Με δύο μεγάλες συναυλίες του Θάνου Μικρούτσικου θα ξεκινήσει φέτος το Φεστιβάλ του Δήμου Βύρωνα στο Θέατρο Βράχων. Δύο συναυλίες όπου ο συνθέτης κάλεσε ερμηνευτές που «περπάτησαν» μαζί του για να θυμηθούν τις κορυφαίες στιγμές των συναντήσεών τους. Με κάποιους από αυτούς συναντιέται συχνότερα τελευταία με άλλους έχει χρόνια να βρεθεί σε μία τέτοια συναυλία. Αυτό σημαίνει ότι θα δούμε δύο συναυλίες που θα διατρέξουν σχεδόν το σύνολο της δισκογραφίας του. Σε αυτές τις συναυλίες θα ήθελε τη Μαρία Δημητριάδη και τον Δημήτρη Μητροπάνο, αλλά η ζωή τα έχει φέρει αλλιώς. Ο ίδιος δεν διστάζει να μιλήσει για το πρόβλημα της υγείας του, σχεδόν ξεκινάει από αυτό και δείχνει αποφασισμένος να το παλέψει με όλες του τις δυνάμεις, που έχει αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια ότι ήταν αστείρευτες και δημιουργικές. Λέει ότι επί της ουσίας οι μουσικές σκηνές για αυτόν έχουν τελειώσει, θυμάται τις πρώτες του συναυλίες και μοιράζετε μαζί μας αυτό που τον παρακινεί να συνεχίζει δυναμικός και χαμογελαστός. Οι συναυλίες θα γίνουν στις 7 και 8 Ιουνίου και θα συμμετέχουν οι: Αλεξίου, Αντωνοπούλου, Θηβαίος, Θωμαΐδης, Κότσιρας, Μεράντζας, Μητσιάς, Νταλάρας, Β. Παπακωνσταντίνου, Πασχαλίδης, Πολυχρονίδη.

 

Θα ξεκινήσω με την πιο κοινότυπη ερώτηση που μπορεί να κάνει κανείς. Πως νιώθετε που θα ενώσετε όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που «περπατήσατε» μαζί σε διάφορες φάσεις της καλλιτεχνικής σας πορείας;

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός πως όλοι γνωρίζουν πως περνώ μια περιπέτεια υγείας πολύ σοβαρή που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2017 μετά τη συναυλία στο Ηρώδειο, υπήρξε και η εγχείρηση στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 2017 και προς το φθινόπωρο, έχοντας σταματήσει τις δημόσιες εμφανίσεις, ο χρόνια φίλος και συνεργάτης μου, Μάνος Τρανταλίδης μου έκανε αυτή την πρόταση. Ήμουν πολύ επιφυλακτικός στην αρχή. Για 2 λόγους! Ο ένας ήταν το ότι δεν ήθελα να περάσει από το μυαλό έστω και ενός ανθρώπου ότι λόγω αυτής της κατάστασης πάω να «εκμεταλλευτώ» οτιδήποτε. Το δεύτερο ήταν ότι φοβήθηκα πως κάνοντας μια τέτοια συναυλία σηματοδοτώ εγώ ο ίδιος το φινάλε. Το φινάλε των live. To live είναι ένα κομμάτι από τη ζωή μου. Χιλιάδες συναυλίες. Και στη δεκαετία του '70 και από το 2000 και μετά συνεχώς. Και αυτό δεν ήθελα να το σηματοδοτήσω. Δεν ξέρω πως θα πάει το πράγμα στο άμεσο μέλλον. Μπορεί να μπορώ να συνεχίσω αλλά μπορεί και να πρέπει να σταματήσω. Αν μπορέσω να συνεχίσω είχα τη φοβία μην θεωρηθεί αυτό ως φινάλε.


