Στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε ο Μάνος Ελευθερίου, υπάρχει μια γλάστρα με ένα ασθενικό φυτό. Μέσα στο χώμα καρφωμένο ένα χειρόγραφο σημείωμα με το γνωστό του γραφικό χαρακτήρα: «Μη μου κόψετε κι άλλο φύλλο, παρακαλώ, αλλιώς θα κοπεί το χέρι σας!». Έτσι προϋπαντούσε όσους περνούσαν το κατώφλι του σπιτιού του, αυτούς τους δεκάδες επιφανείς, αλλά και αγνώστους που έμπαιναν καθημερινά στην κιβωτό του. Ένα σπίτι, όπως και οι προηγούμενες κατοικίες του, που όσο το αλάφραινε από βιβλία –δεκάδες χιλιάδες οι τόμοι που με ιώβεια υπομονή δώριζε χρόνια ολόκληρα, πάντα ιδίοις εξόδοις, στις βιβλιοθήκες της αγαπημένης του Σύρας και της Αστυπάλαιας – τόσο γεμάτο ήταν. Όπως και η μνήμη του. Όπως και η καρδιά του. Στα αλήθεια όμως πού έζησε ο Ελευθερίου;

 

Έφυγε πραγματικά ποτέ από τη Σύρα του; Κι ας αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αθήνα από πολύ μικρός, όλη του η ζωή ήταν συνδεδεμένη με τις πρώτες του εκεί εμπειρίες. Εκεί επέστρεφε πάντα όταν ο νους και το σώμα του ήταν άλλου, πληγιασμένα από μικροψυχίες, απατεωνιές, θανάτους και στερήσεις που κάρφωναν οι άνθρωποι πάνω στο λιγνό κορμί του. Όσο δε γερνούσε, τόσο πιο γυρτός γινόταν, σαν να κουβαλούσε στην πλάτη του τα βάσανα και τις πίκρες όλου του κόσμου. Και όπως τα δέντρα προσφέρουν τα κλαδιά τους για να στηριχθούν τα πουλιά, έτσι κι αυτός προσέφερε τα δάχτυλά του για να μοιράσει όλο αυτόν τον μέσα του πλούτο «στους αλήτες πάντα συνεπής». «Τι κάνετε κ. Μάνο;», του έλεγα στο τηλέφωνο, «Τι να κάνω, παιδί μου, έχω σηκωθεί από τα χαράματα και “βγάζω τα μάτια μου”», μού απαντούσε.

 

Κάθε λεπτό επικοινωνίας μαζί του καταργούσε το χωροχρόνο. Έπρεπε να έχεις ακέραιες όλες σου τις αισθήσεις, κρατημένη την ανάσα και τους παλμούς σου σε γρήγορο ρυθμό για να μπορείς να διασχίσεις μαζί του όλη αυτή τη διαχρονικότητα και διακειμενικότητα που χαρακτήριζε τη σκέψη του, απότοκα της απίστευτης ευρυμάθειας και της ασκημένης του μνήμης. Σου μιλούσε και –συνομιλούσε- για λογοτεχνικούς ήρωες σαν να ήταν πρόσωπα της διπλανής πόρτας. Για επώνυμα και ανώνυμα πρόσωπα του Εμφυλίου με λεπτομέρειες που μόνο ένας εξειδικευμένος ιστορικός θα μπορούσε να γνωρίζει. Την ίδια στιγμή θυμόταν ατάκες από επιθεωρησιακά νούμερα της δεκαετίας του 50, στίχους από τραγούδια του Μεσοπολέμου, στιγμιότυπα από τις ζωές των μεγίστων ηθοποιών και καλλιτεχνών, ιδιωτικές συνομιλίες του με εξέχοντα πρόσωπα των γραμμάτων, αλλά και με τους καθημερινούς ανθρώπους που συναναστρεφόταν. Όλα τα έζησε μέχρι το μεδούλι τους και ας μη τα γνώρισε όλα ιδίοις όμμασι.

 

 

Είχε όμως το ταλέντο του ραβδοσκόπου, να ανιχνεύει συνεχώς τα μέταλλα, ως υλικά της δικής του ιστορίας. Μια ιστορία γεμάτη από λέξεις. Όπως τα «καφενεία», τα «μαλάματα», το «χιόνι», τα «σπίτια», τα «αηδόνια», οι «φυλακές», το «τραγούδι», οι «άγγελοι», οι «φίλοι, ο «Παράδεισος», η «Παναγία», μερικά δηλαδή από τα ακρογωνιαία σύμβολα της στιχουργικής του παραγωγής. Γεμάτη από λογοτεχνικές επιρροές εγκιβωτισμένες μέσα στα γραπτά του. Τα Βιβλικά Κείμενα, το δημοτικό τραγούδι, ο Καβάφης, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Μακρυγιάννης, ο Καρυωτάκης, οι Γάλλοι καταραμένοι ποιητές, οι Ρώσοι μυθιστοριογράφοι και αμέτρητοι άλλοι τιτάνες της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γεμάτη από Ιστορία, αλλά και από μικρές ανθρώπινες ιστορίες. Γεμάτη και από Θέατρο που το αγάπησε και είδε με τόσο πάθος.

