zervoudakisΗ νέα δισκογραφική δουλειά τουΔημήτρη Ζερβουδάκη έρχεται από το… παρελθόν. Μετά από πολλά χρόνια, ένα παλιό ημερολόγιο επέστρεψε ξανά στα χέρια του για να θέσει αμείλικτα και καίρια τα ερωτήματα, τα οποία ο αγαπημένος τραγουδοποιός, από τη Θεσσαλονίκη επιχειρεί να απαντήσει μέσα στο cd Ζωής Παιχνίδια. Πρόκειται για μία αυστηρά προσωπική υπόθεση; Όχι, μόνο εφόσον αυτές οι «ερινύες» -στην πραγματικότητα- είναι το διακύβευμα μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης θέτει το πλαίσιο της πρόκλησης στο MusicPaper.gr.


Πόσο επίκαιρος είναι στις μέρες μας ο «Δημήτρης Ζερβουδάκης» της δεκαετίας του ’80;

Αυτό θα το κρίνετε εσείς. Εμείς κάνουμε αυτά που κάνουμε ξεκινώντας τη συζήτηση με τον εσώτερο εαυτό μας και από εκεί και μετά κάπου θα ταυτιστούμε στο δρόμο μέσα από ένα δικό σας βίωμα, ο καθένας, χώρια, με αυτό που προτείνουμε. Άρα, αν πραγματικά ισχύει αυτή η επικαιροποίηση του νεαρού –τότε- Δημήτρη με το τώρα είναι κάτι που θα καταγραφεί πάλι από το κοινό. Στο μέτρο που μπορώ να μιλήσω σε προσωπικό επίπεδο, σαφώς και με αφορά αλλιώς και δεν θα το έκανα. Δεν θα ξεκινούσα τη διαδικασία αν δεν ήξερα πως μέσα σε αυτό δεν υπάρχει κάτι που να προβάλλεται στις μέρες μας ως επίκαιρο.

 

Ο τίτλος της νέας σας δουλειάς, θα είναι «Ζωής Παιχνίδια», τα οποία είναι μοιραία ή αναγκαία;

Καταρχάς, είναι τυχαία. Η σύμπτωση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στην ύπαρξή μας, στη ζωή μας και ακόμα και στο φευγιό μας. Αναγκαία, ναι, είναι και αναγκαία. Εξαρτάται τι κρύβεται πίσω από τη λέξη «αναγκαίο». Κρύβεται η ανάγκη ή κάτι από το οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις. Το μοιραίο -από την άλλη- έχει ένα γάρμπος ποιητικό, αλλά σαν φιλοσοφική στάση, καλό είναι να το αναλύει κανείς. Τι είναι το μοιραίο; Μοιραία μπορεί να είναι μία γυναίκα για έναν άντρα, αλλά και μοιραία μπορεί να είναι μία κακή στιγμή που μπορεί να τύχει στον καθένα οπουδήποτε. Θεωρώ ότι δεν είναι όλα γραμμένα. Ένα μεγάλο κομμάτι το ορίζουμε και εμείς, να το πιστεύουμε, επιτέλους.

 

Ποια είναι τα συστατικά της νέα σας δουλειάς;
Στίχοι και μουσική ανήκουν σε εμένα. Η ιδέα προέκυψε από ένα ημερολόγιο που τήρησα για περίπου δέκα χρόνια, από το 1984 έως 1994. Στη συνέχεια οργανώθηκε όλη αυτή η ποσότητα του λόγου που υπήρχε σε αυτό το ημερολόγιο. Ένα κομμάτι τουλάχιστον. Οργανώθηκε μέσα από μία προσέγγιση που έκανε η συνεργάτης μου τα τελευταία χρόνια, η Σοφία Γεωργαντζή. Της έδωσα ένα κομμάτι από τα γραπτά, μπας και βρει εκεί κάτι ενδιαφέρον για να βάλει μουσική. Μου το έφερε πίσω λέγοντας μου ότι αυτό το υλικό δεν μπορεί να το αγγίξει η ίδια θεωρώντας πως είναι κάτι πολύ δικό μου, αλλά μου ζήτησε την άδεια να ασχοληθεί λιγάκι ακόμη μαζί του. Αυτό κράτησε κάποιους μήνες και ήρθε κάποια στιγμή και μου παρουσίασέ το κείμενό μου, αλλιώς. Χωρισμένο σε ενότητες, με συγκεκριμένες προτάσεις ως επικεφαλίδες των ενοτήτων, αλλά που χώριζαν καταστάσεις ζωής, ουσιαστικά. Προσπάθησε να διαγ
νώσει, το τι έλεγα εγώ εκείνα τα χρόνια. Γιατί έχουμε και μία γενιά διαφορά μεταξύ μας. Είδα, λοιπόν, το πως πιθανόν να με αντιλαμβάνεται μία άλλη νεότερη γενιά και ίσως αυτό να ήταν και ένα στοιχείο που με αφύπνισε και να έχω καταλάβει πως όλο αυτό που είχα γράψει εκεί μέσα επικαιροποιείται στις μέρες μας. Αλλά, αλίμονο, πιστεύω πως ο λόγος κάθε νέου σε κάθε εποχή, όταν αρθρώνεται, είναι τόσο σπουδαίος που εμπεριέχει την κλασσική του διάσταση μέσα στα χρόνια. Οπότε, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να αντιμετωπίσω κι εγώ τις δικές μου ερινύες. Τι από όλα αυτά ήταν συστατικά της ζωής μου και πόσα από αυτά τελικά πρόδωσα. Τα άφησα με επιμέλεια στο κλειστό καπάκι και θεώρησα πως καθάρισα μαζί τους.