Φαντάζομαι όλοι ανταποκρίθηκαν άμεσα…
Ήταν συγκινητικό το ότι είτε όταν έστειλα σε κάποιους μήνυμα, είτε όταν τους πήρα τηλέφωνο η απάντηση ήρθε σε δευτερόλεπτα. Ό,τι θες, όποτε θες, όπου θες. Από όλους! Όλοι όταν τους ρώτησα για το τι και πως, ή μάλλον οι περισσότεροι, είπαν ότι θες να πούμε – λέμε. Μιλάμε για πολύ σπουδαία πρόσωπα, για ανθρώπους που έγιναν η συνισταμένη της φωνής του νεοέλληνα. Όταν το αποφάσισα μου έστειλε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ένα μήνυμα που έλεγε: «Ποιος Βύρωνας; Δεν θα χωρέσει ούτε το 1/10, πάμε στο Παναθηναϊκό Στάδιο»…

 

Δεν θέλατε πιο μεγάλο χώρο;

Εκεί ήμουν τελείως αρνητικός. Για δύο λόγους ήμουν πάλι αρνητικός. Ο ένας είναι ότι αυτό σηματοδοτεί όντως το φινάλε, γιατί εγώ ακόμη και στη δεκαετία του ’80 που έκανε ο Νταλάρας και ο Σαββόπουλος συναυλίες στο Ολυμπιακό Στάδιο, στο Καραϊσκάκη κλπ, εγώ ακόμη και τότε σε τέτοιους  χώρους δεν πήγα, αν εξαιρέσεις αυτή με τους Λοΐζο-Λεοντή στον Πανιώνιο το ’81 που ήταν μια συναυλία άλλου τύπου με τρεις συνθέτες, εγώ δεν πήγα πουθενά.

 

Γιατί δεν πηγαίνατε σε αυτούς τους μεγάλους χώρους;
Θεωρώ ότι αυτό λειτουργεί μόνο ως χειρονομία κοινωνική και όχι μουσική. Είναι αδύνατον ή τουλάχιστον ήταν αδύνατον με τα μέχρι πρότινος δεδομένα της τεχνολογίας, να πάω να παίξω στο Παναθηναϊκό Στάδιο και να παίξω όπως θέλω εγώ ή αυτά που θέλω εγώ. Και δεύτερον,

 

σε αυτή τη φάση της ζωής μου δεν θέλω να με βλέπουν με τα κιάλια, ούτε εγώ να μην βλέπω τον κόσμο.

 

Παραμένει στόχος η συγκίνηση;

Το συναισθηματικό σε αυτή την ιστορία χτυπάει κόκκινο. Κι είναι αυτονόητο. Συναισθηματικό καταρχήν γιατί αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα υγείας σοβαρό. Συναισθηματικό γιατί θα βρεθώ με αγαπημένα πρόσωπα που έχω συνεργαστεί και τους χρωστάω κι ευγνωμοσύνη.  

 

Στέκεστε πάντα γενναιόδωρος απέναντί στους τραγουδιστές...

Αυτό καλύτερα να το πουν οι ίδιοι. Εγώ είμαι υποχρεωμένος να πω πως αισθάνομαι για όσα πήρα από αυτούς. Προφανώς ο Αλκαίος και ο Μικρούτσικος γράφοντας το «Ερωτικό» έδωσαν στο Μητσιά, αλλά ο Μητσιάς έκανε μια εκπληκτική ερμηνεία που πέρασε καθέτως στην κοινωνία εδώ και 36 χρόνια. Εσύ μπορεί να έχεις δίκιο, αλλά εγώ μιλάω από τη δική μου την πλευρά κι αυτό που μου πρόσφεραν όλοι αυτοί - που με αρκετούς έχω να βρεθώ χρόνια στη σκηνή.  

 

Θυμάστε την πρώτη-πρώτη συναυλία που κάνατε;

