Τον Φεβρουάριο του 2016 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την πρώτη γνωριμία του Γιώργου Παπαστεφάνου με την Αρλέτα. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου περιέγραψε τότε αυτή την πρώτη τους συνάντησή με την ακόλουθη ανάρτηση στο προφίλ του στο Facebook. Εμείς, αφού τον ευχαριστήσουμε, την παραθέτουμε με την άδειά του, μαζί με το κείμενο που συνοδεύει το τραγούδι της ανάρτησης και που δανειζόμαστε επίσης από το κανάλι του στο Υoutube.

 

Επιμέλεια: Σιδερής Πρίντεζης

 

«Η Αρλέτα πίστευε πως είχαμε γνωριστεί καλοκαίρι γιατί θυμόταν κάποιον απ'την παρέα της να ρίχνει τις βουτιές του. Μπα, επέμενα εγώ, μάλλον ο φίλος σου ήταν χειμερινός κολυμβητής ! Φεβρουάριος ήταν τότε που πρωτοσυναντηθήκαμε, σε μια Ύδρα άδεια και μουντή και ήταν Καθαρή Δευτέρα. Μάλιστα, μετά από έρευνες σε ξεχασμένα χαρτιά και ημερολόγια, κατέληξα και στην οριστική ημερομηνία. 21 Φεβρουαρίου του 1966.

 

Η Ύδρα τον χειμώνα είναι διπλά γοητευτική, τουλάχιστον έτσι την θυμάμαι. Και ειδικά εκείνο το πρωί το κράτησα στη μνήμη μου σαν κάτι μαγικό. Βέβαια, ο ίδιος με το αιώνιο τρανζίστορ μου, και δη στη διαπασών, έκανα ό,τι μπορούσα για να χαλάω την ατμόσφαιρα, αλλά ο Μπάμπης Γονίδης, φίλος καλός και προσηνής, με επανέφερε στην τάξη. «Χαμήλωσε λίγο το ραδιόφωνο γιατί το κορίτσι στη διπλανή παρέα θέλει να τραγουδήσει» μού είχε πει, καθώς ετοιμαζόμασταν να φύγουμε. Τότε πρόσεξα πως ανάμεσα στους σπουδαστές της Σχολής Καλών Τεχνών που κάθονταν λίγο πιο κει στα βράχια, βρισκόταν κι ένα κορίτσι με κιθάρα. Ήδη ανηφορίζαμε προς τον Μύλο της Σοφίας Λόρεν, όπως ονομαζόταν εκείνο το σημείο από την εποχή που γυριζότανε στην Ύδρα «Το παιδί και το δελφίνι», όταν άκουσα τη φωνή του κοριτσιού να τραγουδά «Με το Λύχνο του Άστρου» από το «Άξιον εστί». Μα αυτή είναι έτοιμη τραγουδίστρια, είπα στον Μπάμπη έκπληκτος. Μετά, το κορίτσι τραγούδησε τον «Σωκράτη» από τους «Όρνιθες».

 

Δεν ξέρει μόνο να τραγουδά, έχει και καλό γούστο. Θα την πάω στον Πατσιφά, είπα ξανά στον Μπάμπη, σίγουρος πια πως είχα ανακαλύψει την Ελληνίδα Τζόαν Μπαέζ. Στο καράβι της επιστροφής τής μίλησα, ανταλλάξαμε τηλέφωνα, αλλά δεν την είδα να ενθουσιάζεται με την ιδέα να γίνει τραγουδίστρια. Εγώ πηγαίνω για ζωγράφος, μού είπε. Ούτε ο Νότης Μαυρουδής με πολυπίστεψε όταν τού διηγήθηκα την ιστορία το επόμενο πρωί, στο Ραδιοφωνικό Σταθμό των Ενόπλων όπου ήμασταν φαντάροι. Αλλά και ο Αλέκος Πατσιφάς, όταν πήγαμε με την Αρλέτα στη «Λύρα» για να την ακούσει επιτέλους, τής είπε: «Καλή είσαι, αλλά σαν την Μοσχολιού μπορείς να τραγουδάς ;». Αγρίεψα. «Κύριε Πατσιφά, σάς φέρνω κάτι εντελώς καινούριο και ζητάτε κάτι που ήδη υπάρχει ;». Ο Αλέκος Πατσιφάς όταν του' βαζες τις φωνές, συνήθως μαζευόταν. Κανονίστηκε λοιπόν «οντισιόν» στο στούντιο της «Κολούμπια», παρόντες και ο Μαυρουδής με τον Σπανό, και φυσικά, όπως το περίμενα όλοι έδωσαν ρέστα ! Τα υπόλοιπα τα ξέρετε ! Πενήντα χρόνια Αρλέτα.

 

Πενήντα χρόνια μιας σπουδαίας πορείας στο χώρο του τραγουδιού, αλλά και μιας μεγάλης φιλίας που ξεκίνησε απ'την Ύδρα, στις 21 Φεβρουαρίου του 1966. Για αυτή τη «σχέση ζωής», η Αρλέτα έγραψε και μού αφιέρωσε ένα μικρό τραγούδι. Αυτό το σύντομο τραγουδάκι, ακούστηκε μονάχα μια φορά στην Τηλεόραση, ποτέ ξανά, και έχω σημειώσει και την ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου του 1997. Εκείνη την ημέρα με είχαν καλέσει στην εκπομπή τους «Συν και πλην» που παρουσίαζαν στην ΕΡΤ, η Μπήλιω Τσουκαλά, ο Ανδρέας Ροδίτης και η Λένα Αρώνη.