 

dimitris zervoudakisΆρα, το ημερολόγιο επέστρεψε για να ζητήσει απαντήσεις από εσάς…

Το ημερολόγιο έφτασε ξανά σε εμένα από τα χέρια της κόρης μου και αυτό έχει μία ακόμη σημασία προσωπική. Το βρήκε κάπου καταχωνιασμένο στο σπίτι και μου το ‘φερε. Στη συνέχεια μπήκα σε μία διαδικασία να απαντήσω στο Δημήτρη. Δεν γινόταν αλλιώς. Μου ζητούσε επιτακτικά «ότι εσύ τα έλεγες αυτά. Τώρα τι συμβαίνει; Είπες και ξείπες;» Δημιούργησα και μια προβολή στον δικό μου το μέλλον το από εδώ και πέρα. Ξαφνικά ένιωσα μια ανάγκη να κάνω και μια συζήτηση και με τον δικό μου τον πατέρα που δεν μπόρεσα να την κάνω. Τα λέω όλα αυτά παραβολικά και συμβολικά, και ίσως να διαμόρφωσα μια συναισθηματική εικόνα για τον δίσκο. Επίσης, όμως μου βγήκε μια μεγάλη ανάγκη να δημιουργήσω ένα ηχητικό αποτύπωμα της εποχής μου. Όλα αυτά που σαν παιδάκι με έχουν χαρακτηρίσει. Παράλληλα, σαν νέο άνθρωπο αλλά και τώρα. Υπάρχει ένα ιδιαίτερο ηχητικό στιγμιότυπο, ντοκουμέντο, όπου γυρίζω επί πολλές μέρες και ηχογραφώ τη Θεσσαλονίκη. Θα ακούσετε λοιπόν, τη «ζωντανή» πόλη. Και μέσα από αυτό προκύπτει και το «Τραγούδι της Θεσσαλονίκης», όπου μιλάει για τη γενιά μου μέσα από τις απώλειες της κυρίως και με τα όποια κέρδη της.

 

Σε ποιο βαθμό οι μουσικοί σας συνεργάτες και όσοι συμμετείχαν καθόρισαν το τελικό αποτέλεσμα;

Όποιοι συμμετέχουν στο δίσκο είναι και οι ίδιοι δημιουργοί. Μου έδωσε πολύ μεγάλη χαρά και συγκίνηση αυτό γιατί είναι πολύ σημαντικό. Έσπευσαν να συνδράμουν. Μέσα στα χρόνια είχα συνεργαστεί με άλλους φίλους ομότεχνους, αλλά επειδή δεν μου αρέσει να μασάω τα λόγια μου κάθισα και αναρωτήθηκα με ποιους είμαι φίλος. Όχι αυτοί με εμένα, αλλά με ποιους είμαι εγώ φίλος. Που καταγράφεται η δική μου απουσία και ίσως ανεπάρκεια; Ένιωσα, λοιπόν, την ανάγκη να απευθύνω σε ένα - δυο ανθρώπους που τόσα χρόνια τους είχα στην καρδιά μου, ίσως και χωρίς να το ξέρουν και οι ίδιοι. Ο πρώτος ήταν ο Χάρης Κατσιμίχας. Αρχικά, περισσότερο είχα επιθυμία να λάβει μία γνώση της δουλειάς, αλλά και απλώς να τον συναντήσω γιατί είχα πολλά χρόνια να τον δω. Ήρθε, λοιπόν, στο στούντιο για παρεάκι. Αυτό όμως που προέκυψε στην συνέχεια, το όρισε ο ίδιος. Διάλεξε να κάνουμε μαζί ένα ντουέτο σε ένα τραγούδι και πήρε πάνω του μια αφήγηση. Η στήριξή του ήταν συναισθηματική και γλυκιά. Ο Χάρης Κατσιμίχας έχει μια σοφία και μία αμεσότητα σε αυτό που αποπνέει. Βασανισμένη ψυχή, αλλά άνθρωπος. Ήταν ένα δώρο ζωής για εμένα, από αυτόν τον άνθρωπο.

