφτηκαν στη διάρκεια αρκετών χρόνων, δεν ήταν κάτι ολοκληρωμένο εξαρχής. Είχα πειραματιστεί επίσης σε διάφορες ενορχηστρώσεις, οι οποίες με τη πάροδο του χρόνου είδα ότι δεν εξέφραζαν αυτό που ήθελα να πω, σε αρκετά τραγούδια άλλαξα στίχους, ώσπου ήρθε η στιγμή, ειδικά μετά «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο», έχοντας συνθέσει κι εγώ κάποια τραγούδια, γιατί παρουσιάζομαι ως συνθέτης για πρώτη φορά σε μια δισκογραφική δουλειά, βρήκα λοιπόν τον Άγγελο Σφακιανάκη και του είπα ότι θα ήθελα να μου οργανώσει αυτή τη παραγωγή και μετά το ένα έφερε το άλλο: απευθύνθηκα στο Μάνο Ελευθερίου για στίχους, το δέχτηκε με μεγάλη προθυμία και μίλησα επίσης στο Δημήτρη Μαραμή ο οποίος είχε ήδη έτοιμο ένα κομμάτι σε στίχους Μιχάλη Γκανά. Με ενδιέφερε ο δίσκος να έχει ένα δυνατό λόγο και πιστεύω ότι τα κατάφερα γιατί και η Λίνα Νικολακοπούλου επίσης αλλά και ο Χρίστος Παπαδόπουλος, όλοι έχουν βγάλει τον καλύτερό τους εαυτό!

Μου κάνει εντύπωση γιατί η εικόνα που δίνεις προς τα έξω είναι εκείνη ενός εξωστρεφούς ατόμου και το πρώτο «επαγγελματικό» σου βήμα (σύμφωνα με τα ήθη της δισκογραφικής πρακτικής) έχει το ουσιαστικό «μυστικά» στο τίτλο του!
Δε θα ’λεγα ότι είμαι εξωστρεφής χαρακτήρας στη προσωπική μου ζωή. Δε ξέρω τι σημαίνει εξωστρέφεια. Στο τρόπο που μιλάω και κινούμαι ναι, αλλά να ανοίξω δημοσίως τη καρδιά μου και να πω πράγματα δε βρίσκω το λόγο να το κάνω, τέτοια εξωστρέφεια δεν έχω. Μπορεί ο τίτλος ''τα Υλικά των Μυστικών'' να παραπέμπει σε εσωστρέφεια αλλά στην πραγματικότητα τα μυστικά ως μικρές αλήθειες μπορούν να δηλώσουν και την εξωστρεφή μας διάθεση. Υποτίθεται ότι μέσα εδώ λέω τις δικές μου αλήθειες και των δημιουργών του δίσκου.


Ακούγοντας το δίσκο παρατήρησα ότι στα περισσότερα κομμάτια η ενορχήστρωση θυμίζει εκείνες του Νίκου Μαμαγκάκη. Ποιος θεωρείς ότι μέχρι τώρα σ’ έχει επηρεάσει μουσικά και ενορχηστρωτικά;
Θα ’λεγα ότι όλοι οι συνθέτες με τους οποίους έχω συνεργαστεί μ’ έχουν επηρεάσει γιατί όλοι είναι σημαντικές προσωπικότητες. Σίγουρα όμως ο Μαμαγκάκης έχει αφήσει το στίγμα του. Ήταν πολύ έντονη προσωπικότητα, είχαμε έρθει πολύ κοντά, με τιμούσε με τη φιλία του, με θεωρούσε φίλο του όπως κι εγώ φυσικά και ήταν κέρδος μόνο και μόνο να τον συναναστρέφεσαι αυτόν τον άνθρωπο. Κάπου με είδε στη τηλεόραση, όταν τραγουδούσα με τη Μαριώ και με φώναξε και μείναμε φίλοι όλα αυτά τα χρόνια. Μου λείπει πάρα πολύ, όπως μου λείπει και η Δόμνα Σαμίου, απλά η Δόμνα δεν ήταν αυτό που λέμε ακαδημαϊκός μουσικός αλλά κι αυτή ήταν μια πολύ έντονη προσωπικότητα με μουσικό ένστικτο. Όταν καλούμαι να ερμηνεύσω παραδοσιακά τραγούδια, ο πρώτος που φέρνω στο μυαλό μου είναι η Δόμνα. Τώρα, τις ενορχηστρώσεις στο δίσκο δεν τις έχω κάνει εγώ αλλά ο Άκης Κατσουπάκης. Ίσως οι δικές μου συνθέσεις να έβγαλαν στον Άκη αυτό το πράγμα, όπως π.χ στο «Λαβύρινθο» . Το κομμάτι δεν έχει έναν συγκεκριμένο ρυθμό παρ’ όλο που προσομοιάζει σε ζεϊμπέκικο. Όπου υπάρχει τονιζόμενη συλλαβή, εκεί ξεκινάει και ένα μέτρο.

