Η Αγγελική Ιονάτος ή Angelique Ionatosόπως είναι ευρύτερα γνωστή ανήκει στην ολιγομελή κατηγορία των καλλιτεχνών που θα έπρεπε να αξιοποιηθούν ως πρέσβεις από το Υπουργείο Πολιτισμού, εάν αυτό πράγματι ακολουθούσε μία κάποια σοβαρή πολιτική για τον ελληνικό Πολιτισμό. Η καλλιτεχνική διαδρομή της αποτελεί μία τεράστια προσφορά στην ελληνική γραμματεία και ποίηση. Φυσικά, χωρίς την προσμονή κάποιου αντίτιμου. Φυσικά… αυτονόητα. Τα κίνητρα γεννήθηκαν από μεγάλη, προσωπική ανάγκη, προκειμένου να επικοινωνήσει τα σπουδαιότερα της μητρικής της γλώσσας. Να κρατηθεί από τη ρίζα της καταγωγής της και να εκφραστεί. Η Αγγελική Ιονάτος μιλάει στο MusicPaper για όλα αυτά. Το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Τι σας οδήγησε το 1969 στο Βέλγιο και αργότερα στη Γαλλία.
Ήταν οδυνηρό, διότι εκείνη την εποχή ήμουν πιτσιρίκι και με «ξεριζώσανε». Ο αδελφός μου είχε φύγει πιο πριν και μου έλειπε, είχε ερημώσει ο κόσμος με την απουσία του. Ήταν παράλληλα και το ξύπνημα της εφηβείας, οι παρέες που αρχίζανε, το σχολείο… Στο Βέλγιο όταν πήγα στο Λύκειο, επί ένα χρόνο ήμουν ακροαματική μαθήτρια, γιατί μάθαινα ακόμη τα γαλλικά και ήταν μεγάλος ο πόνος, γιατί εκεί η κοινωνία είναι πολύ λογοκεντρική. Ήμουν, όμως, το αγαπημένο «ζωάκι» της τάξης, εκεί στο βάθος με τα λεξικά για παρέα. Στα μαθήματα της γλώσσας γνώρισα μία καταπληκτική καθηγήτρια των Γαλλικών. Ήταν αυτή που με έσπρωξε στο τραγούδι, γιατί από μικρή τραγουδούσα όσα με πόναγαν.  


Τι ακριβώς τραγουδούσατε;
Το ‘69 ήταν η εποχή της Joan Baez, του Bob Dylan των τραγουδιών διαμαρτυρίας. Συνέθετα τραγούδια κατά της δικτατορίας μαζί με τον αδελφό μου, έστω, λίγο απλοϊκά. Τα βασανιστήρια που γίνονταν στην Ελλάδα, τα έμαθα έξω. Το ‘71 ήρθε στη Λιέγη για συναυλία ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τη Φαραντούρη, τη Δημητριάδη, τον Πανδή και τον Καλογιάννη. Οι Έλληνες είχαμε πιάσει το επάνω διάζωμα και το δάκρυ που έπεσε εκείνη την ημέρα, δεν λέγεται… Όταν ο Θεοδωράκης βγήκε επάνω στη σκηνή και άνοιξε τα χέρια του για να διευθύνει, έμοιαζε με πουλί που ετοιμάζεται να πετάξει. Τότε είπα στον εαυτό μου, ότι «αν η μουσική έχει αυτή τη δύναμη, θα γίνω μουσικός». Έτσι, ο Θεοδωράκης είναι ο μουσικός μου πατέρας, ενώ ο Ελύτης ο ποιητικός μου πατέρας. Έχω περισσότερη αδυναμία στον Χατζιδάκι, αλλά συγκινησιακά και συναισθηματικά, ξέρω ότι όταν «φύγει» ο Θεοδωράκης, θα είναι πολύ μεγάλο πλήγμα για μένα, γιατί ξύπνησε μέσα μου την ποίηση και τη μουσική, παρότι ζούσα από μικρή σε ένα περιβάλλον που λατρεύανε την ποίηση. Η μητέρα μου ήταν φανατική με τον Καβάφη και τον Παλαμά.  


