Ο Νίκος Δερβίσης γεννήθηκε στην Λευκάδα πριν είκοσι πέντε χρόνια, αγάπησε από πολύ νωρίς την μουσική και ασχολήθηκε μαζί της μέσα από κάποια γυμνασιακά συγκροτήματα αν και χωρίς να έχει τις οποιεσδήποτε – εξειδικευμένες ή μη – γνώσεις για αυτήν αλλά σπούδασε γραφιστική, πράγμα που όχι μόνο τον οδήγησε σε αυτό που μέχρι στιγμής είναι το βιοποριστικό του επάγγελμα αλλά και του έδωσε την ευκαιρία να καλλιεργήσει και να εξελίξει και την κλίση και το ταλέντο του στην ζωγραφική.

 

Το πάθος όμως γα την μουσική όχι μόνο δεν τον εγκατέλειψε ποτέ αλλά γινόταν όλο και ισχυρότερο με αποτέλεσμα να συνεχίσει να το καλλιεργεί αλλά εξ’ ολοκλήρου μόνος του πλέον και με κατάληξη το ντεμπούτο album του που κυκοφόρησε πέρυσι για να το ακολουθήσει εφέτος ακόμα ένα, αμφότερα από την Inner Ear και με το ψευδώνυμο Kid Flicks το οποίο ήδη χρησιμοποιούσε στις γραφιστικές του δουλειές.

Αυτή θα μπορούσε να είναι η σύνοψη του «επίσημου» βιογραφικού του Kid Flicks, ως γνωστόν όμως τα επίσημα βιογραφικά συνήθως – και μάλλον αναγκαστικά...- παραλείπουν τα πλέον ουσιαστικά για τον βιογραφούμενο πράγματα. Στην δική του περίπτωση αυτό σίγουρα είναι ότι από πολύ νεαρή ηλικία έχει υποβληθεί – και συνεχίζει να το κάνει – σε ψυχανάλυση, κάτι που, όπως λέει ο ίδιος, «όχι μόνο δεν το κρύβω όπως άλλοι μα αντίθετα είμαι υπερήφανος για αυτό».

 

Και η καθοριστικότατη σημασία που είχε και έχει το γεγονός αυτό για εκείνον φαίνεται ήδη από την απάντηση του σε μιαν απλούστατη, τυπική σχεδόν ερώτηση όπως το κατά πόσον η καταγωγή του από τα – με τόσο πλούσια πολιτισμική και πνευματική παράδοση λόγω του ότι αντί Τουρκοκρατίας υπέστησαν την κυριαρχία των Βρετανών – Επτάνησα και πιο συγκεκριμένα το ότι είναι Λευκαδίτης έχουν συνετελέσει στην διαμόρφωση της δημιουργικής προσωπικότητας του η οποία μετατρέπεται ταχύτατα σε ένα αληθινό και ουκ ολίγον συναρπαστικό stream of consciousness!

 

«Σίγουρα αλλά δεν μπορώ να ελέγξω το πως λειτουργεί αυτός ο παράγοντας... Στην Λευκάδα πάντως έχω μιαν άνεση και δουλεύω πολύ μεθοδικά ενώ στην Αθήνα πολύ συχνά φρικάρω και αγχώνομαι και καθώς βυθίζομαι στις... φρίκες μου γίνομαι αντιπαραγωγικός. Στην Αθήνα τελευταία με ενοχλεί ο συνδυασμός σπίτι/χώρος εργασίας και αυτό είναι πολύ κακό γιατί δεν μπορώ να δουλέψω, κάτι που με βασανίζει. Οταν δουλεύω σωστά – κάτι που είναι, ας πούμε, ένα ωραίο 6ώρο για εμένα - το σπίτι γίνεται... μπουρδέλο, όταν το ξανακάνω σπίτι δεν μπορώ να καθίσω να δουλέψω. Τότε καμιά φορά, για να κουλάρω λίγο, καταφεύγω σε πρόχειρες λύσεις για χαλαρή μεν αλλά ουσιαστική δουλειά όπως σε σπίτια φίλων, ή της κοπέλας μου, καφετέριες, ταξίδια, οπουδήποτε τέλος πάντων μπορώ να έχω ηρεμία και... μπρίζες! Σε αυτές τις φάσεις το μυαλό μου είναι εκατό τοις εκατό συγκεντρωμένο, είμαι τελείως αποκομμένος από τον χώρο γιατί δεν έχω την ευθύνη του και έτσι - τις περισσότερες φορές - μιξάρω ή επεξεργάζομαι μέρη τα οποία έχω ήδη ηχογραφήσει.

