Όχημα έκφρασης της Mαρίας Παπαδομανωλάκη, η Dalot δημιουργήθηκε πριν από δέκα περίπου χρόνια. Στην αρχή πεδίο πειραματισμών, εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου μέσα από πλήθος μουσικών ειδών και βιωμάτων σε ένα ανοιχτό σε αισθητικούς ορίζοντες πρότζεκτ. Σημαντικό ρόλο παίζει και η διαμονή της Dalot στην Αγγλία και στις ΗΠΑ από το 2004 έως σήμερα. Είναι αυτή η πρωτογενής έκθεσή της στους σημερινούς ήχους – abient, νόιζ ροκ, ποστ – ροκ, shoegaze και μινιμαλίστικη ηλεκτρόνικα που βοήθησαν να διαμορφωθεί η προσωπική της μουσική γλώσσα. Η Παπαδομανωλάκη έχει επίσης συνθέσει μουσική για χορό για ταινίες μικρού μήκους καθώς και για καλλιτεχνικά πολυμέσα. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά της σε επιλεγμένες συναυλίες στις ΗΠΑ και Ευρώπη με σημαντικότερη την περιοδεία της με τους Γενοβέζους port-royal. Ακόμη, έχει συνεργασθεί σε ζωντανές εμφανίσεις με τους Crisopa, winterlight absent without a leave και Dergar. Πέρυσι έπαιξε στο γνωστό πρωτοποριακό Decibel Festival, στο Σιάτλ, όπου μοιράστηκε τη σκηνή με τον Robert Henke (Monolake) και το Broke Van Hey (bvdub). Από το 2012 συνεργάζεται με Καλιφορνέζικη ετικέτα n5MD ένθα έχει κυκλοφορήσει δυο ολοκληρωμένα άλμπουμ. Το τελευταίο της έργο είναι το ΕP “Ancestors”. Για αυτό αλλά όχι μόνο μας μιλά εδώ στο MusicPaper.gr. 

 

 

Πως είναι, αλήθεια, να δουλεύει μια Ελληνίδα μουσικός στο εξωτερικό- στις ΗΠΑ και την Αγγλία - όπως εσύ;

Δεν βλέπω κάποια διαφορά σε σχέση με άτομα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τα μέρη στα οποία έχω ζήσει και δουλέψει μέχρι σήμερα είναι διεθνής προορισμοί, συναντάς ανθρώπους από παντού και αρκετούς Έλληνες ανάμεσα σε αυτούς. Η αντιμετώπιση και κουλτούρα επομένως είναι αρκετά ανοιχτή και δεκτική. Αλλά σίγουρα είναι μια εμπειρία που ειδικά τώρα πολύς κόσμος αναζητά λόγω της κρίσης στην Ελλάδα. Και αυτο ενδεχομένως να αλλάξει ακόμα πιο πολύ το χάρτη και να αναδείξει όλες αυτές τις φωνές που ζούν και προσφέρουν στο εξωτερικό.

 

Πέρα από την αυτοτελή μουσική παραγωγή λειτουργείς και σε άλλα επίπεδα ηχητικής δημιουργίας- ποια είναι αυτά;

Ναι, το project της Dalot είναι ένας fictional χώρος δημιουργίας για μένα. Πέραν αυτού, έχω μια αρκετά ευρεία γκάμα δραστηριοτήτων που όλες σχετίζονται κατά κάποιο τρόπο με τον ήχο. Κατά καιρούς έχω συνεργαστεί με χορογράφους και video artists, κάνω εκπομπές για το ραδιόφωνο με πιο πρόσφατη μια σειρά συνεντεύξεων με τίτλο Sensing Cities για τον Resonance FM στο Λονδίνο. Επίσης γράφω σε online μέσα για μουσική και sound art και έχω επιμεληθεί την οργάνωση εκθέσεων και φεστιβάλ. Αυτό το διάστημα κάνω έρευνα στο CRiSAP (UAL, London) πάνω στο ηχοτοπίο του Λονδίνου και την αστική λογοτεχνία. Κάποια δείγματα από αυτές τις εναλλακτικές δραστηριότητες μπορείς να βρεις στο προσωπικό μου website www.voicesoundtext.com.

