Πως θα μπορούσε κανείς να περιγράψει χωρίς πομπώδη λόγια, αλλά ταυτόχρονα να αποδώσει τη μεγάλη αξία ενός πολύ σπουδαίου συνθέτη και μουσικού, ο οποίος έχει επηρεάσει και εμπνεύσει όσο ελάχιστοι τη νέα γενιά μουσικών; Αφήνω την απάντηση να εννοηθεί και να δοθεί μέσα από την ανάγνωση μίας πραγματικά σημαντικής συνέντευξης. Ο Αντώνης Απέργης μιλάει στο MusicPaper για τη νέα του δουλειά, που θα έχει τον δεικτικό τίτλο «Πρωτόγονος παλεύει με κροκόδειλο» και παράλληλα, προσφέρει –πολύ ευγενικά- για πρώτη ακρόαση ένα από τα κομμάτια του cd, το οποίο ονομάζεται «οι κυρ-Μανώληδες».

 

Ποιο υπήρξε το ξεκίνημα στο προσωπικό σας ταξίδι;

Ανακάλυψα ότι έχω ταλέντο όταν ήμουν παιδάκι, πριν πάω στο σχολείο. Έπαιρνα τη μελόντικα μιας ξαδέρφης μου και έπαιζα όποιο κομμάτι ήθελα. Είχα την αίσθηση πως ήταν απλώς θέμα εξυπνάδας…

 

Ποια τραγούδια ήταν αυτά;

Αυτά που έπαιζαν τότε τα ραδιόφωνα και που ήταν για να… αυτοκτονείς. Δηλαδή, ήταν ότι πιο αντιαισθητικό υπήρχε. Μιλάμε για την εποχή που ήμουν παιδί. Το ’63 γεννήθηκα, άρα για το ’72-’73. Εκτός φυσικά από τον Χατζιδάκι που ήταν μία όαση, όλα τα άλλα μου φαινόντουσαν «να ανοίξει η γη να με καταπιεί». Τέλος πάντων, επειδή μπορούσα να παίξω ό,τι άκουγα, η νονά μου το θαύμασε αυτό και με πήγε στο Εθνικό Ωδείο στη Νίκαια. Εκεί έμενα. Πήραμε και μία κιθάρα στο σπίτι. Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο Αλέκος Μπούρας, ο οποίος με ενέπνεε όχι να μελετάω, γιατί δεν μελέτησα ποτέ, αλλά ως προς το να ακούω πιο καλή μουσική και να ασχολούμαι με αυτό.

 

Ποιούς θεωρείτε δασκάλους σας;

Υπάρχει ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος για εμένα, σχετικά με το τι έκανα στη συνέχεια. Όταν ήμουν στην πρώιμη εφηβεία γνώρισα έναν τυπάκο στη Νίκαια, που ήταν χίπις με όλη τη σημασία της λέξης. Δεν είχε δουλέψει ποτέ, είχε ένα βιβλίο στο κεφάλι αντί για καπέλο, φορούσε ρούχα που είχε βρει στα σκουπίδια, αλλά είχε και δύο χιλιάδες δίσκους κλασικής μουσικής. Ήταν Νικαιώτης, προσφυγόπουλο δεύτερης γενιάς, οι γονείς του είχαν έρθει από τη Σπάρτα της Μικράς Ασίας, η μάνα του έφτιαχνε χαλιά, ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης και έπαιζε ούτι και βιολί. Και μάλιστα, αυτός ο φίλος μου, Μάκης ή Αβραάμ Κιουλόγλου το όνομά του, δεν είχε καν έπιπλα στο σπίτι του. Είχε κάτι κούτες όπου επάνω τους έβαζε το στερεοφωνικό και είχε πολλά χαλιά στοιβαγμένα που έπαιρναν το ύψος της καρέκλας. Χαλιά ανεκτίμητης αξίας, της μάνας του και τα χρησιμοποιούσε αντί για έπιπλα. Εκεί κοιμόταν, εκεί καθόταν. Αυτός με μύηση στη μουσική. Αρχικά, με έβαζε να ακούω πιο εύκολα ακούσματα, όπως Μπαχ με τους Swingle Singers, μια εγγλέζικη χορωδία, και μετά κάπως πιο δύσκολα, Mahler, Stravinsky, Lutosławski,όλο και ατονάλ κομμάτια. Ήμουν 14-15 χρόνων και μέσω αυτής της διαδικασίας είχα ακούσει ό,τι καλύτερο υπήρχε στην κλασική μουσική. Εκτός των άλλων, ο Μάκης είχε μία εκπληκτική σειρά δίσκων της UNESCO με μουσική από όλον τον κόσμο. Σε αυτή τη φάση μου έδωσε και το ούτι του πατέρα του. Εκεί πρωτόπιασα ούτι. Αυτός ο άνθρωπος με σημάδεψε.

