Η επιστημονική πραγματικότητα συναντά την επιστημονική φαντασία. Η ομάδα χορού και ακροβασίας "Και όμως κινείται" και ο Χαΐνης Δημήτρης Αποστολάκης  παρουσιάζουν την παράσταση "Το σωματίδιο του θεού", μαζί με την καινούρια τους συνεργασία: την παράσταση "Η εκδίκηση του πυριτίου" στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. [Η εκδίκηση του πυριτίου: Δευτέρα 26/2 - 5/3 - 12/3 (21.00). Το σωματίδιο του Θεού: Τρίτη 27/2 - 6/3 - 13/3 (21.00)]. Με αυτήν την αφορμή ζητήσαμε από τον Δημήτρη Αποστολάκη να γράψει ένα κείμενο για την σχέση Επιστήμης και Τέχνης.

Το χωριό ήταν μολυσμένο από το μικρόβιο του φόβου. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα μάτια ανδρών και γυναικών της φυλής. Αυτό τους έκανε ευερέθιστους, νευρικούς, επιθετικούς. Συχνά ξεσπούσαν καυγάδες χωρίς να υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος. Τις νύχτες όλοι λαγοκοιμούνταν. Ακόμα κι ο λιγοστός ύπνος διακόπτονταν από τυρρανικούς εφιάλτες. Ξυπνούσαν το πρωί κουρασμένοι και άκεφοι.

 

 

Η Μεγάλη Μητέρα, εκείνη την αυγή, συγκέντρωσε όλα τα μέλη της φυλής έξω από την καλύβα της. Δεν συνηθιζόταν να γίνεται αυτό. Οι γεροντότεροι είχαν κληθεί σε συγκένρωση από τη Μεγάλη Μητέρα μια ή δυό φορές σ’ όλη τους τη ζωή και μόνο σε κατάσταση μεγάλου κινδύνου. Αυτή ανακοίνωσε, με λυπημένο αλλά αγέρωχο ύφος ότι τα τρόφιμα στην αποθήκη του χωριού τελειώνουν. Τώρα ήξεραν όλοι ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν τότε στους δυο μάγους της φυλής: τον Ηνχέτ και τον Ημηστιπέ. Ο πρώτος είχε καταγράψει όλα τα τραγούδια και τους χορούς της φυλής από την αρχή του χρόνου, από την εποχή του μεγάλου κατακλυσμού. Ο άλλος είχε ταξινομήσει όλα τα φυτά και τα ζώα του δάσους, τις εκλείψεις του ήλιου, της σελήνης και τις τροχιές των αστεριών.

 

 

Η αγέλη των άγριων σαρκοβόρων ζώων πρέπει να είχε έρθει από πολύ μακριά, γιατί τέτοια ζώα δεν είχε ξαναδεί κανείς στη ζωή του. Επιτίθεντο σε ανθρώπους και οικόσιτα ζώα, που τολμούσαν να αφήσουν έστω και λίγο την ασφάλεια των χοντρών δερμάτων που σκέπαζαν τις καλύβες τους.

 

Οι δυο μάγοι, αφού διάλεξαν τους λιγότερο φοβισμένους πολεμιστές της φυλής, τους οδήγησαν στο ιερό σπήλαιο. Εκεί ο Ημηστιπέ, ανακάτεψε διαφόρων λογιών χώματα, σχημάτισε μια χρωστική ουσία κι ο Ηνχέτ ζωγράφισε στο βράχο το άγνωστο άγριο θηρίο. Ήταν τόσο πετυχημένο το χρώμα και τόσο πειστικό το σχέδιο, που οι πολεμιστές τρομοκρατήθηκαν και πήγαν να το βάλουν στα πόδια. Οι μάγοι τους συγκράτησαν. Όσο περνούσε η ώρα συνήθιζαν στη θέα της βραχογραφίας και φοβόντουσαν όλο και λιγότερο. Ο Ημηστιπέ είπε πως έπρεπε να βιαστούνε. Ήξερε πως το βράδυ θα είχε έκλειψη σελήνης κι αυτό θα τους έδινε πλεονέκτημα αιφνιδιασμού. Έφτιαξε μουρμουρίζοντας αρχαία ξόρκια, ένα βοτάνι, που θα καταπολεμούσε την κούραση των πολεμιστών κι έδωσε στον καθένα το μερτικό του. Ο Ηνχέτ άρχισε να τους μαθαίνει ένα χορό, εκστατικό, που το συνόδευε μ’ ένα ρυθμικό τραγούδι. Οι άντρες συνεπαρμένοι από την κίνση και τον ήχο, ένοιωσαν το θάρρος τους να ξεχειλίζει και τη θέληση τους να ατσαλώνεται.

 

 

Το πρωί γύρισαν από το δάσος κατάκοποι αλλά με την απόλυτη ευτυχία στα πρόσωπα τους. Είχαν καταδιώξει την αγέλη και μάλιστα χωρίς καμιά απώλεια, χωρίς να τρέξει σταγόνα αίμα.

Στο άκουσμα του χαρμόσυνου νέου, ένας ήλιος πρωτόφαντος κοντοστάθηκε πάνω από το χωριό. Γρήγορα όμως μαζεύτηκαν απειλητικά μαύρα σύννεφα. Τα πιο συντηρητικά μέλη του συμβουλίου των γερόντων κατηγόρησαν τους δυο μάγους για διάπραξη σωρείας θανάσιμων αμαρτημάτων: βεβήλωσαν με ζωγραφιές το ιερό σπήλαιο, χόρεψαν καινούργιους χορούς, είπαν ξενικά τργούδια, εξέδραμαν τη νύχτα της έκλειψης που ήταν αφιερωμένη στους νεκρούς προγόνους.

 

Η Μεγάλη Μητέρα δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να εφαρμοστεί ο νόμος. Απρόθυμα διάταξε να ετοιμάσουν τυν ιερή πυρά. Οι μάγοι τοποθετήθηκαν πάνω στους σωρούς από ξύλα. Τα κορμιά λαμπάδιασαν. Δυο στήλες χρυσοί καπνοί ξεπήδησαν από τα καιόμενα σώματα. Ο ένας είχε τη μορφή του Ημηστιπέ κι ο άλλος του Ηνχέτ. Όσο ψήλωναν προς τον ουρανό, τα δυο σώματα έσμιγαν και σχημάτιζαν την μορφή του αρχαίου μάγου Ηόρ Ανέ. Αυτός είχε σώσει το χωριό, τον καιρό του μεγάλου κατακλυσμού και είχε θανατωθεί έπειτα, για παραβίαση των προγονικών νόμων. Μια σιωπή βαριά απλώθηκε στο πλήθος, τόσο βαριά σαν να βούλιαξαν μέσα στη νερολακούβα μιας στιγμής όλες οι θάλασσες του παρελθόντος κι οι ωκεανοί του μέλλοντος.

 

Μέσα στη σαστιμάρα, κανείς δεν είδε ένα παιδί που βγήκε τρέχοντας από την καλύβα των μάγων. Είχε στις μασχάλες του τυλιγμένες φλούδες κορμών, με χαραγμένα σύμβολα. Κλαίγοντας η μικρή σκιά χάθηκε στο δάσος...