Αναπτύσσοντας δραστηριότητα σε μία Γαλλόφωνη κοινωνία, γιατί επιλέξατε να εκφραστείτε καλλιτεχνικά με την ελληνική γλώσσα;
Όταν άρχισα να μελοποιώ Έλληνες ποιητές, το έκανα για να ξαναβρώ την πατρίδα μου, γι’ αυτό και αρχίζω σχεδόν πάντοτε τις συναυλίες με το «Γλώσσα μου έδωσαν την Ελληνική» ή το «Κατοίκησα μια χώρα». Είναι σα να καταθέτω ταυτότητα, γιατί η γλώσσα είναι που δίνει τη μουσική και λέω στους Γάλλους χωρίς να τους προκαλώ, ότι η ελληνική είναι η ωραιότερη γλώσσα του κόσμου. Μαθαίναμε αρχαία Ελληνικά από την Α’ Γυμνασίου και όταν διάβασα Σαπφώ με την πρόθεση να τη μελοποιήσω σε μετάφραση Ελύτη, «άκουσα» τη μουσική στα ποιήματά της. Κατάλαβα πως η ίδια ήταν μουσικός και αναρωτήθηκα «Τι μουσική έχει αυτή η γλώσσα;

Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει αυτή η ισορροπία ανάμεσα σε σύμφωνα και σε φωνήεντα;». Η δική μου πατρίδα, είναι η πατρίδα των ποιητών. Αυτόν τον χειμώνα, άκουσα και διάβασα πάρα πολλά για την Ελληνική γλώσσα, γιατί όταν ένας άνθρωπος φεύγει στα 13 του χρόνια για το εξωτερικό, του λείπουν πολλά. Αγαπώ πάρα πολύ τη γλώσσα μας. Δεν μπορώ να πω «αγαπώ την πατρίδα μου», γιατί σαν Ελληνίδα της διασποράς, όταν έρχομαι βλέπω, δυστυχώς, τα στραβά. Βλέπω και τα καλά, αλλά αισθάνομαι σα να είμαι ξένη στη χώρα μου. Όταν ήμουν πιο νέα, μπορούσα να καταλάβω έναν Έλληνα από το περπάτημά του ή από την προφορά όταν μίλαγε τα Γαλλικά. Εδώ και 15 χρόνια, δεν τους καταλαβαίνω. Βλέπω νεαρά παιδιά που θα μπορούσαν να είναι Ιταλοί, Ισπανοί, ακόμα και Γάλλοι. Ακόμα και σωματικά, έχουμε αλλάξει πάρα πολύ.


