Οι «ώρες πτήσης» της σε όλο τον κόσμο είναι όσων δέκα υπουργών Εξωτερικών μαζί. Η ακτινοβολία της παγκόσμια προτού μπουν στη ζωή μας οι περιβόητοι όροι της «παγκοσμιοποίησης» και του «παγκόσμιου ιστού». Η φωνή της φορέας πολιτισμού και σύμβολο άνευ μάρκετινγκ και λοιπών διαφημιστικών τεχνασμάτων. Συμπλήρωσε 50 χρόνια στα μουσικά χαρακώματα, πάντα πρώτη γραμμή, κι όμως ακόμα το βλέμμα της είναι «στις όμορφες μέρες που δεν έχουμε ζήσει ακόμα». Συναντηθήκαμε και συζητήσαμε, περισσότερο σταχυολογήσαμε μνήμες της πορείας της, εν μέσω προβών για την επικείμενη επετειακή της συναυλία στο Ηρώδειο στην οποία θα συμμετέχουν φιλικά ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Έλλη Πασπαλά και η Σαβίνα Γιαννάτου.

Ξεκινώ με μια ευτυχή σύμπτωση: Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1966 -τη ίδια, δηλαδή, ημέρα που γιορτάζετε τα 50 χρόνια σας στο Ηρώδειο- στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» αρ. 649, στην Ολυμπία Καράγιωργα και στη στήλη «Το κορίτσι της εβδομάδας» δημοσιεύτηκε η πρώτη σας συνέντευξη: «Παίζεις πιάνο, Μαρία; Τα χέρια σου…» ήταν η πρώτη ερώτηση... Παίζετε ακόμα πιάνο κα Φαραντούρη;
Όχι. Έκανα μόνο τότε μαθήματα με δασκάλα στο σπίτι για να μπορώ να διαβάζω τις νότες και τους ρυθμούς καθώς μου ήταν απαραίτητο ως τραγουδίστρια. Το να είσαι πιανίστρια σημαίνει καθημερινή εξάσκηση κάτι που εγώ δεν μπορούσα να κάνω με τα συνεχή μου ταξίδια και την ερμηνευτική μου πορεία.

 

Το 1966, επίσης, ο Ρώσος μουσουργός Αράμ Ίλυτς Χατσατουριάν, σας είχε ζητήσει να μείνετε στη Μόσχα για μουσικές σπουδές. Εσείς επιλέξατε να ακολουθήσετε τον Θεοδωράκη στο μεγάλο του μουσικό ταξίδι. Αν μένατε, θα μπορούσαμε σήμερα να συζητάμε για μια παγκόσμια τραγουδίστρια κλασικού ρεπερτορίου;
Θα σπούδαζα, θυμάμαι, μέτζο σοπράνο στο ωδείο Τσαϊκόφσκι. Δεν με ενδιέφερε όμως να κάνω καριέρα ως κλασική τραγουδίστρια Κι ο Μίκης άλλωστε ήθελε να με κρατήσει κοντά του. Έλεγε: «αργότερα, αργότερα. Τώρα θέλω να φοιτήσει στο δικό μου σχολείο».. Με ενδιέφερε περισσότερο να είμαι δίπλα στον Μίκη, ένιωθα ασφαλής κοντά του, ήθελα να τραγουδώ τα τραγούδια του.

Τα μάχιμα πρωτίστως τραγούδια του...
Όχι στην αρχή, αργότερα έγιναν «μάχιμα». Στην αρχή τραγουδούσα τα ερωτικά του τραγούδια. «Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν», ας πούμε, ήταν ένα ελεγειακό λυρικό τραγούδι που περιγράφει τον έρωτα ανάμεσα σε δύο κρατούμενους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και είναι καλό να τα υπενθυμίζουμε αυτά σήμερα που η νεολαία είναι ανιστόρητη και δεν γνωρίζει τι σημαίνει χιτλερικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Κάποιοι, βέβαια, τους θέλουν έτσι, ανιστόρητους. Δημιουργούν φόβητρα. Φτιάχνουν π.χ. το σκιάχτρο του μετανάστη, ως ο υποδεέστερος, το κτήνος... Ρωτάνε όμως κατάμουτρα τον εαυτό τους ποιοι είναι αυτοί; Κανείς δεν κάνει αυτοκριτική.

