«Τι ναι αυτό που το λέμε γυναίκα» θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος των παραστάσεων του Απόστολου Ρίζου, ένας από τους πιο χαρισματικούς εκπροσώπους της γενιάς του, ο οποίος για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά παρουσιάζει ένα θεματικό αφιέρωμα στο «πολύπτυχο γυναίκα» μέσα από τραγούδια της προσωπικής του αλλά και γενικότερης δισκογραφίας. Φέτος στο Σταυρό του Νότου Plus, προσκαλεί τέσσερις κυρίες: τη Λίνα Νικολακοπούλου, τη Ρίτα Αντωνοπούλου, τη Μαρία Παπαγεωργίου και την πρωτοεμφανιζόμενη Ειρήνη Σκυλακάκη για να πλαισιώσουν την «αντροπαρέα» των μουσικών και να επιχειρήσουν όλοι μαζί μια μουσική απάντηση στο αιώνιο ερώτημα...

Φωτογραφίες: Γιάννης Μαργετουσάκης

Από τη «Γυναίκα στον Πυρήνα» στο «καρέ της Ντάμας» στο Σταυρό του Νότου Plus. Περιέγραψέ μου αυτό το «ταξίδι». 
Η «Γυναίκα στον Πυρήνα» ήταν μια μουσική ιστορία στην οποία τοποθετήσαμε τη γυναίκα στο κέντρο: την είδαμε ως κόρη να ψάχνει το δρόμο της, τη συναντήσαμε ως σύζυγο και σύντροφο, τη θυμηθήκαμε ως προστατευτική μαμά, την αναζητήσαμε στην ομορφιά του κόσμου και τη βρήκαμε στα καμώματα της νύχτας για να καταλήξουμε ότι η γυναίκα είναι παντού και γύρω μας και εντός μας. Έννοιες όπως η αγάπη, η δύναμη, ομορφιά, αλλά και η ματαιοδοξία, η εξουσία, η απληστία. Το θηλυκό στοιχείο στις πιο βαθιές εκφράσεις του, στις πιο μοναχικές και δοτικές στιγμές του. Φαίνεται πως δεν μας έφτασε αυτό. Όσο προχωρούσαμε κι άλλα τραγούδια μας χτυπούσαν την πόρτα, μας φανερώνονταν κι άλλες πτυχές, νέες ιδέες προέκυπταν μετά από κάθε live. Έτσι φέτος στο Σταυρό του Νότου, προσκαλούμε τέσσερις διαφορετικές και υπέροχες γυναίκες, να είναι μαζί μας ώστε να προσφέρει η κάθε μια τη δική της ακτινοβολία, να μοιραστεί τη δική της εκδοχή γυναίκας – όχι ως πρόσωπο, αλλά ως προσωπικότητα που εκπροσωπεί ταυτόχρονα μια γενιά, μια ιδιότητα, μια διαφορετική μουσική και καλλιτεχνική έκφραση. Γι’ αυτό το λόγο όπως αντιλαμβάνεσαι και κάθε live θα είναι σε μεγάλο βαθμό διαφορετικό από τα άλλα, αντλώντας έμπνευση από την κάθε καλεσμένη. Το ονομάσαμε «καρέ της Ντάμας», υπονοώντας ταυτόχρονα τον αριθμό των καλεσμένων αλλά και την έννοια του “φωτογραφικού στιγμιότυπου” που θέλουμε να αποτυπώσουμε σε κάθε βραδιά. Να μην ξεχνάμε βέβαια ότι κάθε ντάμα στην τράπουλα είναι επίσης διαφορετική. 