Πώς αναπτύξατε αυτήν την προσωπική σχέση με την ποίηση και πώς γνωριστήκατε με τον Ρίτσο και τον Ελύτη;
Κάποια στιγμή, είχα μελοποιήσει δυο-τρία ποιήματα του Ρίτσου και του είχα ζητήσει με ένα γράμμα να μου πει τη γνώμη του. Μου απάντησε πως «ένας ποιητής από τη στιγμή που έχει εκδώσει την ποίησή του, δεν έχει δικαίωμα να απαγορεύσει σε έναν συνθέτη τη μελοποίηση», πράγμα που το βρήκα πάρα πολύ όμορφο. Ακολούθως έγραψα και στον Αναγνωστάκη και μου απάντησε και εκείνος πολύ γλυκά, ενώ έγραψα και στον Ελύτη που μου είπε στην αρχή «Εντάξει, προχωρήστε…» γι’ αυτό και άρχισα να μελοποιώ τη «Μαρία-Νεφέλη». Είχα μελοποιήσει γύρω στα δέκα ποιήματα, όταν γνώρισα τον Σπύρο Σακκά στο Βέλγιο. Του εξήγησα τι μελοποιώ και του πρότεινα να είναι ο αυτός ο αντιφωνητής, ενώ στον Αλέξανδρο Μυράτ πρότεινα να ενορχηστρώσει. Όταν έπειτα από όλα αυτά, έγραψα ξανά στον Ελύτη, αλλά μου αρνήθηκε, εξηγώντας πως: «Έχω άλλα σχέδια για τη «Μαρία-Νεφέλη» και δεν σας επιτρέπω να το μελοποιήσετε». Στεναχωρήθηκα πολύ. Την άλλη μέρα τηλεφώνησα στον Σπύρο (σ.σ. Σακκά) κλαίγοντας. Μου είπε ότι θα έβρισκε έναν τρόπο να τον συναντήσει (τον Ελύτη), ενώ του τηλεφώνησε και ο Διονύσης Φωτόπουλος. Κλείστηκε ραντεβού στην οδό Σκουφά για να μιλήσουμε. Του υποσχέθηκα ότι δεν θα έλειπε ούτε κόμμα από το κείμενο και ότι θα «ανέβει» σε θεατρικό έργο στη Γαλλία. «Ανεβάστε το σαν θέαμα, αλλά όχι σε δίσκο», μου απάντησε. Όντως το «ανεβάσαμε» στο θέατρο, αλλά πάνω στις δέκα παραστάσεις, ήρθε ένα τηλεγράφημα από τον Ελύτη που πλέον μου έλεγε «Σας δίνω την άδεια να το ηχογραφήσετε». Έτσι συμφιλιωθήκαμε.      


Οι Γάλλοι πώς αντιδρούσαν, στην αρχή, όταν τραγουδούσατε στα ελληνικά;
Οι Γάλλοι τα αγαπάνε. Δεν ξέρετε πόσοι μου έλεγαν «Μετά τη συναυλία σας, πήγα και γράφτηκα σε Ελληνικό σχολείο». Είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσαν να μου κάνουν. Βέβαια, έχουν την εντύπωση ότι η Ελλάδα είναι η κοιτίδα του Πολιτισμού και αυτό δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει. Από την άλλη, το ελληνικό Κράτος, δεν μου πρόσφερε ποτέ ούτε ένα εισιτήριο για να έρθω να τραγουδήσω εδώ. Ποτέ. Την αγαπάω τη Γαλλία. Τι συμφέρον είχα να ανεβάσω τη «Μαρία-Νεφέλη» ή το «Μονόγραμμα» ή το «Ιουλίου Λόγος»; Κι όμως το θέατρο ήταν γεμάτο και οι περιοδείες πάντα γεμάτες από κόσμο. Είμαι ευγνώμων στη Γαλλία και στην αρχή, ήμουν θυμωμένη με την Ελλάδα, σαν τους έφηβους που βρίσκουν μόνο ελαττώματα στους γονείς και μετά εκεί γύρω στα 40, άρχισα και ησύχαζα.

Ποια είναι η σχέση σας με την Ελληνική παραδοσιακή μουσική;
Τη λατρεύω. Έχω πάθος με την Ελληνική παραδοσιακή μουσική και νομίζω πως είναι και από τις πιο πλούσιες της Μεσογείου. Χάρηκα πολύ που διαπίστωσα ότι υπάρχουν νέοι άνθρωποι με ταλέντο και μεγάλο μεράκι που την ανανεώνουν. Ίσως εκεί βρίσκω την ελπίδα, υπό την έννοια ότι υπάρχει μία «Ελλάδα» που είναι σαν αδελφή μου. Η παραδοσιακή μας μουσική είναι χρυσός. Από πού να πρωτοπάρεις; Την Ήπειρο; Τον Πόντο; Την Κρήτη; Είναι κάτι το εξαιρετικό και με ενέπνευσε πάρα πολύ. Υπήρξε μία περίοδος που άκουγα συνέχεια τον Χαλκιά.  