 

Από όλον το τεράστιο πλούτο αναμνήσεών σας, θα ήθελα, έτσι ενδεικτικά, να σταθούμε σε τρία ονόματα, αρχής γενομένης τιμής ένεκεν, από την Έλλη Νικολαΐδη, τη δασκάλα σας.
Σπουδαία γυναίκα, με έχει σημαδέψει. Αναλάμβανε όλα τα χορωδιακά των έργων του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι. Θυμάμαι που κοριτσάκι εγώ παρακολουθούσα τις παραστάσεις του Εθνικού με τον Μινωτή και την Παξινού και η Νικολαΐδη είχε αναλάβει τα τραγούδια του χορού – η Παξινού στο διάλλειμά της, θυμάμαι, για να χαλαρώσει πήγαινε σε μια σκαλίτσα και έπλεκε!- Τι ωραίος άνθρωπος η Έλλη!

Beatles...
Τους συναντήσαμε μαζί με το Κυριάκο Σφέτσα, το 1968 στο Λονδίνο. Τους παίξαμε τραγούδια του Θεοδωράκη και συζήτησα μαζί τους για τον ερχομό τους στην Ελλάδα την προηγούμενη χρονιά. Με ρωτούσαν για το πολιτικό σκηνικό στη χώρα μας, τους είπα για τον Μίκη ότι είναι στη φυλακή και ότι πρέπει να κάνετε μαζί του ένα τραγούδι. Είχα ένα δέος απέναντί τους, όμως θυμάμαι την απλότητά τους.

 

Πάμπλο Νερούδα...
Ένας γλυκός άνθρωπος και πολύ ευαισθητοποιημένος. Ήθελε να παρουσιάσουμε στη Χιλή το «Canto General» παρουσία του Σαλβαδόρ Αλιέντε όμως αυτή η συναυλία δεν έγινε ποτέ καθώς το προηγούμενο βράδυ στο Μεξικό, όπου ήμασταν με τον Θεοδωράκη για συναυλίες, πληροφορηθήκαμε για το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Τελικά η συναυλία έγινε στην Κούβα όπου μας φιλοξένησε ο Κάστρο.

 

Ποιο είναι το συναίσθημά σας όταν κάνετε αναδρομή στο παρελθόν; Αισθάνεστε ότι όλα αυτά τα έχετε ζήσει ή ότι αφηγείστε τη ζωή ενός άλλου;
Αυτά είναι ανεξίτηλα. Δεν μπορείς να τα αφαιρέσεις από μέσα σου, αλλά και δεν μπορείς να τα φέρνεις στο προσκήνιο κάθε μέρα. Για να μπορέσεις να έχεις παρόν και μέλλον πρέπει να βλέπεις τα καινούρια, να συνδέεις το παρελθόν με το σήμερα. Και με όση δύναμη μου μένει και η φωνή μου αντέχει, το κύριο μέλημά μου είναι να μεταφέρω την ελληνική μουσική στον κόσμο γιατί η μουσική μας πιστεύω οτι έχει οικουμενική αξία. Να γίνω φορέας με τη φωνή μου να ταξιδέψουν σε όλο τον κόσμο το δημοτικό μας τραγούδι τα ηπειρώτικα, τα σμυρναίικα, τα θρακιώτικα. Να βοηθήσω νέους μουσικούς από όλο τον κόσμο να συνεργαστούν πάνω στις ελληνικές ρίζες. Να δώσουμε όλοι μαζί την παγκόσμια διάσταση της ελληνικής μουσικής εκτός από τον «Ζορμπά» και το συρτάκι. Η νέα γενιά των Ελλήνων μουσικών είναι τρομερά ταλέντα με σπουδαίο ήθος. Και με στενοχωρεί αφάνταστα το επαγγελματικό τους μέλλον. Σκέφτομαι όσο μπορώ να επηρεάσω τους εδώ κυβερνώντες να ανοίξουν ένα δημιουργικό σχολείο πολιτισμού για αυτά τα μεγάλα μουσικά ταλέντα ώστε να μην φεύγουν για βιοποριστικούς λόγους μόνιμα στο εξωτερικό. Να τους μιλήσω για τη μοναξιά και τα προβλήματά τους, όσο μπορώ να τους ευαισθητοποιήσω. Φεύγουν όλοι οι νέοι μας άνθρωποι. Οι νέοι μας επιστήμονες, οι νέοι μας καλλιτέχνες. Ή μάλλον δεν φεύγουν. Τους διώχνουμε. Είναι απαράδεκτο.