Η πρώτη-πρώτη εμφάνιση που έκανα σε μουσική σκηνή επισήμως κι επαγγελματικά, ήταν συνοδεύοντας την Καίτη Χωματά στην Παράγκα πριν τη δικτατορία, Γενάρη του ’67, όπου έπαιζα πιάνο εγώ, τραγουδούσε η Καίτη Χωματά κι επίσης η ταμπέλα έλεγε «Χωματά – Σαββόπουλος», ήταν όμως και ο Σαββόπουλος που είχε βγάλει το «Φορτηγό» και ήταν δημοφιλής τότε στον μικρό κύκλο των μπουάτ. Αυτή η εμφάνιση επί της ουσίας ήταν πιανιστική. Επίσης πρέπει να μείνω και δύο μέρες πριν τη δικτατορία, 19 Απριλίου του 1967, όταν παρουσιάσαμε τα «Νέγρικα» του Λοΐζου σε δεύτερη εκτέλεση. Η πρώτη ήταν με έναν ποπ τραγουδιστή εκείνης της εποχής, που τον λησμονώ τώρα. Η δεύτερη είχε ως τραγουδίστρια τη Μαρία Φαραντούρη, 20 χρονών τότε, εμένα ως πιανίστα σε ένα synthi της εποχής του ’60. Απέναντί μου έπαιζε ο Μάνος Λοΐζος, ο Σαββόπουλος έπαιζε κιθάρα, ντραμς ο Τζίμης Τζιμόπουλος και ο Πετροπουλάκης, ο οποίος μετά εξελίχθηκε σε manager στην Αμερική έπαιζε ηλεκτρικό μπάσο. Το είχε οργανώσει όλο αυτό η ΕΦΕΕ τότε, που ήταν ακόμη προς τα αριστερά η ηγεσία της. Θυμάμαι και τις πρόβες και τη συναυλία. Μετά ξεκίνησα παίζοντας πια και δικά μου τραγούδια στις μπουάτ το ’68. Τυπικά η πρώτη μου συναυλία ήταν στο ραδιόφωνο της Πάτρας που έπαιξα κλασικά τραγούδια όταν ήμουν 7 χρονών το 1954 ή 55.

 

Και πλέον πότε είναι η στιγμή που βγαίνετε μόνος σας να κάνετε μια δική σας συναυλία;

Οι εμφανίσεις μου στην μπουάτ «Ορίζοντες» είχανε πολλά δικά μου τραγούδια. Και είχαμε τραγουδίστρια τη Βάσω Μεσινέζη τότε κι έναν συμφοιτητή μου από το Πανεπιστήμιο, τον Άλκη Λάβαρη.  Όμως γίνονταν βραδιές με τον Νότη Μαυρουδή και άλλους. Ποιητικές βραδιές που παρουσιάζονταν νέοι ποιητές που αργότερα εξελίχθηκαν σε σπουδαίους. Ήταν ένα εργαστήρι καινούριων ιδεών κι εκεί έπαιζα πολλά τραγούδια, τα οποία όμως δεν μπορούσαν να εκδοθούν σε δίσκο λόγω της δικτατορίας. Εκεί είχα παίξει Βαρναλή και άλλα πολλά.

 

Εκτός μουσικών σκηνών και μπουάτ πότε βγήκατε;

Αυτό που σου περιγράφω πιο πάνω συνεχίστηκε ως το ’72. Το πρώτο μου δισκάκι το ηχογραφήσαμε το ’69 και βγήκε το ’70 σε ποίηση του Καρυωτάκη και μετά ήρθε το δεύτερο δισκάκι με την Μαρίζα Κωχ πάλι πάνω στον Καρυωτάκη τo ’72. Αλλά δεν μπορούσα να βγάλω ολόκληρο δίσκο γιατί τα έκοβε τα τραγούδια η λογοκρισία. Είχα μελοποιήσει Ρίτσο, Βάρναλη, μέχρι και Χικμέτ. «Η πιο όμορφη θάλασσα» είναι μελοποιημένη το ’70. Συναυλία με την έννοια της συναυλίας ήταν το καλοκαίρι του ’74, που έπαιξα Χικμέτ – Μπίρμαν, που μετά έγιναν δίσκος, σε ένα θέατρο που ήταν καθέτως της Πατησίων.

 

Η πιο σημαντική συναυλιακή στιγμή μέχρι σήμερα ποια ήταν; Αυτή που τελείωσε και είπατε «τώρα έγινε κάτι μεγάλο»;