Τον Τάσο Χαλκιά;
Ναι, αλλά και τον Πετρολούκα. Εκεί μέσα υπάρχουν όλα τα είδη της μουσικής. Κλασσική, τζαζ, παραδοσιακή… Δεν με ενδιαφέρει η δεξιοτεχνία στη μουσική, αλλά ο λόγος. Δηλαδή, ο μουσικός να «μιλάει». Πιστεύω ότι δεν υπάρχει απλώς Μπαχ, Χαλκιάς, Σοστάκοβιτς, Προκόπιεφ… Το ζήτημα είναι το τι σου λέει η μουσική. «Μιλάει» ή δεν «μιλάει»; Θέλει κάποιος να εντυπωσιάσει με την ταχύτητα; Δεν με νοιάζει. Ας πάει και με την ταχύτητα του φωτός, μπορεί να μη μου πει και τίποτα. Αυτό το καταλαβαίνω αμέσως σε έναν μουσικό. Βλέπω αν μου λέει κάτι και ας παίξει μόνο τρεις νότες, ή ας μην παίζει καλά το όργανό του. Εκφράζεται; Λέει κάτι που με συγκινεί; Τέλειωσε. Τα υπόλοιπα δεν με ενδιαφέρουν και γι’ αυτό έχει μεγάλη δύναμη η παραδοσιακή μουσική. Έχει τη δύναμη του βότσαλου που το πήρε η θάλασσα και το λείανε.   

Πώς βιώνετε στη Γαλλία αυτά που συμβαίνουν εδώ;
Οδυνηρά. Αισθάνομαι ταπεινωμένη. Από τότε που άρχισε η κρίση και έρχομαι στην Ελλάδα, βλέπω πράγματα που δεν τα φανταζόμουν. Μέχρι και ανθρώπους να ψάχνουν στα σκουπίδια. Η πατρίδα μου ταπεινώθηκε, ανεξάρτητα από το αν φταίμε κι εμείς σε πάρα πολλά πράγματα. Αλλά από τότε που άρχισε όλο αυτό την υπερασπίζομαι πάρα πολύ, όπως υπερασπίζεται κανείς την οικογένειά του. Το δεύτερο μεγάλο πλήγμα, ήταν η «Χρυσή Αυγή». Είναι κάτι που δεν χωράει στο μυαλό μου. Είναι σαν να βλέπω το θάνατο. Γενικά, είμαι αισιόδοξος χαρακτήρας, αλλά όταν βλέπω αυτούς, θέλω να πεθάνω. Με αυτούς είναι σαν να βλέπω ξανά την Κατοχή. Όταν μπήκαν στη Βουλή, ήμουν απαρηγόρητη γιατί αυτοί δεν ξεφύτρωσαν μόνοι τους. Συμφωνώ με τον Χατζιδάκι που έλεγε ότι όλα αρχίζουν από την παιδεία. Δεν θα ξεμπερδέψουμε εύκολα. Όλο το ζήτημα παίζεται στην παιδεία. Όταν βλέπω νέους ανθρώπους να πηγαίνουν με αυτούς, δεν αντέχω.   