Ας μιλήσουμε λίγο για αυτές τις κυρίες που θα σε συνοδεύουν.
Το εκλεκτό «καρέ της Ντάμας» απαρτίζουν κατά σειρά εμφάνισης, οι κυρίες Ρίτα Αντωνοπούλου – από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες της γενιάς μας και άνθρωπος σπάνιου ήθους – που θα την υποδεχτούμε στην πρεμιέρα των παραστάσεων, στις 15 Νοεμβρίου. Η Ειρήνη Σκυλακάκη, μια πολύ νεαρή, πρωτοεμφανιζόμενη τραγουδοποιός, της οποίας το πρώτο δείγμα δουλειάς που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε CD, ήταν για μένα η ευχάριστη έκπληξη του φθινοπώρου, θα είναι μαζί μας στις 22 Νοεμβρίου. Ακολουθεί η τραγουδοποιός Μαρία Παπαγεωργίου, που μας συνεπαίρνει πάντα με το μοναδικό τρόπο που ερμηνεύει επί σκηνής εντελώς διαφορετικά είδη τραγουδιών, στις 29 Νοεμβρίου. Θα κλείσουμε το «καρέ» στις 6 Δεκεμβρίου, με μια κυρία που απλά έχει ταυτίσει το όνομά της με ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει στιχουργικά η Ελλάδα από τη μεταπολίτευση και μετά - τη Λίνα Νικολακοπούλου. Θα πρέπει να αναφέρω ότι μαζί μου θα είναι η σταθερή μου «αντροπαρέα», ο Κώστας Νικολόπουλος (κιθάρες), ο Παναγιώτης Τσεβάς (πιάνο/ακορντεόν), ο Γιάννης Πολυχρονάκης (κοντραμπάσο) και ο Βαγγέλης Παρασκευαϊδης (τύμπανα/ βιμπράφωνο).

Ποιος θα είναι ο ρόλος της Νικολακοπούλου στην παράσταση;
Σίγουρα ποιητικός. Από εκεί και πέρα, ο τρόπος και το περιεχόμενο είναι υπό διαμόρφωση και δεν θα ήθελα αν αποκαλύψω κάτι από τώρα. Φαντάζομαι πως πολλοί θα αναρωτιούνται επίσης αν η Λίνα θα τραγουδήσει στην παράσταση. Το «καρέ» είναι ανοιχτό και δεν ξέρουμε ακόμη τι θα προκύψει στις πρόβες και επί σκηνής. Αυτό είναι και το ενδιαφέρον!

Έχεις κρατήσει κάποια συμβουλή της από τη γνωριμία σας;
Η Νικολακοπούλου έχει έναν μοναδικό τρόπο να σε κάνει να κοιτάς το πιο δημιουργικό κομμάτι που έχεις μέσα σου και αυτό το καταφέρνει χωρίς καν να πει κάτι ηχηρό ή διδακτικό. Γνωρίζοντάς την από κοντά το καλοκαίρι, στις πρόβες για το αφιέρωμα στον Μάρκο Βαμβακάρη που έγινε στο Ηρώδειο, αισθάνθηκα τη βαθιά γνώση και το ένστικτο που έχει για το τραγούδι και θυμάμαι πόσο με βοήθησε η ερμηνεία της σε ένα τραγούδι ώστε μετά να το τραγουδήσω και εγώ.

Στο δελτίο τύπου των παραστάσεων διαβάζουμε για τις φωτογραφίες από τη ζωή μια ανώνυμης Ελληνίδας που θα συνοδεύουν την παράσταση. Για τι ακριβώς πρόκειται;
Πρόκειται για μια γυναίκα που έζησε τον προηγούμενο αιώνα, ‘έξω από τα μέτρα’ της εποχής της - όπως θα λέγαμε - στην Αλεξάνδρεια και έπειτα από το διωγμό των Αιγυπτιωτών από το Νάσερ, ήρθε στην Αθήνα, όπου και αποβίωσε πριν από λίγα χρόνια. Ο σύντροφός της, Έλληνας εξ’ Αιγύπτου και ο ίδιος, ένας καλλιτέχνης, αποτύπωσε την πολύπλευρη γοητεία της και ιδιαίτερες στιγμές από την σαραντάχρονη σχέση τους, σε μια σειρά από φωτογραφίες, οι οποίες παρότι προσωπικές, έχουν την ικανότητα να αγγίζουν λόγω της διεισδυτικής ματιάς τους σε μια γυναίκα με πολλά πρόσωπα, αλλά χωρίς προσωπείο.

 

Η πρόσφατη πατρότητα, έχεις μια μικρή κορούλα, ήταν ένας από τους λόγους που σε έκαναν να ασχοληθείς με το «περίπλοκο» θέμα «γυναίκα»;
Σίγουρα ήταν μια από τις αφορμές για τις περσινές και φετινές παραστάσεις. Η γέννηση της κόρης μου πυροδότησε μέσα μου ένα κομμάτι του εαυτού μου που μπορεί να είχε σχέση με κάποια τραγούδια τα οποία αγαπούσα πολύ αλλά δεν είχα βρει τον τρόπο να τα εντάξω σε ένα πρόγραμμά μου. Μου έδωσε το θάρρος για να κάνω αυτή τη βουτιά.