Έχω αισθανθεί πολλές φορές μια μεγάλη συγκίνηση και δυστυχώς δεν έχω κάποιο όργανο να μετρήσω τη συγκίνηση, να την καταγράψω και να σου πω, «κοίταξε… Το κοντέρ εκεί έδειξε 97%... Δεν μπορώ να είμαι τόσο ακριβής γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ. Υπήρξαν πολλές στιγμές. Αυτό που θα σου πω είναι κάτι που συνέβη πριν λίγο καιρό κι έχει να κάνει με τις  3 συναυλίες που έδωσα για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ, στο Γαλάτσι στις 11 Μαρτίου, στην Πάτρα στις 18 Μαρτίου και την 1η Απριλίου στη Θεσσαλονίκη στο Παλαί ντε Σπορ. Μαζεύτηκαν συνολικά, σύμφωνα με τα εισιτήρια, πάνω από 22.000 κόσμος. Από εκεί και πέρα, κάποιες φορές παίζοντας τη μουσική πράξη στον Μπρέχτ ή όταν παίχτηκε στο Παρίσι το διπλό κονσέρτο μου για βιολί, πιάνο και ορχήστρα, το αποτέλεσμα ήταν τέλειο και η αποδοχή από ένα πανδύσκολο κοινό ήταν απίστευτη. Όταν παίζω τους «Εφτά νάνους», σε αρκετές περιπτώσεις απογειώνομαι. Τι σημαίνει απογειώνομαι; Να το πω λίγο διαφορετικά κι ίσως λίγο ποιητικά αλλά μου πάει αυτή τη στιγμή. Πάντα απογειώνομαι στους «Εφτά νάνους».

 

Έχω την εντύπωση πως παίρνω το πιάνο και φεύγω. Κι απορώ τώρα, όταν δεν υπάρχει στη σκηνή το πιάνο και ο Μικρούτσικος, τι παρακολουθεί ο κόσμος. Μπερδεύονται ίσως, γιατί όταν τελειώνει το κομμάτι, έρχομαι στη σκηνή για το χειροκρότημα!

 

Το γεγονός ότι είστε ένας αριστερός που πηγαίνει στα πολιτικά φεστιβάλ, ή κάνει μια συναυλία στην ΚΝΕ, σας έφερε ποτέ σε δίλημμα να κάνετε κάτι ή να μην το κάνετε γιατί έχετε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο;

Όχι. Κι ίσως τελικώς για αυτό να κέρδισα. Να σου πω κάτι; Όπως και να τραγουδήσεις την Πιρόγα, είτε με θυμωμένο τρόπο, είτε αλλιώς, το νόημά της πάντα ίδιο είναι για αυτό και κάποια τραγούδια μου είναι καθολικής αποδοχής, ανεξάρτητα από την πολιτική ιδεολογία του ακροατή.

 

Νιώθετε πλήρης με τη διαδρομή που έχετε διανύσει όλα αυτά τα χρόνια ή έχετε μονίμως μέσα σας αυτό το μικρόβιο που λέει «θέλω να καταφέρω και κάτι ακόμα»;

Ωραίο ερώτημα, για αυτό θα προσπαθήσω να είμαι εντελώς ειλικρινής. Είναι προφανές πως έχω κάνει πάρα πολλά πράγματα. Κι ακόμα πιο προφανές πως δεν τα έχω κάνει όλα. Στα 14 μου έκλεινα τα μάτια κι έλεγα πως θα με παίξει η φιλαρμονική του Βερολίνου. Ε, δεν με έπαιξε. Με έπαιξαν όμως άλλες φιλαρμονικές κι άλλες ορχήστρες πολύ καλές. Σε κάποια φάση πιο συνειδητή, εκεί στο ’95-’96, έχοντας πάθει την πλάκα της ζωής μου κι εξακολουθώντας να την παθαίνω, μιας και τώρα είμαι φαν της, ήθελα να βρω τρόπο να συνεργαστώ με την Ute Lemper, λίγο μετά τη Milva. Όχι επειδή έγινε με τη Milva, που επίσης ήταν ένα μεγάλο όνειρο που εντελώς εκ τύχης πραγματοποιήθηκε.