 

Στην Λευκάδα πάλι παίζει μια παράξενη φάση, ενώ έχω ένα όμορφο «επαρχιακό» σπιτάκι στο βουνό για κάποιον ηλίθιο λόγο το βλέπω αποκλειστικά σαν χώρο εργασίας και μπορώ να δουλεύω για ατελείωτες ώρες χωρίς να με νοιάζει το να πάω για μπάνιο ή ακόμα και το να δω τον ήλιο (κάτι που τον μισό χρόνο μισώ, έτσι κι αλλιώς) και συνήθως περνάω όλη την ημέρα εκεί βγαίνοντας μόνο το βράδυ. Στην Αθήνα το σπίτι είναι φουλ από βιβλία, DVD, περιοδικά, κάθε είδους μαλακίες που με αποσπουν  ενώ το δωμάτιο μου στην Λευκάδα έχει μόνον ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα κομοδίνο, έναν καλόγερο και ένα φωτιστικό. Την περασμένη εβδομάδα που πήγα ξανά εκεί όλα πληνκρεβατιού και φωτιστικού πήραν πόδι και έφερα ένα τραπέζι ενώ έβαλα και έναν πίνακα μου στον τοιίχο (που όμως θα τον βγάλω γιατί με αγχώνει καθώς μπαίνω στην διαδικασία να σκέφτομαι ότι πρέπει να κάνω και άλλους και καλύτερους από αυτόν και δεν είμαι σε τέτοια φάση τώρα). Οπως καταλαβαίνεις λοιπόν κάθε φορά που πάω Λευκάδα κουβαλάω πολύ πράγμα και δεν έχω καν αυτοκίνητο πλέον»!

 

Ναι, ο Kid Flicks έχει πολλά ανοιχτά ζητήματα (με τον εαυτό του, πρώτιστα, αν όχι μόνο...) τα οποία όχι απλά δεν προσπαθεί να τα συγκαλύψει και να τα αποσιωπήσει αλλά τουναντίον υα τονίζει και με το παραπάνω και, κατά την γνώμη μου, αυτό ακριβώς είναι που τον κάνει τόσο ιδιοσυγκρασιακό και, κατά προέκταση, ενδιαφέροντα δημιουργό. Αν ο πρώτος του δίσκος «Hearts Of Gold» θα μπορούσε να περιγραφεί και να χαρακτηριστεί με τον τίτλο του κλασικού βιβλίου του Μενέλαου Λουντέμη «Ενα Παιδί Μετράει Τα Αστρα» ο δεύτερος, το πρόσφατο «By Typing «I Talk», You Don’t Talk», θα μπορούσε πολύ ωραία να φέρει τον υπότιτλο «Ενα παιδί γνωρίζει τον σημερινό κόσμο». Εναν πολύ σκληρό, αναίσθητο για τις μονάδες που αποτελούν το σύνολο, άρα ουσιαστικά και για το τελευταίο, σχεδόν άκαρδο κόσμο...Και δεν μασάει ούτε στο ελάχιστο τα λόγια του μιλώντας για τις αλγεινές εντυπώσεις και τα καθόλου όμορφα συναισθήματα που του προκαλεί αυτός ο κόσμος.

 

«Δεν ξέρω... Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ή μάλλον πότε το ένα και πότε το άλλο...», έρχεται η επιφανειακά αμήχανη αλλά επί της ουσίας ακριβέστατη απάντηση του όταν τον προκαλείς να μιλήσει για την μουσική του με «ζωγραφικούς» όρους, ρωτώντας τον αν θα την χαρακτήριζε παραστατική ή μη. «Και τί ακριβώς σημαίνει παραστατική;», περνάει στην επίθεση αμέσως μετά αιφνιδιάζοντας σε. Μα δεν είναι η ζωγραφική που προσπαθεί να αναπαραστήσει τον εξωτερικό, τον περιβάλλοντα κόσμο; «Βλέπω οτιδήποτε κάνω, είτε το θέμα ενός εικαστικού έργου μου είτε εκείνο ενός τραγουδιού μου, ως μιαν οντότητα.

