Διαβάζοντας εδώ και καιρό τις δημόσιες επιστολές, τοποθετήσεις, ανακοινώσεις και μηνύματα δημιουργών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με το θέμα της ΑΕΠΙ ολοένα και περισσότερο κυριαρχεί μέσα μου το συναίσθημα της μελαγχολίας. Όχι με τη δακρυστάλαχτη έννοια του όρου, ως ένα «ασφαλές» συναίσθημα λόγω μη προσωπικής εμπλοκής με το σοβαρό αυτό γεγονός, αλλά ως μια παραδοχή μιας δυσάρεστης κατάστασης που ξεπερνά τα όρια των οικονομικών σκανδάλων και του μερτικού του κάθε δημιουργού. 
 
Σε μια διαδικτυακή κοινωνία που παραμονεύει στη γωνία η ανθρωποφαγία, η χλευαστική διάθεση, η κονιορτοποίηση, η  γηπεδική εκτόνωση,   η διχοστασία  κτλ το πλέον εύκολο είναι το ελληνικό τραγούδι να μετατραπεί σε μια μεγάλη ρωμαϊκή αρένα όπου τα μέλη του θα αλληλοκατασπαράζονται σε κοινή θέα προς τέρψιν των θεατών. Η λογική σαφώς και επιτάσσει τη διαύγεια και την απονομή δικαιοσύνης, δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρος αν αυτό θα πρέπει να γίνεται σε δημόσιο επίπεδο όσον αφορά τη σωματειακή δράση των καλλιτεχνών και τις θέσεις τους απέναντι στο ζήτημα ακόμα και αν τα περιθώρια ιδιωτικών διαβουλεύσεων φαίνονται να στενεύουν. Είμαι κατηγορηματικά αντίθετος στην άποψη πως οι καλλιτέχνες ως πνευματικοί δημιουργοί δεν είναι «πρέπον» να αντιμάχονται, να λειτουργούν με όρους «αντι-συναδελφικούς», να χωρίζονται σε μικρο-ομάδες, να καυγαδίζουν. Όποιος θεωρεί ότι υπήρξε τομέας της τέχνης όπου τα μέλη του διήγαγαν μεταξύ τους έναν αρμονικό βίο, είναι το λιγότερο αφελής. 
 
Η λανθασμένη εκτίμηση για μένα είναι όταν οι καλλιτέχνες, ως δημόσια πρόσωπα, χρησιμοποιούν το πλεονέκτημα που διαθέτουν στο βήμα λόγου, για να μιλήσουν για τα παρασκήνια του επαγγέλματός τους με την οδυνηρή δυστυχώς ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος οφείλει να μάθει την αλήθεια για αυτά. Γιατί αυτός ο κόσμος που εδώ και καιρό γίνεται δέκτης μιας δημόσιας ονοματολογίας, αριθμολογίας και επιστολογραφίας που έχει ως βάση τα νομικό-οικονομικά ζητήματα και τις συντεχνιακές προεκτάσεις τους,  είτε εύκολα παρασύρεται σε ηρωοποιήσεις και κατηγορητήρια –με οπαδική νοοτροπία- είτε αδιαφορεί –το πιο πιθανόν-. Και στις δυο περιπτώσεις το αποτέλεσμα αδικεί το ίδιο το τραγούδι, -ως ατομικό και συνάμα συλλογικό προϊόν - το οποίο για δεκαετίες εν μέσω σοβαρότατων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών απετέλεσε τον ισχυρότερο συνεκτικό φορέα ψυχαγωγίας, μνήμης και κινητοποιήσεων κινδυνεύοντας έτσι σήμερα να μας ξεστομίσει τους στίχους του Μπρεχτ:
 
Ξέφυγα από τους καρχαρίες
και νίκησα τους τίγρεις
μ’ έφαγαν όμως
οι κοριοί.
 
Και εδώ οι «κοριοί» δεν είναι ασφαλώς το δίκαιο αίτημα απόδοσης πνευματικών δικαιωμάτων, αλλά το ότι αυτό είναι το αίτημα που διχάζει.