 

Αυτός ο δίσκος ανήκει στην εποχή μας ή μπορεί να διαβαστεί ότι κατά κάποιο τρόπο διατρέχει τη μεταπολιτευτική μουσική ελληνική ιστορία;
Εγώ θεωρώ αυτό το δίσκο κλασσικό, όσο βαρύγδουπο κι αν ακουστεί, γιατί έχει πάρα πολύ προσεγμένο λόγο κι όλα από κει ξεκινάνε. Από κει και πέρα οι μουσικές μπορούν να αλλάξουν, να τα ξαναδώ εγώ σε δέκα χρόνια και να τα κάνω αλλιώς αλλά ο λόγος δεν αλλάζει, είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς. Στα τραγούδια αυτά έχουν ειπωθεί πολύ δυνατά λόγια. Το cd είναι πολύ ανθρωποκεντρικό. Στα πιο πολλά τραγούδια αναφέρεται η λέξη άνθρωπος.

 

Δηλαδή λόγος διαμόρφωσε τη μουσική;
Σαφώς! Υπήρχαν εντούτοις δυο τρία δικά μου τραγούδια με άλλους στίχους οι οποίοι άλλαξαν.

 

Σ’ όλη τη διαδρομή σου πόσο ρόλο παίζει να «κινείς» εσύ ο ίδιος τη δουλειά σου;
Το μεγαλύτερο. Το να είσαι στο χώρο και να κινείσαι παίζει μεγάλο ρόλο. Δεν το εστιάζω μόνο στο χώρο της μουσικής αλλά στη κοινωνία γενικότερα. Ένας καλλιτέχνης πρέπει να έχει τα’ αυτιά του ανοιχτά και να αφουγκράζεται το κάθε τι που γίνεται. Το τι έχει ανάγκη ο κόσμος όχι να ακούσει αλλά να βιώσει και μέσα απ’ αυτό να μπορεί ο καλλιτέχνης να του το δώσει να το νοιώσει. Έχει μεγάλη διαφορά το τι θέλει ο κόσμος να ακούσει και τι του δίνουμε εμείς. Παρόλο που παρακολουθώ τις τάσεις της ελληνικής μουσικής, δε θέλησα ποτέ να μιμηθώ κάποιον άλλον επειδή κάνει επιτυχία αν και αυτή η λογική έχει λίγο πολύ καταρρεύσει. Εγώ θεωρώ ότι είμαι μια μικρή βιοτεχνία όπως συνήθιζε να λέει ο Νίκος Μαμαγκάκης. Δεν είμαι βιομηχανία. Δεν νοιώθω τον εαυτό μου εργοστάσιο.  