 

Main Menu

Γνωρίζω πως το ούτι κατέχει ιδιαίτερη θέση στην πορεία σας…

Όταν πρωτόπιασα το ούτι, ο φίλος μου, ο Μάκης μου έβαλε ένα δίσκο από το Κουρδιστάν και μου είπε «παίξε μου αυτό το κομμάτι». Με την κιθάρα δεν έβγαινε. Τότε δεν ήξετε για όλα αυτά κανείς και τίποτε στην Ελλάδα. Πήγαινα το ούτι σε μουσικούς και μου λέγανε «γιατί αυτό το λαούτο είναι τόσο μικρό;». Ακόμη και πολλοί από τους δημοτικούς. Ήταν μόνο ο Σαραγούδας που έπαιζε και ξέρανε πως «κάτι κρατούσε», αλλά όχι τι ήταν. Πολύ μαύρη εποχή. Ο Μάκης, λοιπόν, έπαιζε και ο ίδιος λίγο ούτι, βιολί και φλογερίτσες. Μου βγάζει, λοιπόν, το ούτι του πατέρα του, το οποίο το είχε πάντα κουρδισμένο, γιατί έπαιζε και ο ίδιος λίγο και μου έδωσε την πένα του πατέρα του από φτερό αετού. Επρόκειτο για πεντάχορδο ούτι, όχι εξάχορδο όπως ξέρουμε σήμερα. Έπαιξα τη μελωδία. Ήταν πολύ ιδιαίτερη στιγμή, γιατί και η μάνα του Μάκη άκουσε το ούτι μετά από πολλά χρόνια - είχε πεθάνει ο σύζυγός της- ήρθε, άνοιξε την πόρτα και ηλεκτρίστηκε πολύ η ατμόσφαιρα. Μετά από λίγο μου λέει «πάρε το ούτι, δικό σου και πήγαινε σπίτι σου!». Έτσι ξεκίνησα το ούτι και στη συνέχεια με μάγεψε τόσο πολύ η αραβική μουσική που σταμάτησα τελείως να παίζω κιθάρα. Μάλιστα, σε κάποια φάση δεν είχα καν κιθάρα στο σπίτι. Αργότερα, κατά το 1983, δούλεψα σε ένα αραβικό μαγαζί, που μόλις είχε ανοίξει στην Ελλάδα, το «Αλι Μπάμπα» στο Καλαμάκι. Εκεί έπαιζαν Αρμενοσύριοι μουσικοί, ένας καταπληκτικός ντράμερ, ένας απίστευτος πιανίστας, κατά καιρούς ερχόταν ένας τυφλός μουσικός με νέι και Άραβες τραγουδιστές. Αυτό ήταν μεγάλο σχολείο για εμένα. Εκεί γνωρίστηκα, τότε, και με τον Haig Yazdjian που ερχόταν σαν πελάτης στο μαγαζί και καμία φορά βρισκόμασταν και εκτός δουλειάς και τα λέγαμε.