 

Μπορείς να ονοματίσεις μερικές από τις βασικές σου επιρροές;

Βιβλία που έχω διαβάσει, ανθρώπους που έχω γνωρίσει, καταστάσεις που έχω ζήσει, άλπουμς που έχω ακούσει, τοπία, πόλεις, ότι υπάρχει και δεν υπάρχει πια. Είναι λίγο πιο περίπλοκο δηλαδή από το να σου ονοματίσω μερικούς καλλιτέχνες και labels τύπου 4AD, Brian Eno κτλ. Στην τελική σημασία έχει εσύ τι ακούς και πώς αφουγκράζεσαι αυτό που κάνω.

 

Θα χαρακτήριζες τη μουσική σου μίνιμαλ ελεκτρόνικα;

Ναι σίγουρα. Τουλάχιστον έτσι ξεκίνησε και ακόμα υπάρχουν στοιχεία σε κυκλοφορίες που κάνω για την Dalot π.χ. σε remixes, όταν παίζω live κτλ.

Main Menu

 

Έχω την εντύπωση πως από την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά σου, το “Loop Over Latitudes” μέχρι το πρόσφατο ΕP, “Ancestors “ -μέσω των υπολοίπων ειδικών πρότζεκτ, πειραματισμών και συλλογών – ο ήχος σου μεταλλάσσεται, μάλλον, σε πιο αφηρημένο, ανοιχτό στο χώρο και στα ύφη.

Όπως είπα και πριν ό χώρος της Dalot είναι fictional, κάθε άλμπουμ είναι όπως ένα βιβλίο, διαφορετικό στα επιμέρους στοιχεία του αλλά με κοινό γνώμονα την ατμόσφαιρα και μια στοιχειώδη «πλοκή», ιδέα. Ο ήχος ασφαλώς και αλλάζει με τον καιρό γιατί και τα ερεθίσματα αλλάζουν, οι ιστορίες και οι χαρακτήρες αλλάζουν, τα τοπία και οι καταστάσεις επίσης. Στο «Αncestors» η όλη αισθητική πηγάζει από μια αφηρημένη σκιαγράφηση αναμνήσεων και φανταστικών καταστάσεων που αντικρούονται με το τώρα. Είναι δηλαδή μια ιστορία απόδρασης όπου η παιδική αθωότητά του ονείρου συνδιαλέγεται με την πραγματικότητα Ο χώρος είναι πιο ανοιχτός και οι υφές λίγο πιο «στοιχειωμένες».

 

Μίλησε μας για το “Haikus 23” το οποίο μάλιστα το έδινες με ελεύθερο download.

Το 2011 αποφάσισα να κάνω μια tour σε Ευρώπη και Αγγλία την όποια κατάφερα να χρηματοδοτήσω μέσω μιας καμπάνιας στο kickstarter. To «Haikus 23» είναι ένα άλμπουμ-«ευχαριστώ» για τα 23 άτομα που στήριξαν την καμπάνια. Έγραψα λοιπόν 23 κομμάτια, καθένα μικρό σε διάρκεια και αφιερωμένο ξεχωριστά σε καθένα απο τους backers. Το κυκλοφόρησα το Φλεβάρη του 2012, ως δωρεάν download. Άρεσε πολύ στον κόσμο και κομμάτια απο αυτό το άλμπουμ έχουν χρησιμοποιηθεί σε ντοκιμαντέρ, βιντεοπαιχνίδια και συλλογές. Ο Filtig, φίλος μου και συνεργάτης στην Κασετίνα, έκανε ένα πρότζεκτ έκπληξη με 23 πειραματικά βιντεάκια βασισμένα στις μουσικές του «Haikus 23». Μπορείτε να τα δείτε εδώ:http://23haiku.tumblr.com/ Το άλμπουμ μπορεί να το κατεβάσει κάποιος ακόμα δωρεάν από τη σελίδα μου στο bandcamp:http://dalot.bandcamp.com/album/haikus-23

 

To τελευταίο σου πόνημα, το “Ancestors” αναφορά κάνει στους προγόνους μέσα από ένα ονειρικό σάουντρακ θα έλεγα…