 

karoynis 2Πρόσφατα έχεις «παίξει» σε έργα που στο παρελθόν ήταν ορόσημα. Το ένα έφερε το άλλο; Αν κάποιος κοιτάξει τη διαδρομή σου μετά από 10 χρόνια και μόνο απ’ αυτά θα σε θεωρήσει τυχερό. Εσύ πώς αισθάνεσαι αναμετρώντας τον εαυτό σου με μύθους του παρελθόντος που ουσιαστικά σήκωσαν όλο το βάρος αυτών των έργων τα οποία λειτουργούν μέχρι σήμερα;
Αν κοιτάξεις τη πορεία μου μέχρι αυτή τη στιγμή θα δεις ότι είναι διάσπαρτη από μικρά σκαλοπατάκια που ήταν ορόσημα και για μένα τον ίδιο. Δεν είναι θέμα τύχης. Είμαι παιδί των ακροάσεων. Ξεκίνησα από το Εθνικό Θέατρο με ακρόαση. Πήγα στο «Βίρα τις άγκυρες» με ακρόαση. Με πήρε η Μαρία Φαραντούρη στο Ηρώδειο με ακρόαση. Τραγούδησα με τη Μαριώ ύστερα από ακρόαση μέσω του Γιώργου Παπαδάκη, μπήκα στη Δεύτερη Ακρόαση της Μικρής Άρκτου με ακρόαση, πήγα στο Τρένο Στο Ρουφ με ακρόαση, με τον Νταλάρα με ακρόαση, όπως επίσης τελευταία στο Αμάν Αμήν του Σταύρου Ξαρχάκου πήγα στην ακρόαση. Ανέβηκα στη σκηνή, είπα ένα τραγούδι και μου είπε: «Δευτέρα 11 η ώρα πρόβα». Και μετά στο Μεγάλο Μας Τσίρκο αφού είχε δει τι δυνατότητες έχω, μέχρι πού μπορώ (ή δε μπορώ) να φτάσω μου είπε σε θέλω γι’ αυτόν το ρόλο. Καταλαβαίνεις, μου λέει, τι είναι αυτός ο ρόλος κι εγώ σε θέλω γι’ αυτόν και τον ευχαριστώ απ’ τα βάθη της καρδιάς μου γιατί μ’ εμπιστεύθηκε. Τώρα κατ’ ευθείαν ήρθα αντιμέτωπος με το μουσικό μέγεθος του Ξυλούρη. Εκεί αφέθηκα στα χέρια του Ξαρχάκου γιατί είχα μαζί μου το δημιουργό ο οποίος μου είπε ότι δε θα πας εκεί να κάνεις τον Ξυλούρη αλλά τον τραγουδιστή που θα ερμηνεύσει Ξαρχάκο. Έπρεπε δηλαδή να βρω μέσα μου αυτή τη διαφορά. Άκουσα βέβαια τα τραγούδια από τον Ξυλούρη και προσπάθησα να πάρω κάτι από το συναίσθημά του όταν τραγουδούσε. Οτιδήποτε άλλο ήταν δικό μου, προσπαθώντας να κάνω δικά μου τα τραγούδια με τις ενορχηστρώσεις του συνθέτη αλλά και με τον τρόπο που αντιμετώπισα εγώ τα κομμάτια ώστε να βγει αυτός ο πολύ δυνατός λόγος του Καμπανέλλη.

 

Σήμερα δεν υπάρχει το αυτόματο αντανακλαστικό, όπως εν μέρει υπήρχε στη Χούντα. Το «Μεγάλο Μας Τσίρκο» αντανακλούσε τη κατάσταση που διαδραματιζόταν τότε.
Όπως και «Ο Μεγάλος Ερωτικός» ο οποίος δε μιλούσε για αντίσταση, όμως ήταν ένα ορόσημο, μια πράξη αντίστασης στην ευτέλεια της εποχής.

 

Επίσης, τότε αυτόματα αυτά τα έργα γίνονταν μύθοι απ’ τον κόσμο.
Μιλάμε για μια γενιά που είχε μεγαλώσει στην ποίηση. Το μεγαλύτερο δώρο π.χ που έκανε ο Θεοδωράκης στη μουσική ήταν αυτό. Οι άνθρωποι που έκαναν τότε την επανάσταση ή που καλούνταν να γράψουν ή άλλοι συνθέτες στη σκιά των πιο μεγάλων όπως ήταν ο Λεοντήςέβγαιναν και άρθρωναν έναν λόγο γιατί είχαν γαλουχηθεί με τη ποίηση και τα τραγούδια. Δε ξέρω κατά πόσο σήμερα οι νέοι συνθέτες διαβάζουμε ή έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά μέσα στην κοινωνία για να μας δημιουργηθεί αυτή η ανάγκη να στηλιτεύσουμε πράγματα ή ακόμα και να τα περιγράψουμε αν θες!