 

Ολα τα δημιουργήματα είναι για εμένα οντότητες, υλικές ή και άυλες. Πάντα δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω την έννοια του υλικού αντικειμένου που εμπεριέχει ένα έργο τέχνης από το ίδιο το τελευταίο, το νόημα του. Αυτό μου συνέβαινε ας πούμε με τους δίσκους μου και το πράγμα έγινε ακόμα πιο περίπλοκο και δυσκολότερο όταν έρχισα να κάνω δικούς μου. Ακόμα με απασχολεί συχνά το ποιο ακριβώς είναι το αληθινό έργο, το CD, τα mp3 που έχω στον υπολογιστή μου ή μήπως αυτό το οποίο βρίσκεται μόνο στο μυαλό μου και στην ουσία δεν θα ακούσει ποτέ κανείς;», σε αποστομώνει κάνοντας μια διανοητική, ίσως ακόμα και φιλοσοφική υπέρβαση.

Πώς να χαρακτηρίσει λοιπόν την μοσική του ως αυτοπροσωπογραφία ή οποιδήποτε άλλο ζωγραφικό είδος όταν οι έννοιες είναι κάτι τόσο πολύ σχετικό για αυτόν; Θέλοντας και μη ίσως όμως γίνεται περισσότερο αποκαλυπτικός αν τον... στριμώξεις ρωτώντας τον ποια χρώματα θα κυριαρχούσαν στην παλέτα των ήχων του αν αυτοί ήταν όντως χρώματα σε έναν πίνακα του. «Ολα τα χρώματα, μ’ αρέσει και προσπαθώ να χρησιμοποιώ όλα τα χρώματα. Περισσότερο ίσως το λευκό που, έτσι και αλλιώς, περιέχει όλα τα υπόλοιπα αφού είναι η σύνθεση τους. Και λιγότερο από όλα μάλλον το μαύρο...». Οντως η μουσική του έχει μια έντονη «λευκή» απόχρωση... «Νομίζεις; Ναι, η μουσική μου φαίνεται χαρούμενη αλλά αυτό είναι μάλλον ένα προκάλυμμα για τους στίχους μου. Γιατί αυτό που κάνω στυς στίχους μου είναι να μιλάω για τις φοβίες μου, προσπαθώντας όμως ταυτόχρονα να τις κρατήσω «κρυφές». Μάλλον όμως πολύ σπάνια το καταφέρνω και τις περισσότερες φορές είναι κάτι περισσότερο και από ορατές. Ναι, με απασχολούν πάρα πολύ οι φοβίες μου... οι οποίες είναι και πολλές και έντονες! Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τον δεύτερο δίσκο μου στον οποίο οι στίχοι «κουβαλάνε» τόση πολλή μιζέρια ώστε πλέον μου είναι σχεδίν αδύνατο να τον ακούσω»!

Αφοπλιστική ειλικρίνεια; Ναι μεν αλλά ακόμα και αν δεν το έλεγε ο ίδιος το έργο του «μιλάει» από μόνο του κα λέει πολλά, πάρα πολλά. Το «By Typing «I Talk», You Don’t Talk» είναι ο αδιάψευστος ήχος του σχεδόν σμπαραλιάσματος ενός υπερβολικά ευάλωτου «είναι», ίσως ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα υπέρ του δέοντος ευαίσθητο «εγώ», με συχνά «παιδιάστικες» μελωδίες οι οποίες κάποτε αφήνουν και μιαν αίσθηση επιτηδεμένης αφέλειας αλλά όχι μόνο δεν «σκεπάζουν» μα αντίθεται αναδεικνύουν τους φόβους, τα άγχη και τις εμμονές που εμφορούν τις, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ανήσυχες και «ακαταχώρητες» ενορχηστρώσεις (στην πλειοψηφία τους το ηλεκτρονικά επεξεργασμένο αμάλγαμα μιας ευρύτατης γκάμας οργάνων η οποία ξεκινά από κιθάρες και μπάσο και φτάνει μέχρι μαντολίνο) και τα θραύσματα μιας τόοο πρόωρα κατακερματισμένης και πληγωμένης αθωότητας που ματαίως επιχειρούν να επανενωθούν στην – συνήθως αρκούντως παραμορφωμένη – φωνή κα φυσικά στους στίχους. Ενα σχεδόν εκκωφαντικά αυτο-αποκαλυπτικό primal scream μετουσιωμένο σε έναν χαμηλών μεν εντάσεων αλλά πολύ υψηλής συγκινησιακής φόρτισης και τελικά καθαρτήριο για το υποκείμενο του – και ταυτόχρονα μοναδικό αντικείμενο/θέμα του – ήχο...