Στη συνέχεια απευθύνθηκα στον Χρήστο Θηβαίο, τον οποίο και φανταζόμουν ότι τον άκουγα μέσα σε ένα τραγούδι. Με τον Χρήστο μας συνδέει το ίδιο άρωμα ελευθεριασμού, αλητείας και τρέλας. Η αντίδραση του ήταν ότι «εγώ αν είχα αυτό το τραγούδι δεν θα στο έδινα!». Μας χάρισε μια ερμηνεία πολύ ψυχωμένη, δυνατή. Έδωσε πνοή στο τραγούδι. Και οι δυο τους, λοιπόν, συμμετείχαν δημιουργικά σε αυτό που πρότεινα. Έβαλαν όμως τα δικά τους μελίσματα και αυτό είναι που κάνει τα πράγματα διαφορετικά. Εννοείται πως τραγουδάει και η Σοφία Γεωργαντζή, την οποία θα την ακούσετε αλλιώς, κοντά σε αυτό που έχει προτείνει, αλλά πιο «ανοικτή καρδιά». Έχει και αυτή ένα σημείο μιας μικρής αφήγησης. Τραγουδάει και η 6η τάξη του Δημοτικού Σχολείου στο οποίο ήταν η κόρη μου (πριν δυο χρόνια), στο Μεσημέρι Θεσσαλονίκης. Υπό την καθοδήγηση του δασκάλου τους, Νίκου Βαζάκα.

 

Dimitris Zervoydakis 2Συμμετέχει η βασική ομάδα μουσικών με τους οποίους συνεργαζόμαστε.
Ο Θάνος Κολοκυθάς, ο οποίος έχει την ευθύνη στο ξεκίνημα των ενορχηστρώσεων. Έδωσε και πρότεινε το στίγμα που θα πάρουν τα κομμάτια. Εγώ του έδωσα μια δικιά μου εργασία σε ό,τι αφορά τα τραγούδια, αλλά αυτό το κάτι παραπάνω το έκανε ο Θάνος και του αξίζουν τα εύσημα. Στη συνέχεια, όποιος μουσικός συμμετείχε από την παρέα, το έπραξε το ίδιο δημιουργικά, όπως και ο Θάνος. Γιατί παίζουμε μαζί. Γνωριζόμαστε μουσικά.
Ο Δημήτρης Οικονομίδης μπήκε και ενασχολήθηκε επισταμένα εναρμονίζοντας το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, που είναι ορχηστρικό, ενώ ό,τι έχει παίξει στο πιάνο είναι δικές του ιδέες και ήρθαν σε ώσμωση με ό,τι δημιούργησε πριν ο Θάνος.
Ο Νίκος Παπαδόπουλος ανέλαβε όλη τη βαριά δουλειά της ηχοληψίας, ως εξαιρετικός ηχολήπτης και μοιράζομαι την παραγωγή μαζί του στα ίσια, είναι συμπαραγωγός μου σε αυτή τη δουλειά. Και βέβαια, ό,τι σπρώχνει το υλικό αυτό προς το ροκ της ψυχής μου το έχει παίξει ο Νίκος. Στα τύμπανα ο Θανάσης Αρχανιώτης, ο οποίος πλέον με τα χρόνια έχει ένα δικό του τρόπο παιξίματος, που είναι ιδιαίτερα μελωδικός στο πως αντιλαμβάνεται τα τύμπανα και όταν χρειαστεί έχει και το δυνατό χτύπημα. Έχουμε ένα στιγμιότυπο μαζί, είναι ένας αυτοσχεδιασμός στα τύμπανα, όπου εγώ απαγγέλω κάτι.
Ο Παναγιώτης Κουτσούρας ανέλαβε κι αυτός ενορχήστρωση σε ένα καθαρόαιμο λαϊκό τραγούδι, χασάπικο, όπως μου αρέσουν τα λαϊκά, που τα ποθώ, τα αγαπώ. Δεν αλλάζει αυτό και δεν αναιρεί τη ροκ πλευρά μου. Είναι μέσα στην ψυχή μου. Όποιοι θεωρούν ότι πιθανόν να μην έχω στίγμα, είναι υπό συζήτηση, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν πολλά συστατικά μέσα μας και όσο και αν λοξοκοιτάξεις δεν μπορείς να κλείσεις τα μάτια στο τρίχορδο μπουζουκάκι ή στο μεγαλείο του Βαμβακάρη και του Τσιτσάνη. Από την άλλη υπάρχει η γενιά μου που δέχτηκε και το οικουμενικό μήνυμα της υγιούς ροκ, όχι αυτής του θεάματος. Υπάρχει έντονα και η αγάπη για τη δημοτική μουσική. Ο Παναγιώτης έχει παίξει επίσης λαούτα και μπαγλαμαδάκια. Είναι η προμετωπίδα που περιλαμβάνει το βασικό άρωμα των τραγουδιών.
Έχουμε μια καινούργια έλευση, έναν παλιό φίλο, τον Στέλιο Γαργάλα, ο οποίος έχει παίξει εξαιρετικά στο δίσκο και πρότεινε πολλά κι αυτός πάνω στην ενορχήστρωση.
Επίσης, είναι κοντά μας ένας νέος μουσικός, ο Διονύσης Θεοδόσης. Είναι πάρα πολύ καλός και έχει στιγματίσει τη δουλειά. Έχει κάνει τρεις συμμετοχές, έχουμε μαζί έναν βυζαντινό και δημοτικό μαζί διάλογο, μία εξαιρετική στιγμή, η οποία ήταν η επιβεβαίωση ότι καλά κάνω και ασχολούμαι τόσα χρόνια με την υπόθεση της τραγουδοποιίας και της μουσικής.
Τέλος, ο κ. Βαγγέλης Καρύπης με τις μαγείες του είναι στα κρουστά. Δεν γίνεται να λείπουν αυτοί οι άνθρωποι.

