Ο χώρος του ελληνικού τραγουδιού –αφήνω εδώ εκτός πραγματείας το αποκαλούμενο «εμπορικό»- σήμερα γνωρίζει μιαν πρωτοφανή για τα δεδομένα του καιρού άνθιση. Όχι, δεν πρόκειται για ευφυολόγημα, αλλά για πραγματικότητα! Από όποια πλευρά του και αν το δει κανείς, διαπιστώνει ότι ζούμε σε μιαν άκρως μουσική εποχή όπου αυτό που ονομάζεται «τραγούδι» ξεχύνεται από παντού σαν συντριβάνι της Σταδίου!

 

 

Να το δει κανείς από πλευράς δημιουργίας; Όλες οι γενιές των καλλιτεχνών πλην ελαχίστων εξαιρέσεων έχουν βγει στη σέντρα. Νέοι δίσκοι και digital τραγούδια από στουντιακές ή home studio ηχογραφήσεις, ιδίοις εξόδοις στην πλειοψηφία τους, με αρκετές αναλογικά των συνθηκών δισκογραφικές εταιρείες να είναι ενεργές και να φυτρώνουν και νέες.  Τραγούδια από τους προπάτορες –πλέον- συνθέτες του ‘60 και ‘70,  τους δημιουργούς του ’80, τους τραγουδοποιούς του ’90 και του ΄00, τη γενιά του 2010,  τις νεοεμφανιζόμενες μπάντες, παρέες και τους νεότατους καλλιτέχνες τού σήμερα. Δίπλα σε αυτούς επανενώσεις συγκροτημάτων που είτε έβαλαν κάποτε άνω τελεία είτε γιορτάζουν περιοδικά τις τελείες και τα λάθη τους…

 

Με μια πανσπερμία ήχων, φωνών και λόγου σε ένα ευρύτατο μουσικό  πεδίο, από το άκρως παλαιομοδίτικο ύφος έως στο άκρως πειραματικό, από τη λόγια γλώσσα της μελοποιημένης ποίησης μέχρι την αγγλόφωνη σκηνή κ.τλ. Με έναν καταιγισμό διασκευών και μουσικών αλχημειών που είτε αποτελούν εμπνευσμένες μεταγγίσεις αίματος είτε πολτοποιημένες εκδοχές, συμβάλλοντας , όπως και να έχει, στην επαναπροβολή τραγουδιών σε νεώτερο κοινό. Με νοοτροπίες που κυμαίνονται από ιδεολογικές αγκυλώσεις έως πλήρη ελευθερία, από σύνδρομα όπως αυτό που περιέγραφε- για άλλες συνθήκες- ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης «αυτοί που θα ήθελαν να γράφουν σαν τον Ρεμπώ, αλλά να έχουν και την απήχηση του Γιώργου Νταλάρα» και από μετανεωτερικές αντιλήψεις περί μουσικού «ενοποιημένου πεδίου». 

 

Επιπλέον, οι συναυλίες - παραστάσεις χειμώνα-καλοκαίρι άφθονες• για όλα τα βαλάντια και γούστα: από μικρά μπαρ μέχρι νεοσύστατα ιδρύματα πολιτισμού, από παραδοσιακές μουσικές σκηνές μέχρι ανοικτούς παραθαλάσσιους χώρους. Με χιλιάδες ακροατές από κάτω ή με τη βία δέκα. Τα δε περιορισμένα μέχρι πριν λίγα χρόνια μέσα προβολής σήμερα πολλαπλασιάζονται σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή: οι ερτζιανοί μουσικοί ή ημι-μουσικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί για πρώτη φορά παρουσιάζουν τέτοια αριθμητική δυναμική, είτε αυτοί επανδρώνονται με playlist είτε με παραγωγούς σε καθεστώς αυτονομίας ή ημι-αυτονομίας επιλογών.

 

Πολλά και τα web radios τα οποία επίσης φιλοξενούν καλλιτέχνες, κάνουν αφιερώματα κ.ά. Όπως και τα διαδικτυακά και - δύο έντυπα- μουσικά περιοδικά επαγγελματικά, ερασιτεχνικά και κάπου στο ανάμεσο, όπου βρίθουν από συνεντεύξεις, άρθρα, αφιερώματα, παρουσιάσεις συναυλιών, δίσκων κτλ. από όλο το χρονολογικό φάσμα της μουσικής. Αν προσθέσουμε σε αυτά και το άφθονο τραγούδι που ρέει από τους τηλεοπτικούς δέκτες μέσω των μουσικών show, μoυσικών εκπομπών και των δημοσιογραφικών magazino,  τις συναυλίες διαμαρτυρίας, συμπαράστασης καθώς και τα σεμινάρια γύρω από το τραγούδι, όπου οι διδάσκοντες τείνουν να γίνουν περισσότεροι από τους διδασκομένους, αλλά και τα Μουσικά Σχολεία, Μουσικά Χωριά, Μουσικά Φεστιβάλ κ.ά. όλα αυτά μάλλον πιστοποιούν αυτό που ανέφερα εξαρχής: ο χώρος του ελληνικού τραγουδιού (και πιο διευρυμένα της μουσικής)  βλέπουμε να γνωρίζει μιαν πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής έκρηξη. 