 

Έχει πάντως ενδιαφέρον το γεγονός ότι ποσοτικά είναι περισσότεροι οι άντρες δημιουργοί που περιγράφουν τη ζωή μιας γυναίκας παρά το αντίθετο π.χ. «Μια μέρα μιας Μαίρης» (Λουκιανός Κηλαηδόνης), «Μαριάνθη των ανέμων» (Μάνος Χατζιδάκις) , «Η ιστορίας της Μαρίας» (Βασίλης Νικολαΐδης) κ.ά. Πώς το ερμηνεύεις αυτό;
Νομίζω ότι οι άντρες γίνονται καθρέφτες στους οποίους αντανακλώνται τα ανεξάντλητα είδωλα της γυναίκας. Η συναίσθησή τους ξεκινά από την όραση, την παρατήρηση. Γι’ αυτό και γράφουν τέτοιου είδους τραγούδια με τρόπο περισσότερο περιγραφικό. Οι γυναίκες δημιουργοί, ακόμα κι αν δεν ασχολούνται με την ίδια συχνότητα, βλέπουν τη γυναίκα «από μέσα». Όταν λοιπόν γράφουν τέτοιου είδους τραγούδια – όπως για παράδειγμα το «Σίδερο με ατμό» της Λίνας Νικολακοπούλου ή «Το Μήλο» της Αφροδίτης Μάνου, το κάνουν με τρόπο απόλυτα καθηλωτικό και διεισδυτικό.

Ας περάσουμε σε ένα άλλο «περίπλοκο» θέμα, αυτό της «γενιάς». Μπορείς να προσδιορίσεις τα χαρακτηριστικά της δικιάς σου;
Η δικιά μου η γενιά, όσοι δηλαδή είναι στα μισά της τρίτης δεκαετίας τους, έχω την αίσθηση ότι βρίσκεται στο ανάμεσα δύο εποχών. Η γενιά της χαραμάδας. Ούτε άσπρο, ούτε μαύρο. Προλάβαμε την «πριν τον Κωστόπουλο εποχή» – όπως την ονομάζω εγώ - αλλά και τη “μετά”, του lifestyle, της πνευματικής ισοπέδωσης και της απόλυτης σύγχυσης. Αλλά για ποια γενιά μιλάμε; Αυτήν της Αθήνας ή της υπόλοιπης Ελλάδας; Υπάρχουν σίγουρα διαφορές. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως και να είμαι τυχερός που στη γειτονιά μου στη Λαμία, αρχίσαμε να πιάνουμε χωρίς χιόνι τα ιδιωτικά κανάλια όταν ήμουν πλέον στη Β’ Λυκείου!

Θα σε ρωτήσω κάτι πιο προσωπικό αλλά και ταυτόχρονα ενδεικτικό, θεωρώ, της γενιάς σου. Έχεις συνειδητοποιήσει την ηλικία σου και την αντιστοιχία της με το έργο που έχει παραχθεί; Με άλλα λόγια όταν θεωρούνται νέοι δημιουργοί ο Μάλαμας και ο Ιωαννίδης, εσείς λογικά είστε «βρέφη». Αυτό έχει επηρεάσει, πιστεύεις, τη ψυχοσύνθεσή σας, δηλαδή, τη ψευδαίσθηση της «νεανικότητας» σας και την ασφάλεια που αυτή παρέχει;
Είχα πάντα ένα ρυθμό ζωής που δεν συμβάδιζε με το ρυθμό της εποχής, προσπαθώντας να αποφεύγω την κεκτημένη ταχύτητα καταστάσεων και τις τζάμπα «νευρώσεις». Το θέμα της ποσότητας παραγωγής και της συχνότητας, δεν τα θεωρώ απαραίτητα ταυτόσημα της δημιουργικότητας.