 

Πόσο σημαντική είναι η δουλειά, ακόμη και σε επίπεδο session, στη διαμόρφωση ενός μουσικού;

Είναι δίκοπο μαχαίρι. Από τη μια, εάν πέσεις σε κανένα σχηματάκι (πράγμα πολύ συνηθισμένο) αντιαισθητικό, ό,τι χτίζεις το πρωί το γκρεμίζεις το βράδυ όταν πας να παίξεις. Εγώ ξεκίνησα να δουλεύω σαν μουσικός σε μαγαζιά το 1980, στα 17 μου χρόνια και μερικά κομμάτια μου άρεσαν πάρα πολύ. Άλλα πάλι ήταν σαν να με γδέρνανε. Εκ των υστέρων έμαθα ποια ήταν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ήταν δυο χασάπικα που τραγουδούσε ο Γαβαλάς. Το ένα μου άρεσε, το άλλο ήταν «να ανοίξει η γη να με καταπιεί». Πάντα αυτό το συναίσθημα είχα όταν άκουγα άσχημη μουσική. Το κομμάτι που μου άρεσε ήταν σε μουσική του Ζαμπέτα και το άλλο που δεν μου άρεσε σε μουσική του Κατσαρού. Ήταν το «Δεν έχει δρόμο να διαβώ» και το «Είν’ η ζωή μια θάλασσα». Αντίθετα, μου άρεσαν πάρα πολύ οι ρούμπες του Βασιλειάδη που τραγουδούσε ο Γαβαλάς και κάτι ωραία μπολερό του Καραπατάκη, όλα του Χιώτη και αν παίζαμε και κανένα παλιό ζεϊμπέκικο του Τσιτσάνη, που πάντα παίζαμε.

 

Προλάβατε, ζήσατε εμπειρίες σε σχέση με το ρεμπέτικο, στη Νίκαια;

Την εποχή που μεγάλωνα πιτσιρικάκι στη Νίκαια πουλούσανε χορδές και πένες στα περίπτερα. Από εκεί αγοράζαμε. Είχανε για κιθάρα, μπουζούκι και μαντολίνο. Η αλήθεια είναι ότι το ρεμπέτικο δεν υπήρχε εκείνη την εποχή. Είχε πεθάνει και μετά έγινε μία αναβίωση, στα 20 μου χρόνια. Αλλά αυτόν που θυμάμαι ήταν ένας φιλαράκος του πατέρα μου, παππούς με ένα μόνο δόντι, που έπαιζε μπαγλαμά σε μια ταβερνούλα και τραγουδούσε μόνος του. Αυτό πλέον δεν το ζούμε. Ο τύπος είχε βάψει τον μπαγλαμά του μπλε και τον είχε βουτήξει όλον μέσα στην μπογιά. Το καλό είναι ότι του άρεσε κιόλας. Ήταν κι ένας άλλος, ζητιάνος, τυφλός με ακορντεόν που είχε στη ζώνη του ένα κουμάρι, δηλαδή ένα από αυτά τα ποτήρια με το χερούλι, κι αυτός έλεγε κάτι δικά του τραγούδια, που σου έσκιζαν τα σωθικά εάν τύχαινε και περνούσες από τη γειτονιά. Άλλος πάλι, ήταν ένας μανάβης, που ακόμη και μέχρι την εποχή του σούπερ μάρκετ, στεκόταν όρθιος πάνω στη σούστα με το αλογάκι και έκανε κάτι αμανέδες, που δεν τους έχουμε ακούσει ούτε σε δίσκους με μεγάλους τραγουδιστές. Υπήρχε κι ένας τυπάκος που γυρνούσε με ένα ούτι κι επειδή δεν κατάφερνε και πολλά, το άφησε και πήρε μαντολίνο. Καντάδες γινόντουσαν πολλές και παράλληλα ήταν η εποχή του Dylan και των Beatles.