 

Η μανία του, επίσης, για το διάβασμα, σαράκι που τον τρώει από τα μικράτα του. Διάβαζε μανιωδώς ό, τι έπιανε στα χέρια του, ακόμα και τις αμέτρητες ποιητικές συλλογές που του ταχυδρομούσαν καθημερινά. Το γνωρίζω, το βεβαιώνω, αφού έβλεπα σε κάθε βιβλίο που μου άνοιγε ή χάριζε, υπογραμμισμένα σημεία, άλλοτε με ένα θαυμαστικό, άλλοτε με ερωτηματικό και άλλοτε με έκδηλο τον εκνευρισμό του σημειώνοντας σε παρένθεση «sic!». Εξασκήθηκε άλλωστε και επαγγελματικά στην τέχνη του επιμελητή, χρόνια ολόκληρα βιοπορίστηκε από αυτό, ήξερε να διαβάζει ουσιαστικά και όχι διαγωνίως. Γιατί και ένα μόνο άξιο στίχο να εύρισκε σε κάποιο πολυσέλιδο βιβλίο, ήταν για αυτόν άλλος ένας θησαυρός για το «σεντούκι» του. Εκεί όπου έκλεινε τα χιλιάδες αντικείμενα που αγόραζε από τις δημοπρασίες ή από τα παλαιομάγαζα στο Μοναστηράκι. Και που μας τα έδειχνε με τη χαρά ενός μικρού αγοριού που παρουσιάζει τα καινούρια του παιχνίδια στους φίλους του.

 

 

Σε αυτούς του φίλους, αμέτρητοι φαινομενικά, αφού ήταν προσβάσιμος σε όλους, καταδεκτικός και ευγενής, ελάχιστοι όμως ουσιαστικά και καλά ταξινομημένοι από τον ίδιο ως προς τη σημασία τους στη ζωή του και το αντίστροφο. Σε αυτούς μοίρασε με απόλυτη προσοχή και ευλάβεια τα μυστικά του, χαρτογράφησε με την ακρίβεια ενός υποψιασμένου οδοιπόρου το δρόμο των σωμάτων όπου πέρασε. Κι άφησε τα σημάδια του, στίγματα στις ζωές όσων τον γνωρίσαμε και αγαπήσαμε. Προπάντων όμως άφησε τις λέξεις του στα χείλη και στις ψυχές ενός ολόκληρου έθνους. Τραγουδήθηκαν τα εσώτερά του μέσα σε στάδια, μουσικές σκηνές, ταβέρνες και σπίτια.

 

Γαντζώθηκαν από πάνω τους αγωνιστές και διαψευσμένοι, νέοι και ηλικιωμένοι, ερωτευμένοι και πληγωμένοι, εφοπλιστές και αδέκαροι, εγωμανείς και καταφρονημένοι.

 

 

Όλοι δηλαδή όσοι τού έσφιγγαν καθημερινά αυτά τα αρυτίδωτα μέχρι το τέλος λευκά και καλοσχηματισμένα χέρια, με τα μακριά του δάχτυλα και όλοι όσοι δεν τον γνώρισαν ποτέ εξ επαφής. Κέρδισε τη ζωή του, μια δύσκολη ζωή η οποία μετά τα πενήντα του χρόνια του έδωσε αναπνοές χαράς, χόρτασε τιμές και αφιερώματα, αγαπήθηκε ως ένας κοσμοκαλόγερος φύσει και θέσει. Προπάντων όμως κέρδισε το μέλλον. Αυτός, ένα αρρωστομανής που κατέγραφε στα ημερολόγιά του με πάσα λεπτομέρεια κάθε είδους αρρώστια και φάρμακα που έπαιρνε από τη δεκαετία του ΄70. Αυτός, που κατάφερε να ξορκίσει τη φθορά που τόσο τον τρόμαζε, όχι μέσα σε ένα γηροκομείο ανήμπορος, όπως το φοβόταν, αλλά προδομένος από την καρδιά του σταλάζοντας μέχρι και την ύστατη ρανίδα του αίματός του στον κόσμο.

 

Στην τελευταία μας δια ζώσης συνάντηση, λίγο καιρό πριν το θάνατό του, τον μετέφερα με το αυτοκίνητό μου σε μια τράπεζα. Ήταν ένα μεσημέρι πολύ θερμό και βγαίνοντας αυτός από το αμάξι τού είπα περιπαικτικά: «Δεν θα αργήσετε στην τράπεζα, ως ηλικιωμένος θα έχετε προτεραιότητα…». Με κοίταξε με εκείνο το παιχνιδιάρικό του βλέμμα και με το αινιγματικό του πάντα χαμόγελο. Ξέραμε και οι δύο πως κάτι τέτοιο δεν θα ίσχυε. Ήταν πάντα ο πιο νέος από όλους μας.