 

Αυτό όμως που καταγράφεται είναι πως μέσα σε 12 χρόνια παρουσίας στο μουσικό χώρο έχεις μόνο δύο προσωπικούς δίσκους (με μεγάλη χρονική διαφορά) και μια σταθερή αλλά όχι τόσο συχνή σκηνική παρουσία τα οποία έρχονται κατά τη γνώμη μου σε αντίθεση με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο σου, βάσει του οποίου θα έπρεπε να είχες ξεπεράσει προ πολλού τον πήχη (ακόμα και προς την απήχηση σου από τον κόσμο) στον οποίο βρίσκεσαι σήμερα. Ποιοι είναι οι λόγοι για αυτό;
Το χρονικό διάστημα που αναφέρεις ήταν για μένα πολύ πλούσιο, πέρααπό τη δισκογραφική και καλλιτεχνική μου παρουσία.Είναι η περίοδος που ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο Πολυτεχνείο, πήγα στρατό, πηγαινοερχόμουν για προσωπικούς λόγους στο εξωτερικό. Παράλληλα παρακολουθούσα μαθήματα φωνητικής και μουσικής, έγραφα τα κομμάτια μου, έκανα αρκετές συμμετοχές σε δισκογραφικές δουλειές τρίτων και γενικά δε σταμάτησα να ζω ούτε λεπτό δημιουργικά. Ο πήχης ήταν πάντα ψηλά, αλλά ίσως ήταν πολύ προσωπικός.

 

Πάντως ξεκίνησες με ένα προβάδισμα: συνεργασία με καταξιωμένο δημιουργό, καλά τραγούδια και οργανωμένο δισκογραφικό σύστημα προώθησης.
Παρότι ξεκίνησα δισκογραφικά αρχές του 2000 με τα υπέροχα τραγούδια του Νίκου Ζούδιαρη στο “Ένας κύκνος κλαίει”, δεν πιστεύω ότι το σύστημα που αναφέρεις προώθησε τη συγκεκριμένη δουλειά, ούτε καν στοιχειωδώς. Δεν ξέρω με ποια κριτήρια γινόταν η επιλογή για το τι ή ποιος θα προωθηθεί. Εγώ πάντως ήμουν τότε πολύ μικρός για να έχω μια πλήρη εικόνα του “συστήματος" αλλά και πολύ ευτυχισμένος για την καλλιτεχνική πλευρά της συνεργασίας. Τα υπόλοιπα μου φαίνονταν αυτονόητα και δεν ασχολήθηκα ενεργά. Στην πραγματικότητα λοιπόν, δεν μπήκα ποτέ στο “σύστημα”. Ο μοναδικός τρόπος γνωριμίας μου με το κοινό, ήταν οι ζωντανές εμφανίσεις και τα τραγούδια αγαπήθηκαν και περπάτησαν “από στόμα σε στόμα”.

 

Το να γεμίζετε όμως συχνά έναν μικρό μουσικό χώρο μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά: ως μια ψευδαίσθηση αποδοχής, η οποία σας κρατάει στάσιμους και επαναπαυμένους στο να μη κυνηγήσετε και το κάτι παραπάνω.
Όχι βέβαια. Αλλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Ο κάθε χώρος έχει κάποιους εμπορικούς στόχους. Όταν δεν είσαι ενταγμένος σε ένα πιο μαζικό προωθητικό μηχανισμό, ή δεν ακούγεσαι κάθε μέρα στα ραδιόφωνα, όσο και αν πιστεύουν στην καλλιτεχνική σου αξία, δεν πρόκειται να ρισκάρουν την πληρότητα και τις εισπράξεις τους. Τους καταλαβαίνω. Συνεχίζω βέβαια να κυνηγάω το «παραπάνω», αλλά με τους δικούς μου όρους και το δικό μου καλλιτεχνικό κριτήριο. Γι' αυτό και επιλέγω – ή με επιλέγουν – χώροι που... χωράω.

Το κοινό έχει συρρικνωθεί, πιστεύεις; Οι καλοκαιρινές συναυλίες νέων καλλιτεχνών στο Γκάζι, ας πούμε, έδειξαν πάντως ότι παραμένει σχετικά μεγάλο.
Δεν έχει συρρικνωθεί το κοινό. Οι δυνατότητές του έχουν συρρικνωθεί. Δεν μπορεί για παράδειγμα να πηγαίνει με την ίδια ευκολία σε νέα πράγματα ή σε πιο εναλλακτικά. Πάντα όμως θα υπάρχει κόσμος που θα στηρίζει τους καλλιτέχνες που αγαπά, ή τους καλλιτέχνες για τους οποίους έχει δημιουργηθεί ένα ρεύμα.