 
Τι άλλο όμως βλέπουμε; 
 

Καταρχάς και κυρίως τη χειρότερη από οικονομικής άποψης χρονική στιγμή της νεώτερης ιστορίας για πάμπολλους δημιουργούς και μουσικούς εν μέσω μιας σκληρής μάχης με την ΑΕΠΙ, καθώς και μιαν αναδυόμενη παράδοξη ταξικότητα: όποιοι έχουν οικονομικούς πόρους, παραλλήλως ή εκτός της μουσικής, ατενίζουν με περισσότερη αισιοδοξία την πορεία τους στο μουσικό μέλλον. Βλέπουμε για ορισμένα σύγχρονα δημιουργήματα που βρίσκονται στον αφρό της δημοσιότητας και των λεγόμενων «προβολών»,  να ισχύει το απόφθεγμα του Όσκαρ Ουάιλντ: «Τίποτε δεν προκαλεί τόση απήχηση όσο μια καλή κοινοτοπία. Κάνει τους πάντες να νιώθουν οικεία».

 

Βλέπουμε την αντίφαση, τραγούδια να υπάρχουν σαν να μην εμφανίστηκαν ποτέ, -ειδικά αν δεν υποστηρίζονται με live- χαμένα μέσα στη χοάνη του διαδικτυακού απείρου και της μερικής ραδιοφωνικής συντεχνίας, οικονομικής ή φιλικής.  Κι από την άλλη πλευρά τραγούδια ή καλλιτέχνες που γεμίζουν χώρους έχοντας ελάχιστο έως ανύπαρκτο ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό χρόνο σαν να κινούνται επιτυχώς σε ένα παράλληλο σύμπαν.

 

Βλέπουμε μιαν αξιοσημείωτη -διαδικτυακή κυρίως- προβολή πολλών «μικρομεσαίων» καλλιτεχνών (βοηθούντων των προσωπικών τους social  media) που εμπεριέχει μια χαμένη δημοκρατικότητα δημοσιότητας, πρωτόγνωρη στην ποσότητά της, ή οποία σε ορισμένες περιπτώσεις δικαιώνει απόλυτα όσους τους προβάλλουν –έστω και αν αυτή η προβολή στερείται αναγνωσιμότητας- άλλοτε όμως μάλλον γεμίζει τα βιογραφικά και τη ματαιοδοξία τους με συνεντεύξεις και κείμενα χωρίς να ανταποκρίνεται στις ελλιπείς τους διαστάσεις, καλλιτεχνικές ή δημοφιλίας.  Βλέπουμε και λιβανίσματα, προχειρολογίες, ημιμαθείς κριτικές και αναπαραγωγές δελτίων Τύπου ενδεδυμένα με τον μανδύα των άρθρων καθώς και δημοσιολόγους-γράφους να είναι βασιλικότεροι του βασιλέως δικαιώνοντας τη ρήση του Γκαίτε: «Γνήσιος σκοταδισμός δεν είναι το να εμποδίζεις να απλωθεί το αληθινό, το ξεκάθαρο, το χρήσιμο, αλλά να θέτεις σε κυκλοφορία το κίβδηλο». 

 

Τι και πόσα από όλα αυτά που βλέπουμε και κυρίως ακούμε θα κερδίσει το στοίχημα της διαχρονικότητας πέραν της μεγάλης ή μικρής δημοτικότητάς τους, με ποιο τρόπο και από ποιο κοινό θα διαχωριστεί η ήρα από το στάρι, πόσοι καλλιτέχνες θα καταφέρουν να επιβιώσουν του οικονομικού πολέμου, ποιοι θα αντέξουν το βάρος του ταλέντου τους χωρίς εκπτώσεις ή επαναλήψεις, τι είδους σύγχρονη μουσική κληρονομιά θα δοθεί στους επιγόνους  κτλ.  είναι ορισμένα σημαντικά ή ασήμαντα ζητήματα -αναλόγως της οπτικής του καθενός- που θέτει ο  σημερινός χώρος του ελληνικού τραγουδιού ή αλλιώς «αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας».