Πέρασαν τρία χρόνια από την κυκλοφορία του τελευταίου δίσκου των Florence + the Machine, “How Big How Blue How Beautiful” και οι θαυμαστές του συγκροτήματος περίμεναν με λαχτάρα την καινούρια δουλειά τους. Επιτέλους οι FATM επέστρεψαν με το “High as Hope”, και επιπλέον η frontwoman του συγκροτήματος, η αιθέρια Florence Welch, λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του νέου δίσκου χάρισε στο κοινό μία συλλογή στίχων και ποιημάτων με τίτλο “Useless Magic”.

 

Γράφει η Σωτηρία Γεωργαντή 


 

 

Καμία απότομη στροφή δεν γίνεται με το νέο άλμπουμ – η μουσική που φτιάχνουν οι Florence + the Machine εξακολουθεί να μοιάζει πέραν του κόσμου τούτου, σαν η Florence Welch να τραγουδάει περπατώντας μερικά εκατοστά πάνω από τη γη. Ταυτόχρονα, όπως πάντα, μοιάζει να σκίζει το στέρνο της, να μας δείχνει την καρδιά της να χτυπά, να την αγγίζει χωρίς φόβο και να μας καλεί να απλώσουμε το χέρι και να την αγγίξουμε κι εμείς.

 

florence

 

Όσοι έχουν παρακολουθήσει την πορεία του συγκροτήματος, βέβαια, δεν μπορούν παρά να σημειώσουν πως οι FATM κάνουν ένα ακόμα βήμα πέρα από το για κάποιους υπερβολικά δραματικό ύφος προηγούμενων δίσκων. Με τον πρώτο δίσκο τους, “Lungs”, είχαν ξεκινήσει βασιζόμενοι στην πρωτόλεια δύναμη των φωνητικών της Welch και των βίαιων συναισθηματικά στίχων της. Με το “Ceremonials” που ακολούθησε είδαμε μία φαντασμαγορία ήχου και συναισθήματος, αφού επιστρατεύτηκαν μπαρόκ ενορχηστρώσεις με μεγαλειώδεις χορωδίες και ορχήστρες. Η πορεία προς έναν πιο εσωτερικό ήχο διαφάνηκε ήδη από το “How Big How Blue How Beautiful”, το οποίο είχε πιο κλασικό ροκ ήχο, κρατούσε όμως τη συναισθηματική ένταση στο κόκκινο. Τώρα, με το “High as Hope”, το συγκρότημα φαίνεται να κατεβάζει τις εντάσεις, τόσο στον ήχο όσο και στον στίχο. Η Florence, η οποία είναι και η στιχουργός του συγκροτήματος, μοιάζει συναισθηματικά εξαντλημένη, σαν να επιστρέφει κατάκοπη από ένα μακρινό ταξίδι και να αναστοχάζεται από πού πέρασε, τι είδε, τι ένιωσε, με μια απόσταση, μια γλυκιά μελαγχολία, μια ήρεμη σοφία ίσως.

 

Ο δίσκος ανοίγει με το “June”, και παραδόξως ο πρώτος στίχος του δίσκου που ακούει ο ακροατής είναι “The show was ending”, μάλλον αποκαλυπτικός της συναισθηματικής κατάστασης της Florence, με ένα χορωδιακό, συλλογικό ρεφρέν “Hold on to each other”. Το τραγούδι για πολλούς φαν μοιάζει να αναφέρεται στη μαζική δολοφονία στο Pulse Nightclub, στην πόλη Orlando των ΗΠΑ το 2016, όταν το συγκρότημα ήταν στην Αμερική για περιοδεία. Για το συγκρότημα το μόνο αντίδοτο στη σκοτεινιά είναι να κρατηθούμε γερά ο ένας από τον άλλον.

 

 

Το “Hunger” είναι το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ και το πρώτο single που κυκλοφόρησε. Είναι ένα τραγούδι με δυνατό ρυθμό που μιλάει για την πείνα που νιώθουμε όλοι, μία πείνα που για τη Florence ήταν και κυριολεκτική – με την κυκλοφορία του άλμπουμ αυτού πρώτη φορά μίλησε σε συνεντεύξεις της για τη διατροφική διαταραχή που την ταλαιπώρησε στην εφηβεία της. Ο κορεσμός της πείνας αυτής ταυτίζεται με την αγάπη: έψαξε στα ναρκωτικά, στη σκηνή, μα δεν βρήκε την απάντηση. Παρ’ όλα αυτά, και σαν να μιλάει στον έφηβο εαυτό της, δίνει κουράγιο στον ακροατή, τον καλεί να μην ανησυχεί, του λέει πως είναι ό,τι καλύτερο έχει δει, με την ομορφιά του περιγελά τον θάνατο τον ίδιο.

 

 

Το “South London Forever” είναι μία ωδή στα φοιτητικά χρόνια της Florence, στις κραιπάλες, στα πάρτι των δύο και τριών ημερών, στα μεθυσμένα βράδια με αλκοόλ και χάπια, όταν νόμιζε ότι δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο απ’ αυτό. Κι ακόμα κι έτσι, καταλήγει ομολογώντας “but everything I ever did / was just another way to scream your name”.