 

Προσωπικά, όμως, σας έχει επηρεάσει ο Santana…

Ναι, βέβαια. Το πρώτο κομμάτι που έπαιξα ήταν το «Black Magic Woman». Η πιο μαγική στιγμή που έχω ζήσει στη μουσική. Ακόμη και τώρα θυμάμαι όλη την εικόνα, μέχρι το πως ήταν ο τοίχος και η καρέκλα. Ήμουν έξω από το σπίτι μου, είχα ακουμπήσει την καρέκλα στον τοίχο και ο αδερφός μου, ο Νίκος έπαιζε τη μελωδία. Άρχισα να παίζω και εγώ μαζί. Μαγεύτηκα. Είχα πάθει πλάκα.

 Panorama

Η μουσική σας έχει επιρροές από λαϊκό, ροκ και ανατολίτικο ήχο…

Αυτά που έχω ακούσει πιο πολύ; Είπαμε για τα λαϊκά. Μου άρεσε πάρα πολύ το «Jesus Christ Super Star». Ήμουν 12 ετών όταν παιζόταν και επειδή ήταν ακατάλληλο μέχρι 13 ετών, στο ταμείο έπαιρνα μία γκριμάτσα για να δείχνω αγριωπός και μεγαλύτερος. Είδα την ταινία γύρω στις 24 φορές! Είχα αγοράσει το δίσκο και την κασέτα! Άκουγα επίσης Genesis, πάρα πολύ, τους Yes και αρκετούς από τους Αμερικάνους της ροκ. Ήταν η εποχή που είχαν βγει και οι Thin Lizzy. Τότε σταμάτησα να ακούω ροκ. Άρχισε να μου αρέσει ο George Benson. Υπήρχαν και ΟΙ Genre Giant ή άλλα γκρουπ που καταλάβαινα πως κάνουν κάτι καλό, όπως ήταν οι Queen, αλλά εμένα προσωπικά δεν μου άρεσαν. Κάτι πήγαινε κόντρα στη χημεία μου. Μου φαίνεται πως έβγαζαν μία ειρωνεία αφ’ υψηλού. Ειρωνεία έχουν και οι Genesis, αλλά μοιάζουν σαν να μην είναι το κέντρο του δίκαιου. Τζαζ έχω ακούσει πολύ λίγο. Να, ο Benson, που είπαμε, είναι μια ενδιάμεση κατάσταση, ακόμη μου αρέσει και μετά άκουγα κι ό,τι υπήρχε εύκαιρο από φιλαράκους, Gilesby, Charlie Parker, Coltrane, Miles Davis.

 

Έχετε μιλήσει παλιότερα για την «καθολική προσέγγιση της μουσικής». Θα θέλατε να διευκρινίσετε τον όρο;

Ας πιάσουμε έναν πολύ ειδικευμένο στόχο ενός μουσικού. Για παράδειγμα, θέλει να παίζει κοντσέρτα του Μπαχ στο πιάνο, μόνο. Αυτό είναι κάτι πολύ ειδικό. Αν η μουσικότητά του πούμε πως είναι μία τετράγωνη κορνίζα και εκεί μέσα είναι το ταλέντο του, το να παίζει μόνο κοντσέρτα είναι μία μόνο μικρή γωνίτσα της κορνίζας. Αλλά, όσο εξειδικεύεται κανείς, βλέπει πως μελετάει και προχωράει σε αυτό που κάνει, αλλά πολλές φορές βρίσκεται σε τέλμα. Άρα, για να προχωρήσει παραπέρα, πρέπει να μεγαλώσει η μουσικότητα και πρέπει να πάει σε παρθένα εδάφη, σε πράγματα που δεν έχει κάνει. Όπως είναι το να μελετήσεις κοντσέρτα του Μπαχ, αλλά και πολυρυθμία ή λίγο ανατολίτικη μουσική. Αυτή η διαδικασία τι κάνει; Σου επεκτείνει τη μουσικότητα, καλλιεργεί το ταλέντο, πράγματα που δεν έχεις και μπορείς να παίξεις καλύτερα. Οτιδήποτε και αν κάνεις, αυτό που πάνω από όλα χρειάζεται είναι η μουσικότητα, η οποία και εγκλείει όλα τα ταλέντα (μουσικό αυτί, τεχνική κ.λπ.), αλλά και είναι κάτι από μόνη της. Γιατί μουσικότητα μπορείς να έχεις και χωρίς τεχνική. Αυτό εννοώ καθολικότητα. Δηλαδή, εάν κάποιος θέλει την εξειδίκευση, να εξειδικεύεται, αλλά να ασχολείται και με πολλά άλλα, ώστε να μπορέσει και η εξειδίκευσή του να προχωρήσει.