 

Όταν λέτε τυχαία;

Όταν ήμουν 25 χρονών είχα πάρει το Milva canta Brecht, το ’72 που βγήκε, κι ήταν η εμφάνιση της Milva στο Παρίσι. Ακούω το δίσκο και λέω «τραγουδάει όπως εγώ». Τι εννοώ; Εννοώ πως δαγκώνει τις συλλαβές όπως εγώ. Τότε ήταν οι πρώτες μέρες συνεργασίας και προβών με τη Μαρία Δημητριάδη. Δαγκώναμε τις συλλαβές. Κι αυτό το βλέπω στη Milva. Σε όλα τα τραγούδια! Και τρελάθηκα! Και ντρεπόμουν να το πώς στους κολλητούς μου, γιατί θα νόμιζαν ότι είμαι πολύ μεγάλο ψώνιο. Το 1992, είκοσι χρόνια μετά, δέχθηκα ένα τηλέφωνο από μια τρελή που μιλούσε γαλλικά, ιταλικά, αγγλικά ταυτόχρονα σε μία φράση, θεώρησα πως επειδή το είχα πει σε κάποιους φίλους, πως κάποιος μου κάνει πλάκα. Και κλείνω το τηλέφωνο, προσπαθώντας να σκεφτώ σε ποιον το είπα τελευταία για να καταλάβω ποιος μου κάνει πλάκα και ξαναχτυπάει το τηλέφωνο. Ξανά το ίδιο. Αυτή τη φορά δεν έκλεισα το τηλέφωνο αλλά έλεγα πως δεν ακούω. Τρίτη φορά, ίδια διαδικασία.

-Ποιος είναι;

- Η Milva.

- Από πού τηλεφωνείτε;

- Από το Intercontinental Βιέννης.

Κλείνω το τηλέφωνο, δεν βρίσκω ποιος μπορεί να μου κάνει πλάκα και παίρνω τις πληροφορίες και ζητάω το τηλέφωνο του Intercontinental Βιέννης. Καλώ και ζητώ να μιλήσω με τη Milva, σίγουρος πως θα μου πουν πως δεν υπάρχει καμία Milva εκεί. Και μου λένε «Μισό λεπτό να σας συνδέσω!». Και παθαίνω την πλάκα της ζωής μου!!!

Αυτό το όνειρο λοιπόν έγινε.

 

Τελικά, για να επιστρέψω στην αρχική ερώτηση, νιώθετε πλήρης;

Άλλα έχουν γίνει και άλλα όχι. Θα ήμουν ο πιο χαζός άνθρωπος στον κόσμο αν μετά από μια τέτοια πορεία τόσων χρόνων – επί της ουσία 67 χρόνια είμαι στη μουσική- 50 και πλέον χρόνια σταδιοδρομίας, του κόσμου οι δίσκοι, από την ΕΜΙ Classic, Minos, Lyra, Θέατρα, χιλιάδες συναυλίες, Επίδαυρος, Ηρώδεια, Μέγαρα, να πω «ξέρεις θα ήθελα» ή «έλα να προλάβει να με παίξει η Φιλαρμονική του Λονδίνου» ή να παίξω στο Covent Garden, που δεν έχω παίξει. Έχω παίξει στο Queen Elisabeth Hall.

Έχω μία αρχή με την οποία πορεύομαι και λέει «να ξεπερνάω τις δυνατότητές μου». Να κατακτώ το αδύνατο. Να σπρώξω τα όρια». Αυτό είναι το μόνο που θέλω! Δεν θέλω να μείνω στα σίγουρα. Δεν θέλω να μείνω στα προβλέψιμα. Όσο μπορώ.

 

Εκτός από τη διεύρυνση του ορίου υπάρχει κάποια άλλη εσωτερική δύναμη που σας κινητοποιεί;

Το δεύτερο μότο μου είναι «λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται» από τη «Βάρδια» του Καββαδία. Κι αυτό αφορά όχι μόνο τη μουσική, αλλά τη ζωή ακόμη περισσότερο. Γιατί άμα κλείσεις το παράθυρο στο όνειρο, δεν έχεις ζωή. Τελεία και παύλα! Πρέπει να ονειρεύεσαι μέχρι τέλους. Υπάρχει μια δυσκολία την οποία οι νεότεροι άνθρωποι πρέπει να την αλλάξουν. Λένε «δεν αλλάζει ο κόσμος». Τι λέτε ρε παιδιά; Ο κόσμος αλλάζει. Είναι αποδεδειγμένο ιστορικά από την εποχή του πρώτου καταμερισμού εργασίας στη Μεσοποταμία πριν 6000 χρόνια, πως ο κόσμος έχεις αλλάξει πάρα πολλές φορές. Βεβαίως, οι κοινωνίες που διαδέχονταν η μία την άλλη, μπορεί να ήταν κοινωνίες εκμετάλλευσης, η επόμενη όμως μπορεί να είναι αυτή που θα οδηγήσει σε μια κοινωνία ουτοπίας! Εκεί που ο ψαράς θα γράφει ποιήματα και ο ποιητής θα ψαρεύει. Εκεί που ο άνθρωπος θα αυτοπραγματωθεί. Το πότε και το πώς δεν το ξέρω, αλλά είναι σίγουρο ότι προς τα εκεί πάμε. Εκτός αν ανατιναχθεί ο πλανήτης και τελειώσουμε. Αλλά η εξέλιξη είναι εξέλιξη. Δεν τη σταματά κανείς.