 

Θα στηλίτευες όμως εσύ με τον τρόπο που το έκανε ο Νότης Σφακιανάκης; Πόσο ο καλλιτέχνης έχει όριο να εκφράσει τη δική του άποψη ή να περιορίζεται μόνο στη τέχνη ή μέσα απ’ αυτήν;
Για την ερώτησή σου η απάντησή μου είναι ότι τέτοιου είδους τοποθετήσεις που προανέφερες δε με αφορούν προσωπικά!


Αν κάποιος συνάδελφός σου βγει δημόσια και πει λόγου χάριν ότι αυτό που ζούμε είναι μια ιδιότυπη χούντα;
Σαφώς και δικαιούται να το πει όχι όμως κάτω από το άρμα μιας πολιτικής δύναμης. Θεωρώ ότι αυτό πρέπει να είναι πολύ μακριά από την τέχνη. Ο καθένας από κει και πέρα όμως είναι ελεύθερος να εκφράσει την άποψή του.



Πώς είδες το κλείσιμο της ΕΡΤ δεδομένου ότι ο κόσμος σε γνώρισε περισσότερο μέσα από τις εκπομπές της;
Στεναχωρήθηκα πολύ επειδή είχα ζήσει μέσα στα στούντιο της ΕΡΤ και είχα δει το ανεκτίμητο υλικό που υπάρχει εκεί και όλη τη θετική ενέργεια που απέπνεαν αν αναλογιστεί κανείς ότι εκεί ηχογραφούσε ο Μάνος Χατζιδάκις και πολύ άλλοι πριν απ’ αυτόν… Σε πιάνει ένα δέος! Απ’ την άλλη επειδή έβλεπα πράγματα όπως και οι περισσότεροι οι οποίοι φιλοξενούνταν πολλές φορές εκεί, υπήρχαν άνθρωποι μονίμως μ’ έναν καφέ στο χέρι. Παρόλα αυτά δεν ήταν καθόλου σωστός ο τρόπος που έκλεισε. Για μένα δε θα ’πρεπε να κλείσει. Το «έκλεισε» δε μου ταιριάζει ως λέξη. Χρειάζεται εξυγίανση σε όλους τους φορείς και ειδικά σ’ εκείνους που άπτονται θεμάτων τέχνης όπως η ΕΡΤ, το Εθνικό Θέατρο, η Λυρική Σκηνή και τα ΔΗΠΕΘΕ. Αναδιάρθρωση και σωστή κατεύθυνση προς τον πολιτισμό.

 

Εσύ ξεκίνησες στη τελευταία περίοδο παραδοσιακών μεθόδων διάδοσης του καλλιτεχνικού έργου. Τώρα βρισκόμαστε πλέον στην εποχή αυτοδιαχείρισης του καλλιτέχνη κυρίως με τη βοήθεια του διαδικτύου. Πότε θεωρείς ότι ήταν καλύτερα για τον καλλιτέχνη, τότε που τα πάντα ήταν θέμα εταιρείας και μάνατζερ ή τώρα που καλείται ο ίδιος ο δημιουργός να διαχειριστεί το προϊόν του σ’ όλες σχεδόν τις φάσεις επικοινωνίας του με το κοινό;
Πολύ ειλικρινά δε μ’ ενδιαφέρει πότε ήταν καλύτερα για έναν μουσικό. Μ΄ ενδιαφέρει πότε ήταν καλύτερα για τη τέχνη. Τώρα λοιπόν είναι καλύτερα για τη τέχνη. Αυτό που γινόταν τα προηγούμενα χρόνια ήταν στα πλαίσια της όλης φαύλης κατάστασης που υπήρχε στη κοινωνία. Έπεφτε ένας πακτωλός χρημάτων εκεί που κάθε εταιρειάρχης αποφάσιζε «τώρα θα κάνω αυτόν…» και έπεφταν όλα τα φώτα εκεί και ό,τι έβγαζε ο εν λόγω καλλιτέχνης γινόταν εν μια νυκτί γνωστό.