 

Ο ρυθμός και η μελωδία είναι η βάση της μουσικής;

Ο ρυθμός είναι το 99% και η μελωδία είναι μια μικρή παραλλαγή του ρυθμού. Η νότα «Λα», γιατί είναι η «Λα»; Διότι είναι 440 παλμοί το δευτερόλεπτο. Εάν ήταν 450 θα ήταν «Λα» και κάτι, όχι όμως «Λα». Άρα και μία νότα ακόμη είναι θέμα χρόνου. Οπότε νομίζω πως ο ρυθμός είναι το παν. Ακόμη και άρυθμα να θέλεις να τραγουδάς αμανέ, δεν γίνεται. Τίποτε δεν είναι άρυθμο στην πραγματικότητα. Εφόσον, η μία νότα διαδέχεται την άλλη υπάρχει ένας χρόνος, που είναι το έδαφος για να φύγει η μία νότα από την άλλη.

 

Ο αυτοσχεδιασμός ως έννοια μοιάζει αρκετά αφαιρετική στους μη μουσικούς. Παρόλα αυτά υπάρχουν κανόνες που τον διέπουν;

Οι κανόνες γίνονται μετά. Κανόνες υπάρχουν, αλλά να τι συμβαίνει… Το σχήμα ενός τρεχαντηριού είναι όμορφο. Γιατί; Μπορεί κάποιος να το εξηγήσει μέσω της «χρυσής τομής». Είναι όμορφο, υπακούει σε κάποιους κανόνες, αλλά ο μάστορας δεν το έκανε όμορφο υπακούοντας σε κανόνες. Εμείς το βλέπουμε ως όμορφο, όχι επειδή ξέρουμε τους κανόνες και ξέρουμε πως είναι υπάκουο το σχήμα. Για τους ίδιους λόγους μία μελωδία είναι όμορφη ή άσχημη. Το ίδιο μοτίβο ισχύει σε όλα, στον ήχο, σε μία εικαστική φόρμα κ.λπ. Σημασία έχει να εναρμονίζεσαι με τη συμπαντική ομορφιά. Αυτό το είχε πει ο γέροντας Πορφύριος, ο οποίος εξηγούσε πως «υπάρχει μία μεγάλη αρμονία στο σύμπαν. Η τέλεια αρμονία. Γι’ αυτό μας αρέσει ή δεν μας αρέσει κάτι». Γιατί εναρμονιζόμαστε κι όσο πιο δυσαρμονικοί είμαστε, τόσο πιο δυσαρμονικό είναι αυτό που μας αρέσει. Οπότε, ναι, κανόνες υπάρχουν, τους μελετάς ή όχι ή μπορείς να κάνεις και τα δύο. Να παίζεις με κανόνες ή και χωρίς κανόνες. Οι Αμερικάνοι νομίζω πως το λένε αυτό «λίγο να σκέφτεσαι και λίγο να τραγουδάς», την ώρα που παίζεις και αυτοσχεδιάζεις.

 

Άταστη ηλεκτρική κιθάρα… Είναι περισσότερο κοντά σας ως εκφραστικό μέσο;

Αυτή την εποχή, ναι και μάλιστα ακόμη περισσότερο μου αρέσει η κιθάρα με τάστα. Αλλά, τελικά το θέμα είναι να αφήσεις την εποχή να σου μιλήσει. Εάν θέλεις να παίζεις κιθάρα με τάστα, εάν θέλεις πιάνο, κιθάρα άταστη, ό,τι νομίζεις σε κάθε εποχή.

 

Παρόλα αυτά, την κιθάρα την αντιμετωπίζετε σαν ένα ακουστικό όργανο που σε πάει προς έναν ανατολίτικο ήχο. Σωστά;

Ναι, μοιάζει να είναι αυτός ο ήχος, αλλά εγώ στην πραγματικότητα δεν ξέρω τι κάνω εκείνη τη στιγμή και έχω σταματήσει εδώ και πολύ καιρό να λέω πως «υπάρχει το τάδε είδος μουσικής ή το άλλο». Όταν πιάνω το όργανο δεν υπάρχει τίποτα. Εάν κάποιος αναγνωρίζει σε ένα κομμάτι μου κάποια στοιχεία, εγώ αναγνωρίζω ακόμη περισσότερα. Αναγνωρίζω μέχρι και από πού έχω «κλέψει» μια φράση, που δεν έχει καμία σχέση με τη φράση που τελικά κατέληξε να είναι. Αυτό όμως είναι θέμα αφομοίωσης. Νομίζω, πως δεν μπορείς να λες, πως θα κάνω ένα κομμάτι που θα έχει συγκεκριμένα στοιχεία, εκ των προτέρων. Εάν μπορεί κάποιος να το κάνει, βέβαια, ας το κάνει. Νομίζω, όμως πως δεν γίνεται. Αντίθετα, μπορείς να λες πως «θα κάνω μουσική» και ό,τι αφομοίωση έχεις εκείνη την ώρα, ας την να βγει. Είτε θυμίζει αράβικο με κλασική, είτε θυμίζει λάτιν με λαϊκό, ό,τι θέλει ας είναι. Διότι, αν το κάνεις αλλιώς δεν νομίζω πως θα κρατήσει η κατασκευή. Με ένα φύσημα θα γκρεμιστεί.  

 

Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη μαθητεία σας;

Γενικά, έχω μελετήσει λίγο. Αυτό που έχω μελετήσει αρκετά είναι το «2-5-1», αλλά δεν μπορώ να πω ότι αυτό είναι η μεγαλύτερη μαθητεία μου. Έχω διδαχτεί από αυτό, έχω διδαχτεί και από το φίλο μου τον Μάκη. Ο μεγάλος μου αδερφός ήταν μελετηρός και μελετούσε πολύ στο σπίτι τα μαθήματα του Ωδείου. Εγώ πήγαινα στο διπλανό δωμάτιο και έπαιζα από πάνω, ό,τι μου ερχόταν στο κεφάλι. Αυτό μου έκανε μεγάλο καλό και μου κάνει ακόμη και σήμερα. Παίζει ένα κομμάτι και εγώ με την κιθάρα από πίσω παίζω «κόντρα κάντο», προσέχω να μην «φρακάρουν» οι νότες, να μην «βρω τοίχο» και να κάνω «σλάλομ» πάνω στη μελωδία. Αυτό ήταν η μεγαλύτερή μου μαθητεία. Το να παίζω πάνω σε άλλες μουσικές, είτε ήταν Villa Lobos, είτε Χατζιδάκις.