 

Και σαν δώρο-έκπληξη, μού έδειξαν ένα μαγνητοσκοπημένο στιγμιότυπο στο οποίο η Αρλέτα μιλούσε στον Ανδρέα Ροδίτη για μένα και για την φιλία των τόσων ετών που μάς συνδέει, κλείνοντας με τα παρακάτω λόγια που μού τα ψιθύρισε γλυκά με ένα απλό τραγούδι : «Δεν θα σού πω πως «μια φορά θυμάμαι» μ'αγαπούσες. Δεν θα σού πω για «ερημιά», για «άδειες νύχτες» που ζούσες. Δεν θα σου πω για «αγάπη μια, για ένα καλοκαίρι». Αυτά είναι αγέρας και δροσιά στου χρόνου το παρτέρι. Μην περιμένεις, φίλε μου, παλιά τραγούδια να σου πω.

 

 

Μα να το ξέρεις, Κύριε Έντισον, πως πάντα σ'αγαπώ».

 

 


 

Πριν λίγες ώρες ο Γιώργος Παπαστεφάνου αποχαιρέτησε την Αρλέτα με το παρακάτω κείμενο: 

 

Ως την τελευταία στιγμή πίστευα πως θα γίνει πάλι ένα θαύμα. Όπως τις προηγούμενες φορές. Αλλά δεν έγινε. Και θα πρέπει να το πάρω πια απόφαση πως δεν θα ξαναμιλήσω μαζί της στο τηλέφωνο, πως δεν θα την ξαναδώ όπως τόσες φορές στο σπίτι τής Κυψέλης, πως δεν θα την ξανακούσω να τραγουδά με την κιθάρα της, στα μέρη που την άκουγα τα τελευταία χρόνια. Πριν αρρωστήσει ήταν πανευτυχής για το δίσκο που μόλις είχε ολοκληρώσει. «Θα σού αρέσει!» μού είχε πει. «Κάνανε πολύ ωραία δουλειά ο Λάκης και η Σάννυ». Ο Λάκης Παπαδόπουλος που έβαλε τη μουσική, η Σάννυ Μπαλτζή που έγραψε τους στίχους. Όπως κι εγώ, πίστευε η Αρλέτα στη φιλία. Και η δική μας κράτησε 51 χρόνια. Στέρεη σαν βράχος. Σταθερή κι αμετακίνητη.

 

Πριν από κάποια χρόνια, μού ζήτησε να πάμε στην Ύδρα εκδρομή. Μόνοι μας, εκεί που την πρωτάκουσα. «Για να θυμηθούμε» μού είπε. Κάποια φορά, την ρώτησα αν τελικά τής έκανα καλό που την έβγαλα στο τραγούδι. Τον πρώτο καιρό στη σχέση της με το κοινό είχε νιώσει πολύ άβολα. «Α, όχι, μού αρέσει τώρα» μού απάντησε. Η Αρλέτα είχε επιλέξει το κοινό της κι ο κόσμος αυτός την λάτρεψε. Έδειχνε να μην είναι εύκολη, απλώς ήταν σοβαρή και απαιτητική. Δεν ακολούθησε τα τσαλίμια της καριέρας, δεν κολάκεψε κανέναν, δεν κατέβηκε εκείνη τα σκαλιά. Ανέβασε τους ακροατές της προς το μέρος της. Από την αρχή ήταν η διανοούμενη του Νέου Κύματος, ευφυής, καλλιεργημένη, πρωτότυπη, γεμάτη φαντασία. Και βέβαια πολύπλευρη. Έγραφε, ζωγράφιζε, τολμούσε. Για τον άσχετο που πλήγωνε τη ζωή και την αισθητική μας είχε βάλει την λεζάντα «λοχίας με άποψη».

 

Πριν απ'την Κυψέλη, τα Εξάρχεια. Στο διώροφο σπίτι της Δεληγιάννη, η Ναυσικά και ο Γούλας, οι γλυκύτατοι γονείς και στο ισόγειο ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου. Κοιτάζω στη δισκοθήκη μου τους δίσκους της. Ο ένας καλύτερος απ' τον άλλο. Το ίδιο και τα τραγούδια που μάς άφησε. Μ'αυτά θα την έχουμε κοντά μας όσα χρόνια κι αν περάσουν. Τώρα θα γυρίσω στο 1989. Τότε, ο Στέφανος Ληναίος έκανε μαζί με την δημοσιογράφο Ελένη Δελβινιώτη μια μεσημεριανή εκπομπή στην τηλεόραση της ΕΡΤ και μάς είχε καλέσει, την Αρλέτα και εμένα, για να μιλήσουμε για τη φιλία μας που μετρούσε κιόλας τόσα χρόνια.

 

Λίγο πριν απ'το τέλος, η Αρλέτα πήρε την κιθάρα της και με ζωντανό ήχο στο στούντιο τραγούδησε δικούς μου στίχους, απ'τα τραγούδια που είχα γράψει όταν ακόμα το Νέο Κύμα ξεκινούσε.