Εκτός από την Παιδεία μας, έχει προσβληθεί και η Δημοκρατία μας;
Αισθάνομαι σαν να είμαστε πλέον αποικία και ίσως ακόμα χειρότερα και από τη Χούντα. Όταν βγήκε ο γελοίος ο Παπαδόπουλος και ο Παττακός, τους κοροϊδεύαμε, γιατί είχαν κάτι το κωμικοτραγικό, ήταν γελοίοι. Δεν τους φοβήθηκα ποτέ, ενώ αυτούς τους φοβάμαι πραγματικά. Η πλουτοκρατία και ο καπιταλισμός έχουν φτάσει σε τέτοια χυδαιότητα που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν κόκκος άμμου, αλλά ξέρεις… ο κόκκος άμμου χαλάει τις μηχανές. Γι’ αυτό όταν τώρα όταν πηγαίνουμε να τραγουδήσουμε με την Κατερίνα (σ.σ. Φωτεινάκη), ζητάω να συναντήσουμε παιδιά Λυκείων και Γυμνασίων. Είναι θέμα Παιδείας. Δια μέσου της μουσικής, εδώ και 5-6 χρόνια, βλέπω το επάγγελμά μου σαν ένα μέσον Παιδείας. Πήγα και κλείστηκα σε ένα μοναστήρι ενάμιση μήνα για να μεταφράσω Ελύτη. Θέλω να ετοιμάσω μία ανθολογία από όλα τα ποιήματά του, γιατί δεν υπάρχει μεταφρασμένη. Η Τέχνη δεν μπορεί να είναι ψυχαγωγία. Ίσως, μπορεί να είναι και τέτοια, αλλά εγώ δεν μπορώ να κάνω τέτοιου είδους Τέχνη. Αν αυτό που κάνω δεν έχει σαν σκοπό την παιδεία, δεν θα το κάνω. Καλύτερα να ανοίξω νηπιαγωγείο και να μαθαίνω στα πιτσιρίκια κιθάρα και ποίηση. Η Τέχνη πρέπει να είναι κάρβουνο που να βάζει φωτιά.

Πώς γνωριστήκατε με την Κατερίνα Φωτεινάκη;
Κάποια στιγμή, την περίοδο που η Κατερίνα ήθελε να φύγει από την Ελλάδα, μου έγραψε για να με ρωτήσει αν ήξερα καμία καθηγήτρια μουσικής και φωνητικής στο Παρίσι. Της απάντησα «Ελάτε να μιλήσουμε». Ήρθε για μια βδομάδα και είναι πλέον στη Γαλλία τα τελευταία 6 χρόνια. Ήταν μεγάλη τύχη που τη γνώρισα γιατί είναι σπάνιο παιδί. Δεν μπορώ να την υιοθετήσω γιατί έχει μητέρα, αλλά αισθάνομαι πως θα ήθελα κάτι τέτοιο. Είναι η Αντιγόνη μου. Το πρόσωπό της έχει μια καθαρότητα, έτσι όπως φαντάζομαι την Αντιγόνη. Είναι υπέροχη μουσικός, λατρεύει τη γλώσσα και την ποίηση, έχει χιούμορ, είναι θαρραλέα και πολύ ολιγαρκής. Δεν έχει καμία προσποίηση και νομίζω θα κάνουμε ακόμα πολλά πράγματα μαζί. Ελπίζω φυσικά να κάνει και μόνη της πολλά πράγματα.  

Πιστεύετε ότι «Τα όνειρα θα πάρουν εκδίκηση»;
Δεν ξέρω αν το πιστεύω, αλλά το ελπίζω με όλη μου την καρδιά. Στο βάθος της ψυχής μου πιστεύω πολύ στον άνθρωπο και στις εξαιρέσεις, οι οποίες βρίσκονται εκεί που δεν τις περιμένεις. Τελευταία έλεγα ότι πρέπει να σηκώνομαι κάθε πρωί και να μαθαίνω ένα ποίημα απ’ έξω. Ε, λοιπόν, επειδή θεωρώ το «Άξιον Εστί» το καλύτερο ποίημα που έχει γραφτεί ποτέ, το μέρος του Προφητικού όπου λέει ότι «τα όνειρα θα πάρουν εκδίκηση», θέλω να το πιστεύω γιατί αναφέρεται στους νέους. Αυτούς σκέφτομαι. Εμείς είχαμε κάποια ελπίδα. Δεν υπήρχε αυτή η φοβερή ανεργία. Λυπάμαι πάρα πολύ, αλλά… αν έχανα την ελπίδα μου, θα αρρώσταινα. Έστω και ένας θεατής, θα βγει μετά από την παράστασή μου και θα πάει να αγοράσει ποίηση του Ελύτη ή το δίσκο της Κατερίνας, θα ενδιαφερθεί για την ελληνική γλώσσα και θα κάνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Αν πέσει ο σπόρος θα βγει και ο ανθός.