 

Main Menu

Επιλογή ερμηνευτών. Φαίνεται πως έχει μία ιδιαίτερη σημασία η επιλογή σας…

Ναι, έτσι είναι… Καμιά φορά μπορεί να είναι ιδιοτροπία μας, στο μυαλό μας μόνο. Ο ήχος μας δονεί συναισθηματικά και το πρώτο κριτήριο είναι να μην βγάζει αναίδεια η ερμηνεία, η φωνή και χροιά του τραγουδιστή. Να καταλαβαίνει την εσωτερικότητα του κομματιού, ούτως ώστε να μην το καπελώνει με τεχνητά τερτίπια και χάνει την αξία του το κομμάτι, για να φανεί η ικανότητα ενός λαρυγγιού. Διότι, αυτό όταν συμβαίνει είναι σαν να υποτιμάς, σαν να παίρνεις χρυσάφι και να φτιάχνεις πτυελοδοχείο. Τα συγκεκριμένα τραγούδια που έχω γράψει χρειάζονται μία φωνή ευέλικτη, ανατολίτικη και λαϊκή, σίγουρα. Αυτό που κοιτάμε είναι να έχει το ελληνικό, λαϊκό ύφος της περιόδου ’60-‘70. Να το κατανοεί ο τραγουδιστής και να μπορεί να το αναπαράγει. Για παράδειγμα, ο Κώστας Παυλίδης εκτός του ότι είναι μεγάλο ταλέντο, έχει μία τρομερή ευαισθησία. Σπάνια ακούει κανείς μία τέτοια ομορφιά.

 

Τραγούδια σας σαν τον «Άγγελο» έχουν τον μεταφυσικό στοιχείο και την ίδια στιγμή μιλάνε για πολύ γήινα πράγματα…

Πιο γήινο πράγμα από το τάφο, υπάρχει; Πιστεύω, ότι ο ίδιος ο Θεός κατέβηκε μέχρι τον τάφο, οπότε τα περικλείει μόνος του όλα αυτά. Στην πραγματικότητα, είναι κι άλλα τραγούδια που κρυφά αναφέρονται σε αυτό. Όμως, οι περισσότεροι νομίζουν πως είναι ερωτικά. Κάποιος, μάλιστα, μου είπε πως γράφω «πολύ αμαρτωλή μουσική» σχολιάζοντας ένα κομμάτι μου, αλλά αυτό μιλάει για κάποιον που το μόνο που κάνει είναι να ψάχνει να βρει τον Θεό.

 

Οι στίχοι σας είναι σαφώς βιωματικοί…

Συνήθως τα στιχάκια που γράφω αναφέρονται σε όσα με απασχολούν και σε κάποια φάση της ζωής μου σκέφτηκα πως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Οι πρώτοι μπορεί να είναι τελευταίοι και οι τελευταίοι μπορεί να είναι πρώτοι. Κάτι που έχουμε διδαχθεί και από την έκφραση του Θεού, ο οποίος έχει έρθει στη Γη, από τον Υιό του. Κάποτε, λοιπόν, διαπίστωσα πως όντως, ευσεβείς άνθρωποι ήταν παγωμένοι μέσα τους και «αμαρτωλοί» είναι δικά μας παιδιά. Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο που δεν τον ξέρεις, αλλά παρόλα αυτά σε συνδέει το ίδιο πνεύμα, πιστεύω ότι ισχύει αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος, ότι είμαστε ένα Σώμα με Κεφαλή τον Χριστό. Είναι αυτό που λέει ο στίχος «Πρώτη φορά που συναντιόμαστε, μα γνωριζόμαστε». Επίσης, ο Θεός επειδή είναι Αυτός που υπήρχε, Αυτός που υπάρχει και θα υπάρχει, όπως λέει ο Ιωάννης, μέσα από παραμύθια έδινε ψήγματα και σπερματικά τα γεγονότα που συνέβησαν τότε. Τα έλεγε και από πριν, όπως ο Αισχύλος για τον Προμηθέα, πως θα έρθει ο Υιός του Θεού και θα σκοτώσει τον γύπα. Αυτό ήταν σαν σπέρμα, η Ιστορία του γεγονότος, της παρουσίας του Χριστού στη Γη. Το Παραμύθι βγαίνει μέσα από το Μύθο, ο Μύθος βγαίνει μέσα από το Λόγο, ενώ η Παραμυθία είναι και η παρηγοριά.