Ναι κάπως έτσι. Τα Χριστούγεννα του 2012 μετά από πολλά χρόνια “σιωπής” τόλμησα να ανοίξω τα συρτάρια του γραφείου του παππού μου. Μου πήρε σχεδόν δύο βδομάδες έντονης δουλείας να ξεδιαλύνω φωτογραφίες, μερικές από τις οποίες από το 1930 ίσως και πιο παλιές, σημειωματάρια, γράμματα, αποκόμματα εφημερίδων, συνταγές για κέικ της γιαγιάς μου. Πολλά απο τα πρόσωπα στις φωτογραφίες δεν τα ήξερα καν αλλά όλα τα διαφορετικά κομμάτια μαζί άρχισαν να μου «μιλούν», να βγάζουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Πριν μίλησες για ένα πιο «ανοιχτό» χώρο και θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίο μιας και η διαδικασία σύνθεσης του «Αncestors» ενέχει μια αποστασιοποιημένη, αφαιρετική ματιά στο τι είναι ανάμνηση, τι μπορεί να είναι αληθινό και τι όχι, στη διαφορά μεγεθών και διαστάσεων του πώς θυμόμαστε, ονειρευόμαστε, ακούμε και σκεφτόμαστε κάτι που ανήκει στο μακρινό παρελθόν.


 

Το ΕP “Ancestors” έχει ανάμεσα στα άλλα δυο εξαιρετικά κομμάτια – το “That Was Now” και το ομώνυμο. Το τελευταίο ευτυχεί σε μια σειρά από ρεμίξ από μουσικούς της ετικέτας n5MD στην οποία ηχογραφείς.

Tο That Was Now είναι ένα από τα πρώτα κομμάτια που έγραψα για το άλμπουμ και αυτό που δένει και το concept του άλμπουμ για το οποίο μίλησα σε προηγούμενη ερώτηση. Συμμετέχουν ο Alexandr Vatagin στο τσέλο και o σύντροφός μου Απόστολος στην κιθάρα. Το Ancestors απο την άλλη ήταν το τελευταίο κομμάτι που ολοκλήρωσα και ίσως και το πιο «κανονικό» του δίσκου. Αρχικά είχα τραγουδήσει τη μελωδία της φωνής αλλά μιας και το όλο άλμπουμ άρχισε να έχει συμμετοχές από άλλους μουσικούς, φίλους και συγγενείς, σκέφτηκα να το στείλω στην Izumi Suzuki (aka Linda Bjalla) για να γράψει τη δική της φωνή και να προσθέσει ιδέες. Στην τελική version του κομματιού, η φωνή έχει μια αρκετά spiritual παρουσία, σαν μια προσευχή σχεδόν.

Σαν κλείσιμο του δίσκου διάλεξα να συμπεριλάβω τρία remixes που δίνουν στο ομώνυμο κομμάτι καινούργιες δυναμικές και χρώματα. Με τον Brock Van Wey (aka bvdub) γvωριστήκαμε στο Decibel Festival στο Σιάτλ πολύ πριν μάθω ότι θα κυκλοφορούσε με την n5MD. Tότε τον είχα ρωτήσει αν θα ήθελε να κάνει ένα ρεμίξ για την επόμενη κυκλοφορία μου και, αν και μου είχε τονίσει ότι δεν το συνηθίζει, του άρεσε πολύ η ιδέα μιας και του αρέσει η μουσική μου. Έκανε φανταστική δουλειά με το κομμάτι, το ανέβασε σε άλλα επίπεδα και του έδωσε μια πιο θυελλώδη δομή.

Με τον Alastair Brown (aka Northcape) που κυκλοφορεί με την Sun Sea Sky, ήμουν σε συνενόηση μιας και είχα κάνει ένα ρεμίξ για ένα από τα κομμάτια του τελευταίου του άλμπουμ «Exploration and Ascent». To remix του νομίζω ότι φέρνει το κομμάτι σε πιο μινιμάλ ελεκτρόνικα - shoegaze μονοπάτια και είναι κατάλληλο για κλείσιμο. Το ριμίξ απο το side project του Mike Cadoo, ιδιοκτήτη της n5MD, με όνομα Dryft από την άλλη λειτουργεί όμορφα σαν πέρασμα από την «τρικυμία» του bvdub στο ουράνιο τόξο του Νοrthcape. Mε αναφορές σε post-chillwave, new wave και post-rock, το remix του είναι αρκετά σκοτεινό αλλα και όσο προσιτό πρέπει για να δώσει στο ομώνυμο μια λίγο πιο physical πνοή.  