Πώς επιβιώνει σήμερα ένας τραγουδοποιός της γενιάς σου;
Με μεγάλη δυσκολία. Οι πιο πολλοί αναγκάζονται να ασχολούνται παράλληλα και με άλλα αντικείμενα για λόγους βιοπορισμού, πράγμα που τους αποσυντονίζει σε σχέση με αυτό που πραγματικά αγαπούν.

Σε ποια ψυχολογική φάση είσαι ως πολίτης;
Όταν παρακολουθώ τις ειδήσεις, από τις πρώτες κουβέντες με φίλους ή από καταστάσεις που συναντώ στο δρόμο, αισθάνομαι ότι βιώνουμε μια περίοδο απόλυτης διάλυσης. Με αποκαρδιώνει που έχουμε χάσει έννοιες όπως η «δικαιοσύνη» και το αυτονόητο παρουσιάζεται πλέον ως επίτευγμα. Όταν όμως η συζήτηση προχωράει και ξεπερνάμε αυτές τις πρώτες κουβέντες, βλέπω μια σπίθα στους συνομιλητές μου να δημιουργήσουν δρόμους γεμάτους ανθρώπους. Να ξαναθυμηθούν τη θεμελιώδη ψυχική ανάγκη της συνύπαρξης με τον άλλο. Αυτό είναι παρήγορο.

Τα νέα σου τραγούδια είναι επηρεασμένα από το γενικό κλίμα;
Τα νέα μου τραγούδια είναι επηρεασμένα από το προσωπικό μου κλίμα. Με απασχολούν η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, ο σεβασμός προς τον άλλο, η διαχείριση της ζωής μας. «Η ζωή που περνάει δε σε ρωτάει», όπως λέω και σε ένα από τα νέα τραγούδια που ήδη παίζω στις εμφανίσεις μου. Θα είναι ένας θεματικός δίσκος. Τα τραγούδια, μουσικά θα έχουν ένα ενιαίο ύφος και είναι δεδομένο ότι θα παίξουν άνθρωποι, όχι ηλεκτρονικοί υπολογιστές.

Αν ένας συνθέτης παλαιότερης γενιάς σου πρότεινε συνεργασία θα ήσουν θετικός; Ή αισθάνεσαι να υπάρχει χάσμα γενεών και ιδεολογίας;
Θα ήταν μεγάλη μου χαρά και τιμή. Και μάλιστα η πρόκληση θα ήταν μεγαλύτερη και για τις δυο πλευρές αν η συνεργασία αφορούσε και σε καινούργιο υλικό. Έχω μεγαλώσει, όπως όλοι μας, με σπουδαία τραγούδια που έχουν γραφτεί στο παρελθόν και δε νοείται εμφάνισή μου χωρίς να πω τραγούδια από αυτόν τον τεράστιο πολιτισμικό μας πλούτο. Ενδεικτικά σου αναφέρω κάποιους από τους αγαπημένους μου σπουδαίους και ενεργούς συνθέτες μας, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Σταμάτη Κραουνάκη, τον Δημήτρη Παπαδημητρίου. Και μια και η ερώτησή σου δίνει δικαίωμα στα όνειρα, δε θα μπορούσα να παραλείψω και τον κορυφαίο των συνθετών μας, Μίκη Θεοδωράκη.

Για το τέλος, μια ρητορική, πιστεύω, ερώτηση: λόγω της οικονομικής κρίσης θα επέστρεφες στο αντικείμενο που σπούδασες, τη Μηχανολογία, κάνοντας τη μουσική πάρεργο ή «μέχρι το τέλος... μουσική;»
«Μέχρι το τέλος... μουσική» και πάρεργο η Μηχανολογία κι ό,τι άλλο κρατάει την καρδιά στη θέση της!



* O Απόστολος Ρίζος για 4 Πέμπτες από 15 Νοεμβρίου στο Σταυρό του Νότου - Plus με καλεσμένες τις: Ρίτα Αντωνοπούλου, Ειρήνη Σκυλακάκη, Μαρία Παπαγεωργίου και Λίνα Νικολακοπούλου και  κάθε Πέμπτη αντίστοιχα.