 

Ένα τραγούδι ξεκινά από το νου ή την καρδιά;

Εύχομαι κανείς να τα καταφέρνει στο τέλος να έχει και τα δύο. Όταν έχεις καθαρό νου, ακούς και την καρδιά. Αλλά και η βρώμικη καρδιά, πάλι κι αυτή διατάζει το μυαλό και το μυαλό βρίσκει δικαιολογίες να κάνει τις «τσιριτσάτζουλες». Έρχονται στιγμές που είμαστε νους και καρδιά στο ίδιο σώμα, αλλά καμιά φορά τα ξεχωρίζουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τα τραγούδια. Πάντως, η μουσική είναι σωματική και αυτός είναι και ο πιο ασφαλής τρόπος για να κάνεις μουσική. Να τη νιώθεις σωματικά.

 

Μιλήστε μου για τη νέα σας δουλειά…

Ξεκίνησα με σκοπό να κάνω αυτό που θέλω, έτσι όπως το θέλω. Συμμετέχουν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο πολλά βιολιά, κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ και με την καλή έννοια προσπάθησα να εξυπηρετήσω αυτό το εγχείρημα. Έχω βάλει βιολιά ακόμη και εκεί που δεν ήταν τόσο απαραίτητο. Ούτως ή άλλως το cd είναι ένα κουτάκι που φτιάχνεις και έτσι έφτιαξα ένα κουτί με τα υλικά που είχα και αυτό ήταν… πολλά βιολιά. Τα κομμάτια, πάντως, έχουν μέσα τους επιρροές από όλα όσα έχω ακούσει, κατά καιρούς. Τραγουδούν η Μάρθα Μαυροειδή, η Αρετή Κετιμέ, η Μαρία Σπυροπούλου και ο Νεκτάριος Μαλλάς.

 

 

Εκτός από οικονομική κρίση, μήπως περνάμε και μία πολιτισμική κατάπτωση; Ποια μπορεί να είναι η θέση ενός ανθρώπου που ασχολείται με την Τέχνη απέναντι σε φαινόμενα όπως ο φασισμός;

Πολιτισμική κρίση υπάρχει εδώ και καιρό, αλλά όλο το θέμα είναι πως οι άνθρωποι υπηρετούν το αντίθετο πνεύμα, όπως είναι το χρήμα. Για το χρήμα κάνουν ό,τι κάνουν τα κανάλια που παίζουν αυτά που παίζουν, γεμίζουμε «σκουπίδια» και φθηναίνουν τη ζωή μας, που ενώ είναι ό,τι πιο πολύτιμο την έχουμε κάνει να μην αξίζει φράγκο. Μπορεί να αφορά και στην άλλη ειδωλολατρία που είναι η δύναμη και το «φιρμιλίκι». Οι άνθρωποι υπηρετούν αυτό το αντίθετο πνεύμα που καταστρέφει και δεν χτίζει τίποτε. Αυτό, ως κατάσταση υπήρχε από καταβολής κόσμου, αλλά πλέον έχει παραγίνει το κακό, αλλά το καλό είναι να παίρνεις εύκολα το «διαζύγιο». Αυτό μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι της Τέχνης, να μην υπηρετούν αυτό το αντίθετο πνεύμα. Που σημαίνει πως «δεν θέλω το βάθρο», «δεν είμαι το κέντρο του σύμπαντος» και μακάρι «να μπορέσω να γίνω ένας κόκκος άμμου βαλμένος αρμονικά μαζί με τους άλλους κόκκους». Αυτό είναι η ελευθερία και το νόημα ενός καθαρού πνεύματος. Τότε το ίδιο το πνεύμα θα σου δώσει οδηγίες για το πώς θα τοποθετηθείς απέναντι σε φαινόμενα όπως ο φασισμός.