 

Απλώς η ζωή μας είναι μικρή και μέσα σε μια ζωή μπορείς να δεις τη μαύρη πλευρά των πραγμάτων και να μη δεις τη φωτεινή. Αλλά η φωτεινή υπάρχει. Και πρέπει να παλεύουμε για αυτό.

 

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που έχετε πάρει από τη μουσική. Υπάρχει ηθικό δίδαγμα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι;

Δεν θέλω να βάλω ηθικά διδάγματα με την έννοια ότι την ηθική που κουβαλάς εσύ ως πρόσωπο. Η μουσική για μένα είναι μια τεράστια ιστορία. Είμαι λουσμένος με μουσική. Τρέχει η μουσική εντός μου. Τα πάντα περνούν μέσα από αυτό. Αν ρωτήσεις έναν ζωγράφο θα σου πει το ίδιο για τη ζωγραφική. Έναν συγγραφέα για το γράψιμο. Όλες αυτές οι τέχνες, ακόμη και στην εποχή που ζούμε σε φέρνουν σε επαφή με συνομιλητές. Τυχαίνει στο τραγούδι οι συνομιλητές να είναι περισσότεροι. Αρκεί να είναι συνομιλητές με τις προϋποθέσεις της τέχνης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ναι! Σε διδάσκει. Σε διδάσκει την ευαισθησία. Σε διδάσκει ισορροπία, γιατί οι Σειρήνες για έναν γνωστό, για έναν σταρ, για έναν δημοφιλή καλλιτέχνη, είναι πάρα πολλές. Και θέλουν να σε πάρουν, να σε κάνουν δικό τους και να σε αφομοιώσουν. Από την άλλη μεριά, ο εύκολος τρόπος να μη σε αφομοιώσουν, είναι να κλειστείς στους 4 τοίχους του σπιτιού σου. Ή να πας σε ένα βουνό. Αλλά δεν είναι λύση αυτό. Γιατί έτσι δεν μπορείς να την κάνεις τη μουσική σου, αν πας να κρυφτείς. Το θέμα λοιπόν είναι πολύ δύσκολο. Έχεις τις Σειρήνες, έχεις τα χρήματα, έχεις την αφομοίωση – είσαι δικός μας; Θα σου δώσουμε το 1,2,3,4. Δεν είσαι; Θα σε δυσκολέψουμε! Εγώ, πολλές φορές που με καλούσαν σε τηλεοπτικές εκπομπές, συστημικού τύπου, έπαψα να πηγαίνω από μια στιγμή και μετά γιατί το έκαναν για απενοχοποίηση.

 

Έτυχε όμως να έρθει η τηλεόραση σε αυτή την ιστορία μετά το 1995-96, όταν πια εγώ ήμουν μεγάλο όνομα στο τραγούδι, στην ελληνική μουσική και στην πολιτιστική διαχείριση, γιατί κάποιος που ξεκινούσε τότε μπορούσαν να τον πατήσουν.   