 

Ο Kid Flicks είναι εξαιρετικά πολυσύνθετος διανοητικά και ψυχολογικά και, όπως είναι μάλλον επόμενο, αντίστοιχα σύνθετος και συνδυαστικός ως προς την μεθοδολογία της δουλειάς του, πληθωρικός ως προς τα μέσα και τις τεχνικές που μετέρχεται και αληθινά multimedia ως προς τις εκφραστικές οδούς του. Γι’ αυτό και, όπως κα κάθε sui generis δημιουργός, τα μόνα του φράγματα είναι εκείνα που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του. Ετσι, για παράδειγμα, αυτό τον καιρό «απέχει» κατά κάποιον τρόπο από την εικαστική πλευρά του καθώς ζωγραφίζει μεν αλλά αμέσως μετά σχίζει τα σκίτσα ή τα προσχέδια του γιατί, όπως λέι ο ίδιος, «απλά δεν είναι η προτεραιότητα μου την δεδομένη στιγμή». Αντίθετα γράφει νέα κομμάτια συνέχεια, από το πρωί μέχρι το βράδυ όταν έχει την ευκαιρία και μάλλον αυτό θα συμβαίνει αρκετά συχνά τις προσεχείς ημέρες καθώς την επομένη της συζήτησης μας θα πήγαινε ξανά στην Λευκάδα για την καθιερωμένη περίοδο της θερινής ανάπαυλας.

Πριν του ευχηθώ λοιπόν καλές διακοπές τον ρώτησα – περισσότερο χιουμοριστικά παρά σοβαρά – ποιος θα ήταν ο ένας και μοναδικός ήχος με τον οποίο θα «απέδιδε» το ελληνικό καλοκαίρι. «Μα τί άλλο από το τραγούδι των τζιτζικιών;», ήταν η άμεση, αυθόρμητη και δίχως καθόλου σκέψη απάντηση του και αυτή μου έδωσε μια λίγο παράξενη ιδέα, να του ζητήσω να κάνει ειδικά για το MusicPaper.gr και τους αναγνώστες του ένα σκίτσο αυτού ακριβώς του καλοκαιριού!

«Μα σου είπα, αυτό τον καιρό δεν ζωγραφίζω... Είχα όμως κάνει κάτι ανάλογο για το καλοκαίρι του ’10 και, παρ’ ότι έχουν περάσει τρία χρόνια, νομίζω ότι ισχύει, με εκπροσωπεί και με εκφράζει όσο και τότε, κρίνοντας από το πώς φανταζόμουν ότι θα εξελιχθούν τα πράγματα για εμένα και βλέποντας από τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν και την κατάληξη τους ότι σε γενικές γραμμές επιβεβαιώθηκα. Εχω κρατήσει αυτό το σχέδιο και μπορώ να στο στείλω αν θέλεις...».

Οφείλω να πω ότι αρχικά ήμουν μάλλον απρόθυμος καθώς δυσπιστούσα πολύ για το κατά πόσον ένα τόσο παλαιό σχέδιο θα μπορούσε να δείχνει το «που» βρίσκεται σήμερα αυτός ο ζωγράφος των ήχων ή μουσικός των χρωμάτων (ή μήπως πολύ απλούστερα κάποιος που ξέρει και μπορεί να αποκωδικοποιεί τόσο σωστά τα ερεθίσματα από τον έξω κόσμο που του δίνουν οι πέντε αισθήσεις του ώστε να (αντ)αποκρίνεται σε αυτά εκπέμποντας τα κατάλληλα κάθε φορά έσωθεν σήματα;). Οταν όμως το είδα αναγκάστηκα να παραδεχθώ ότι, για άλλη μια φορά, ο Kid Flicks είχε δίκιο...και πιστεύω ότι δεν θα διαφωνήσετε και εσείς μαζί μου!