 

Κι αυτό πήρε μπάλα και το λεγόμενο «έντεχνο»…
Σαφώς. Κι έτσι δεν ενδιέφερε κανέναν το τραγούδι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, κανέναν από τις δισκογραφικές εταιρείες. Τους ενδιέφερε τι θα πουλήσει. Τώρα, το προτιμώ χίλιες φορές, γιατί ξέρω ότι δε πρόκειται να πάρω πίσω τα χρήματα που έδωσα, αλλά είμαι κύριος του εαυτού μου, επενδύω ο ίδιος στον εαυτό μου όπως νομίζω εγώ ότι θα πρέπει να επενδύσω. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ μου δίνεται η ευκαιρία να αποτυπώσω τη δική μου άποψη έτσι όπως θέλω εγώ!

 

Τα τελευταία χρόνια, εισπράττεις την ενέργεια του κόσμου και στο θεατρικό χώρο ως μουσικός. Πώς βλέπεις τον κόσμο; Έχει αλλάξει η ενέργειά του, είναι πιο σφιγμένος, πιο υποψιασμένος, πιο ανοιχτός ή πιο μαγκωμένος από τα χρόνια πριν τη κρίση;
Το θέατρο με ακολουθεί κι εγώ το ακολουθούσα σ’ όλη μου τη πορεία. Αυτό λοιπόν που έχω διαπιστώσει είναι ότι οτιδήποτε έχει να κάνει με θέμα που άπτεται της κοινωνίας ή της πολιτικής ή της ιστορίας του, αυτό βρίσκει ανταπόκριση στο κοινό. Επίσης ο κόσμος παίρνει φωτιά με ότι έχει να κάνει με τη καθημερινότητά του, η οποία θίγεται και αυτή η ευθιξία που αισθάνεται βγαίνει στο χειροκρότημα. Τώρα το πόσο επηρεάζει αυτό τον καλλιτέχνη…. Στο «Μεγάλο Μας Τσίρκο» όταν τραγουδούσα τραγούδια τα οποία μιλούσαν για την κατάσταση που ζούμε σήμερα, η αλήθεια είναι ότι κι εγώ φορτιζόμουν συναισθηματικά την ώρα που τραγουδούσα.

 

Τι έχει αλλάξει στον καλλιτεχνικό κόσμο στα χρόνια της κρίσης; Ποια είναι η αίσθηση που παίρνεις;
Υπάρχει μεγάλη απογοήτευση στον εργασιακό τομέα. Μιλάμε για μισθούς 400 ευρώ το μήνα με τα οποία είναι πολύ δύσκολο να ζήσει κάποιος. Αυτό σίγουρα θα επηρεάσει και την καλλιτεχνική σου πορεία όμως πολλές φορές είναι και θετικό. Σε ωθεί να γεννήσεις πράγματα, να σκεφτείς τρόπους επιβίωσης μέσα απ’ το χώρο σου. 

 

Ποιο είναι το μότο σου για την εποχή;
Πνευματική ηρεμία! Αισθάνομαι ότι έχω κουραστεί κι έχω αγανακτήσει από όλα αυτά που συμβαίνουν κι έχω και λίγο θυμό μέσα μου. Έχω κλείσει τη τηλεόραση γιατί μ’ εκνεύριζε φοβερά, παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου και περιμένω την ώρα που δε θα μπορώ να εκφραστώ άλλο γι’ αυτά που νοιώθω. Όταν έρθει αυτή ώρα ελπίζω να ενώσω τη σιωπή μου μαζί με πάρα πολλούς άλλους ανθρώπους. Κι αυτή θα είναι η μεγαλύτερη επανάσταση. Η επανάσταση της σιωπής. Όταν θα βγούμε χωρίς να μιλάμε χωρίς να σπάμε βιτρίνες εκατομμύρια στη Πλατεία Συντάγματος και θα σταθούμε σιωπηλοί εκεί χωρίς κανείς να μπορεί να μας μετακινήσει.