 

Νιώθετε ποτέ απομονωμένος στον εαυτό σας κι ότι δεν μπορείτε να επικοινωνήσετε με το γύρω κόσμο. Ότι έχετε πάει σε ένα άλλο επίπεδο πιο εσωτερικό, πιο μεγάλο, πιο σπουδαίο μέσα σας και αυτό να σας απομόνωσε από τους γύρω;

Όχι. Με τον τρόπο που το λες όχι. Γιατί είχα πάντοτε ένα συναίσθημα να συνομιλώ με τον κόσμο. Μέσα σε αυτή τη βαρβαρότητα που ζούμε, ο κόσμος δέχεται συνεχώς επιθέσεις, με αποτέλεσμα όλες αυτές οι επιθέσεις να είναι βλαπτικές στη συνείδησή τους και στον τρόπο που κρίνουν τα πράγματα. Θα ήμουν πραγματικά επιπόλαιος και άδικος αν ξεκινούσα την κριτική μου σε αυτό το σύστημα, κάνοντας κριτική στον κόσμο. Ο κόσμος δέχεται μια επίθεση φοβίας τα τελευταία χρόνια, άνευ προηγουμένου. Δέχεται μια διαστρέβλωση των πραγμάτων που όμοια της δεν έχει ξαναγίνει. Όχι. Δεν κλείνομαι στον εαυτό μου. Καθόλου! Αυτό σε γενικές γραμμές. Σε στιγμές μπορεί να έχει συμβεί.

 

Υπάρχουν πράγματα που έχετε πει ότι ήρθε η ώρα να μην τα ξανακάνετε;

Νομίζω ότι επί της ουσίας αποχαιρετώ όλες τις μουσικές σκηνές. Σε μουσικές σκηνές αυτή τη στιγμή δεν θα ήθελα να ξαναπαίξω. Ίσως το κάνω μια φορά ως αποχαιρετισμό. Γιατί ο κόσμος πάει χαλαρά, πίνει το ποτό του, θέλει να τραγουδήσει, θέλει μια παρέα κι εντάξει… Το έκανα για πάρα πολλά χρόνια και μάλλον το έκανα επιτυχώς. Αυτό το πράγμα, έκλεισε. Πέραν αυτού, είναι και η ηλικία. Αυτή τη στιγμή, αισθάνομαι καλλιτεχνικότερος διευθύνοντας την Καντάτα για τη Μακρόνησο, ή παίζοντας τη μουσική πράξη του Μπρεχτ, ή παίζοντας 3 κύκλους, ή κάνοντας τον Καβάφη με το Θωμαΐδη. Χτες έκανα πρόβα με το Χρήστο Θηβαίο για μία συναυλία. Τραγούδησε το «1-0» από το «Συγγνώμη για την Άμυνα» και τη «Βασίλισσα» από το «Θάλασσα στη Σκάλα». Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα αυτά τα τραγούδια στην πρόβα. Αυτά θέλω να τα κάνω.

 

Δεν μπορεί να γίνει αυτό στις μουσικές σκηνές;

Αυτό δεν είναι ταιριαστό στο αίσθημα που έχει ο κόσμος στις μουσικές σκηνές. Τους ίδιους ανθρώπους αν τους καλέσω σε ένα κλειστό θέατρο θα αντιδράσουν πολύ διαφορετικά. Οι ίδιοι, πηγαίνοντας εκεί είναι «Γεια σου. Κοίτα το Χρηστάρα ρε!», κατάλαβες; Αυτό! Θέλω λοιπόν να το κλείσω αυτό το κεφάλαιο.

 

Ή θα το κλείσω άνευ αποχαιρετισμού ή θα το κλείσω ίσως πηγαίνοντας μια φορά στο Σταυρό του Νότου για λόγους συναισθηματικούς.

 

Άρα επί της ουσίας έχετε αποφασίσει να αποσυρθείτε από τα live στα μαγαζιά…

Αυτοσχεδιάζω τώρα. Δεν το έχω πει σε κανέναν αυτό που σου λέω. Εάν με βοηθήσει η υγεία μου θέλω να κάνω κάποιους κύκλους από την παλαιότερη δουλειά και βέβαια, επειδή έγραψα ένα κομμάτι για σόλο βιολοντσέλο και κινητοποιήθηκαν πολύ τα χέρια μου κι είμαι πολύ ενθουσιασμένος, δεν κλείνω την πόρτα σε περαιτέρω συνθέσεις. Ίσως προς το παρόν κλείνω την πόρτα σε μεγάλες συνθέσεις γιατί δεν μπορώ να προγραμματίζω ογκώδη πράγματα, αλλά κάποια τραγούδια. Θέλω να εκφράσω κάτι πιο προσωπικό αυτή τη στιγμή. Να αφιερώσω σε κάποια πρόσωπα.