 

Πες μας για την συνεργασία σου με τους μουσικούς στο τελευταίο σου έργο και ιδιαίτερα με τον Alexandr Vatagin – πολυγραφότατο μουσικό, παραγωγό και ιδιοκτήτη δισκογραφικής ετικέτας.

To «Ancestors» είναι μια κυκλοφορία αρκετά διάφανη ως σύνολο αλλά με αρκετή δουλειά από πίσω. Είναι και η πρώτη για αυτό το project όπου έχουν συμμετάσχει παραπάνω από ένα άτομα. Στο «Μinutestatic» είχα συνεργαστεί με τον Mike Cadoo σε κάποια από τα κομμάτια. Σε αυτό ήθελα να δουλέψω με ακόμα περισσότερες «φωνές». Όπως είπα και στην προηγούμενη ερώτηση το ομώνυμο κομμάτι έχει φωνητικά από την Ιzumi Suzuki της οποίας τα φωνητικά για τους port-royal μου είχαν αρέσει αρκετά. Στο Staircase έχω χρησιμοποιήσει samples από την ανιψιά μου την ώρα που έκανε κάποιες ασκήσεις για βιολί. Την είχα ηχογραφήσει όταν ακόμα ήμουν Νέα Υόρκη. Στα Flood και Νight Owl, τσέλο παίζει ο φίλος μου και μουσικός Sebastien Froment με τον οποίο ήμασταν μαζί στους Cloudcub και τώρα παίζει μπάσο σε μια αρκετά ενδιαφέρουσα no wave/post-punk μπάντα τους MANFLU.

Στο That Was Now έχω ήδη αναφερθεί. Με τον Αlexandr γνωριστήκαμε από κοντά το 2011 κατά τη διάρκεια της tour μου στην Ευρώπη με τους port-royal με τους οποίους παίζει μαζί συχνά στα live. Ήξερα τη δουλειά του με τους tupolev και τη valeot και ήθελα πολύ να συνεργαστώ μαζί του. Από τότε κρατήσαμε επαφή και έτσι προέκυψε η συμμετοχή του.

 

Μίλησε μας για τη “Kasetina” που κυκλοφόρησες με αφορμή το βίαιο κλείσιμο της ΕΡΤ.

Η Κασετίνα είναι μια άλλη εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο θέμα της μνήμης και της ανάμνησης. Με τα παιδιά σκεφτόμασταν από καιρό να διασκευάσουμε θέματα από τηλεόραση και ανταλλάσσαμε τα αγαπημένα μας τηλεοπτικά σποτ και τίτλους εκπομπών από τα παιδικά και νεανικά μας χρόνια. Ήδη κάποιους μήνες πριν το κλείσιμο της ΕΡΤ, είχαμε αρχίσει να δουλεύουμε σε ιδέες. Τo βράδυ της 11ης Ιούνη ήμουν σε μια συναυλία και γυρίζοντας σπίτι διαβάζω την είδηση. Ακόμα θυμάμαι το σοκ και την οργή που ένιωσα. Έστειλα αμέσως email στο Θεόφιλο και το Νίκο και συμφωνήσαμε ότι λόγω του αρκετά ειρωνικού timing θα εστιάσουμε στην ΕΡΤ. Θέλαμε το αποτέλεσμα να είναι αρκετά μπερδεμένο, να μπλέκει ήρεμα με πιο «άγρια» κομμάτια, παιχνιδιάρικα με πιο σκοτεινά, να σου δίνει την εντύπωση ότι αλλάζεις κανάλια. Κάποιος έγραψε κλείνοντας μια κριτική για το άλμπουμ ότι η προσωπική μας Ιθάκη είναι τα παιδικά μας χρόνια. Με το κλείσιμο της ΕΡΤ, ήταν σαν ένα αόρατο χέρι να ξερίζωσε ένα μεγάλο κομμάτι από αυτή τη διαδρομή. Εμείς απλά προσπαθήσαμε να κρατήσουμε αυτές τις μνήμες ζωντανές, να τους δώσουμε μια νέα οντότητα, να τις φέρουμε στο σήμερα και με αυτόν τον τρόπο να τους δώσουμε μια τελευταία ευκαιρία πριν χαθούν.