Υπήρξατε και εσείς για τέσσερα χρόνια (1989-1993) μετά από πρόταση του Ανδρέα Παπανδρέου, βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να ασχοληθείτε εκτός από το πολιτικό τραγούδι και με την πολιτική;
Ήταν τότε περίοδος μεγάλης πολιτικής πόλωσης, οδηγούμασταν στον διχασμό. Έβλεπα ότι ήταν αθώος (όπως μετά και αποδείχτηκε) ο Παπανδρέου, παρ' όλες τις ευθύνες του -όλοι οι πολιτικοί όταν κυβερνούν έχουν ευθύνες και κάνουν και λάθη-. Μπήκα, λοιπόν, επηρεασμένη από αυτό το πολιτικό σκηνικό πάντα όμως με πυξίδα ότι δεν ήμουν επαγγελματίας πολιτικός, ήξερα ότι θα φύγω. Γιατί εμείς οι καλλιτέχνες γνωρίζουμε καλά πως η μεγαλύτερη δύναμή μας είναι το τραγούδι μας, οι συναυλίες μας και αυτό που συμβολίζουμε.

Σήμερα που υπάρχει εξ' ίσου μεγάλη κοινωνικοπολιτική πόλωση, αντίστοιχη πρόταση θα γινόταν αποδεκτή από την πλευρά σας;
Όχι. Προτιμώ να παρεμβαίνω μέσω των συνεντεύξεων και των δηλώσεών μου και κυρίως μέσω των συναυλιών μου σε όλο τον κόσμο.

Είστε κυριολεκτικά παγκοσμίου φήμης τραγουδίστρια και ταυτόχρονα διαπιστώνω και ιδίοις όμμασι την απλότητα και καταδεκτικότητά σας, ενώ άλλοι, με το 1/10 των όσων έχετε πετύχει, παρουσιάζουν μια υπέρμετρη αλαζονεία. Τι ή ποιος είναι αυτός που όλα αυτά τα χρόνια σας κρατά τόσο «προσγειωμένη»;
Έτσι με έμαθε ο Μίκης από παιδί συν το γεγονός ότι είχα δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω ασθένειας, με νοσοκομεία κτλ. Η άμυνά μου απέναντι σε αυτή τη δυσκολία της υγείας μου ήταν η αγάπη μου και το πάθος μου για τη μουσική. Η σχέση μου, λοιπόν, με τη μουσική είναι υπαρξιακή. Άρα όταν έχεις αυτό μέσα σου που σε κρατάει δεν χρειάζεσαι να υποκριθείς κάτι άλλο. Είμαι αυτή με τα προτερήματα και τα ελαττώματά μου. Αυτή είναι η αλήθεια μου. Και αν δεν έχεις αλήθεια η τέχνη σου σε ξεβράζει.

Συνεχίζετε με αμείωτη ένταση να ταξιδεύετε στο εξωτερικό για συναυλίες. Ποια είναι η εικόνα της Ελλάδας εκεί;
Εξαρτάται από τα κάθε λογής συμφέροντα. Αν οι εφημερίδες θέλουν να χτυπήσουν την Ελλάδα γράφουν αρνητικά εξυπηρετώντας άλλους σκοπούς. Υπάρχει όμως ένα σταθερό κοινό που αγαπάει και στηρίζει την Ελλάδα χωρίς να επηρεάζεται, ένα κοινό που ξέρει ότι περνάμε δύσκολα.

Στο Ηρώδειο, όπως ανακοινώθηκε, θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά, η λυρική σουίτα του Μίκη Θεοδωράκη με τίτλο «Poetica», σε ποίηση Διονύση Καρατζά και Γιάννη Θεοδωράκη, μέσα από την ενορχηστρωτική ματιά του Τάκη Φαραζή. Μιλήστε μου για αυτό το έργο.
Πρόκειται για ένα έργο του Θεοδωράκη που είχε εκδωθεί στο εξωτερικό. Το ονομάσαμε για τη συναυλία «Άγιος ο έρωτας», εντάξαμε σε αυτό και τη «Φαίδρα», και θα το παρουσιάσουμε ως τριφωνία μαζί με την Πασπαλά και την Γιαννάτου. Θα υποστηριχτεί με ένα κουαρτέτο εγχόρδων, με κιθάρα και κρουστά σαν ένα είδος worldmusic.


Κλείνοντας, ποιος στίχος μπορεί να εκφράσει την πενηντάχρονη πορεία σας;
«Τις πιο όμορφες μέρες δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα», ο στίχος του Ναζίμ Χικμέτ. Αυτό ήταν και είναι το μότο μου και για το σήμερα. Περνάμε δύσκολες μέρες αλλά η ιστορία πάντα αλλάζει. Χρειάζεται ψυχραιμία και ελπίδα. Ο ένας να αγκαλιάζει τον άλλο. Γιατί το πρόβλημα του ενός αφορά και τον άλλο.