 

Όταν το συναίσθημα που νιώθεις είναι υπερβολικά μεγάλο για να το χωρέσει ένας άλλος άνθρωπος τι κάνεις; Όταν το κενό που νιώθεις μέσα σου είναι τόσο αχανές που δεν μπορεί να το γεμίσει ένας άνθρωπος τότε τι κάνεις; Χρειάζεσαι έναν μεγάλο θεό, σύμφωνα με το “Big God”, το οποίο καταφέρνει με έναν μινιμαλιστικό, ζωώδη ήχο να θυμίσει τις εντάσεις του “Ceremonials” πολύ πιο υπόγεια, όμως, πολύ πιο τρομακτικά και εφιαλτικά. Είναι ο ανείπωτος τρόμος του κενού μπροστά από ένα κινητό το οποίο αρνείται να χτυπήσει, μπροστά στα μηνύματά σου που μένουν αναπάντητα. Η Florence προσπαθεί να βρει ένα νόημα, “Is it just part of the process?” αλλά ακόμα κι έτσι, σφαδάζει “Well, Jesus Christ, it hurts”.

 

 

Το γλυκό, σχεδόν folk “Sky Full of Song” τραγουδάει μια Florence που προσπάθησε να κρυφτεί από τον κεραυνό μέσα σε έναν ουρανό γεμάτο τραγούδι αλλά δεν τα κατάφερε. Εκλιπαρεί να την κατεβάσει κάποιος, να την αρπάξει από τους αστραγάλους της και να τη φέρει πίσω στη γη, κουράστηκε να κρύβεται μέσα στη μουσική και στις συναυλίες της. “I thought I was flying but maybe I’m dying tonight” μονολογεί.

 

 

Grace” λέγεται, εκτός από το έκτο τραγούδι του δίσκου, και η μικρή αδερφή της Florence, μία μικρή αδερφή που έπαιξε τον ρόλο της μεγάλης όταν η οικογένεια περνούσε τσακωμούς, χωρισμούς, όταν η Florence ήταν χαμένη στις καταχρήσεις της. Με αυτό το τραγούδι η Florence θέλει να πει στην Grace πως ξέρει τι φορτίο κουβάλησε, θέλει να το ξεπληρώσει, και, απλά, την αγαπά πολύ.

 

Το “Patricia” είναι επίσης φόρος τιμής σε μια γυναίκα που σημάδεψε και επηρέασε τη Florence, μόνο που πρόκειται για την εμβληματική Patti Smith. Είναι ένα γρήγορο, ροκ, ψυχεδελικό κομμάτι, το οποίο σε ζωντανές εμφανίσεις μέχρι στιγμής παίζεται ακουστικά και με άρπα, μια εναλλακτική ενορχήστρωση που του προσδίδει μία εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα.

 

Το “100 Years” είναι μία πολεμική κραυγή, ένα εμβατήριο που δεν μοιάζει με τα αντίστοιχα προηγούμενα των FATM όμως, αφού πρόκειται για μία πολεμική κραυγή που απαντά στο μίσος με αγάπη: “Try and fill us with your hate and we will shine a light” και “We have no need to fight / We raise our voices and let our hearts take flight”. Η Florence φαίνεται ότι αφήνεται με εμπιστοσύνη στη δύναμη της αγάπης χωρίς όμως να πιάνεται από αυτήν “Lord, don’t let me break this / Let me hold it lightly / Give me arms to pray with instead of ones that hold too lightly”.

 

Πλησιάζοντας στο τέλος του δίσκου, έρχεται το λυρικό “The End of Love” που θα παραλίγο να έδινε το όνομά του στον δίσκο, εάν η Florence δεν αποφάσιζε ότι ακούγεται μάλλον απαισιόδοξο. Στο τραγούδι αυτό η Florence αποδέχεται το τέλος, χαμογελώντας.

 

Η ολοκλήρωση αυτού του μουσικού ταξιδιού έρχεται με το “No Choir” που ταυτόχρονα απηχεί τα ζητούμενά της στην προσωπική της ζωή, αλλά και, ίσως, στη μουσική της: δεν χρειάζονται χοροπηδητά, μεγαλειώδεις χορωδίες και ρεφρέν. Όχι, η ευτυχία δεν είναι επεισοδιακή, και η μοναξιά δεν θα σταματήσει ποτέ αλλά ίσως μαλακώνει και ξεχνιέται για λίγο, κι αν τελειώσει ακόμα ακόμα αυτό που ξεκίνησε δεν έγινε και τίποτα, αρκεί που το έζησε.

 

Κι αν τα δέκα τραγούδια του δίσκου δεν ήταν αρκετά για πολλούς φαν, η Florence Welch φρόντισε να τους αποζημιώσει με μία υπέροχη έκδοση, το “Useless Magic” που περιλαμβάνει τους στίχους των τραγουδιών τόσο του “High as Hope” όσο και όλων των προηγούμενων άλμπουμ του συγκροτήματος, αλλά επίσης και αδημοσίευτα μέχρι τώρα ποιήματά της. Πρόκειται για έναν σκληρόδετο τόμο που θυμίζει λεύκωμα των εφηβικών μας χρόνων αλλά και βιβλίο με ξόρκια, αφού ανάμεσα στους στίχους παρεμβάλλονται χειρόγραφα σημειώματα, σκίτσα, σχέδια, ζωγραφιές, πίνακες ζωγραφικής που αγαπά και πολλές φωτογραφίες. Δεν ξέρω εάν το βιβλίο αυτό αφορά το ευρύ κοινό αλλά για τους σκληροπυρηνικούς φαν είναι ένα ανεκτίμητο δώρο.

 

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς την προσωπική και καλλιτεχνική εξέλιξη ανθρώπων που έχουν κάτι να πουν. Οι Florence + the Machine με τη δουλειά τους δείχνουν εντιμότητα, συνέχεια και συνέπεια στη μουσική τους παρουσία.

 

Ααυτή η εμμονή στην ειλικρίνεια και στη διαρκή εξέλιξη είναι πραγματικά ανακουφιστική.