 

Πως θα γίνει η κυκλοφορία του cd;

Η δουλειά θα κυκλοφορήσει ανεξάρτητα και θα εκδώσουμε 500 αριθμημένα αντίτυπα. Πρόκειται για ένα βιβλίο - cd με 60 σελίδες, όπου εκεί υπάρχουν οι στίχοι και σε κάθε στίχο αντιστοιχεί μια ζωγραφιά ενός εξαιρετικού καλλιτέχνη που ζει στη Θεσσαλονίκη, του Γιάννη Γροίδη. Έχει δημιουργηθεί μία ατμόσφαιρα μέσα στο βιβλίο. Υπάρχουν φυσικά και τα σημειώματα. Ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία –τρόπο τινά- να μπει μαζί μας μέσα στο στούντιο. Σαν πόνημα θεωρώ το χρωστούσα στον εαυτό μου. Δεν έχει σημασία τελικά πόσο δύσκολα έχεις καταφέρει ό,τι έχεις καταφέρει. Κάποια στιγμή χρειάζεται να επιστρέψεις πίσω στην πηγή, να διαχειριστείς αυτό που σου χαρίστηκε με σεβασμό και να γυρίσεις κάτι πίσω, ανταποδοτικά. Σε αυτούς τους καιρούς φθήνιας και εκφασισμού της ζωής μας, είναι πολύ σημαντικό για όλους τους καλλιτέχνες να μη φοβηθούν και να αναζητήσουν πιο ουσιαστικά τη βαθιά τους ουσία. Εγώ αυτό επιχειρώ με αυτή τη δουλειά.

 

Υπάρχει εκδίωξη του λόγου σήμερα;

Εάν ξεκινήσουμε από το βιασμό της γλώσσα μας η εκδίωξη ξεκινάει από εκεί. Με αυτά που βλέπω να μαθαίνουν τα παιδιά μου στο σχολείο, εγώ βγαίνω εκτός πραγματικότητας. Είναι σαν να μη μιλάω και είναι βαριές οι απώλειες της γλώσσας μας. Ναι, ίσως και αυθαίρετα να μπορούμε να πούμε ότι από εκεί ξεκινάει ένας διωγμός στη γλώσσα, άρα υπονομεύεται η ελευθέρια του λόγου. Από την άλλη τι να κρίνει κανείς; Η επίθεση που δεχόμαστε στην αισθητική μας υποδαυλίζει την κοινωνία συνολικά. Πιστεύω, ότι δεν πρόκειται για ανακάλυψη δική μας, αλλά της εξουσίας, που την ασκεί πολύ μεθοδικά, γι’ αυτό και υπάρχει η επέλαση του κιτς στη «νέα Ελλάδα». Έχουμε εγκαταλείψει με ευκολία παμπάλαιές αξίες για να τις αντικαταστήσουμε με το «πλαστικό».

 

* Παρακάτω ακούστε αποκλειστικά στο MusicPaper.gr ένα από τα τραγούδια που θα βρίσκεται στο νέο του δίσκο.