clint_eastwoodO Clint Eastwood είναι σήμερα 81 ετών. Εμφανίστηκε στον κινηματογράφο το 1955 με κάποιους μικρούς και απαρατήρητους ρόλους αλλά το όνομά του γράφτηκε για πρώτη φορά στους τίτλους της ταινίας The first travelling saleslady (Ο ποδόγυρος εν δράσει) του 1956. Άρχισε να γίνεται γνωστός από την τηλεόραση και την τηλεοπτική σειρά Rawhide που παιζόταν από το 1959 έως το 1965, η φήμη του εκτοξεύτηκε όταν τη δεκαετία του ’60 ταυτίστηκε με τα αμερικάνικα «σπαγκέτι» γουέστερν του Sergio Leone και μέχρι σήμερα έχει συμμετάσχει ως ηθοποιός σε 66 ταινίες. Την καριέρα του ως σκηνοθέτης την ξεκίνησε το 1971 με ένα ντοκιμαντέρ, σε αυτή έχει στραφεί τα τελευταία χρόνια και αυτή έμελλε να του χαρίσει μετά από σχεδόν 40 χρόνια στον κινηματογράφο το πρώτο του Όσκαρ το 1992 για την ταινία Unforgiven (Οι Ασυγχώρητοι). Έχει σκηνοθετήσει 35 ταινίες για 3 από τις οποίες τιμήθηκε και με Όσκαρ Οι Ασυγχώρητοι (1992), Million dollar baby (2004) και Letters from Iwo Jima (Γράμματα από το Ίβο Τζίμα) (2007). Όμως αυτά μας είναι λίγο έως πολύ γνωστά. Αυτό που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι πως ο Clint Eastwood έχει μία πολύ στενή σχέση με τη μουσική και μάλιστα συνθέτει και ο ίδιος κάποια κομμάτια έως και ολόκληρα soundtracks.

Από πολύ μικρός είχε πάθος με τη μουσική. Συγκεκριμένα αγαπημένα του είδη ήταν η τζαζ, η κάντρι και η μουσική των γουέστερν. Έπαιζε από νέος πιάνο και σπούδασε θεωρία της μουσικής όταν τέλειωσε το λύκειο. (Ίσως από εκείνον επηρεάστηκε και ο γιος του Kyle Eastwood, ένας αρκετά δημοφιλής πιανίστας και συνθέτης της τζαζ σήμερα). Το 1959 και αφού είχε κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα στην υποκριτική έβγαλε τον πρώτο του δίσκο Cawboy Favorites, όμως τον κερδίζει ο κινηματογράφος. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1995 ιδρύει το δικό του label με επωνυμία Malpaso Records (όπως και την εταιρεία παραγωγής που είχε ήδη ιδρύσει από το 1967 με την επωνυμία Malpaso Productions) κάτω από την δισκογραφική ομπρέλα της Warner Bros. Records. Πρώτος δίσκος που κυκλοφορεί από το label του Eastwood ήταν το soundtrack από την ταινία του The Bridges of Madison County.

Ο Eastwood έχει συνθέσει πρωτότυπη μουσική για 6 ταινίες, (Mystic River, Million Dollar Baby, Flags of our fathers, Grace is gone, Changeling και Hereafter) έχει γράψει στίχους σε αρκετά κομμάτια ενώ υπογράφει (στίχους, μουσική ή και τα δύο) σε 21 soundtracks ανάμεσα στα οποία και το εξαιρετικό Gran Torino από την ομώνυμη ταινία του 2008, που ακούγεται στους τίτλους τέλους του φιλμ.

Από τα 6 κινηματογραφικά θέματα που έχει γράψει αυτό το πρώιμο του Mystic River έδωσε ένα πολύ καλό στίγμα γραφής, και αυτό που ξεχωρίζει είναι αυτό της ταινίας Changeling (Η ανταλλαγή). Λυρικό στην ατμόσφαιρά του με αρκετές συναισθηματικές διακυμάνσεις, όπως άλλωστε και η ταινία που παρασύρουν ακροατή (και θεατή) σε ένα ξετύλιγμα του μίτου. Η αγωνία που αποπνέει το σενάριο έχει αποδοθεί μουσικά με εξαιρετικό τρόπο αποφεύγοντας κοινότοπες υπερβολές που συναντούμε ακόμη και σε έμπειρους συνθέτες. Η εγκράτεια που εν γένει το διακρίνει είναι και αυτή που του δίνει το κάτι παραπάνω μετά το άκουσμά του. Ένα soundtrack που στην ταινία λειτουργεί περίφημα αλλά και αυτόνομο μπορεί να σταθεί δικαιολογώντας με κάθε τρόπο την ύπαρξη και τη διαφορετικότητα κάθε track.

Αντίθετα, στην τελευταία δουλειά του Eastwood Hereafter (Η ζωή μετά) τα πράγματα δεν ήταν τόσο καλά. Η ταινία (στην Ελλάδα βγήκε 6 Ιανουαρίου 2011) παρουσιάζει μέσα από ένα μεταφυσικό πρίσμα πως μπορούν διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικής ηλικίας και εθνικότητας σε διαφορετικά σημεία του κόσμου να αντιμετωπίσουν τον θάνατο και την απώλεια που αφήνει πίσω του και εντός μας. Τόσο στην σκηνοθεσία όσο και στη μουσική υπήρχε ένα πρόβλημα επιβλητικότητας. Η μουσική προηγούνταν της κατάστασης που γεννούσε η εικόνα ή η υπόθεση, επιδιώκοντας να προκαταβάλλει τον θεατή επιβάλλοντας του κάποια συναισθήματα χωρίς να αφήνει χώρο για να γεννηθούν αυθόρμητα. Η μελαγχολία ξεχείλιζε από κάθε μελωδία και ακόμη και οι τίτλοι των tracks αναφέρονταν στον θάνατο. Τα μικρά ορχηστρικά κομμάτια αν και εύστοχα δεν προσθέτουν κάτι ουσιαστικό μουσικά. Κατά τ’άλλα πρόκειται για ένα αέρινο soundtrack που αφήνει την αίσθηση τόσο του μεταφυσικού όσο και του μοιραίου που θέλει να αφήσει και η ταινία, χωρίς όμως να είναι από τα καλύτερα του Eastwood.