Η έρευνα για την αναζήτηση των τραγουδιών που έγραψε ο Αττίκ στο Παρίσι στα χρόνια που προηγήθηκαν του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, κράτησε 2 χρόνια και απέφερε πολλούς καρπούς. Πάνω από 280 συνθέσεις του Αττίκ από εκείνη την περίοδο εντόπισε ο Γιώργης Χριστοδούλου σε παρτιτούρες στη Γαλλία με τη συνδρομή αρκετών συλλεκτών που τον βοήθησαν.


Ακολούθησε η δύσκολη διαδικασία της τεκμηρίωσης και ταξινόμησης του υλικού, καθώς σε αυτό συνυπήρχαν πάμπολλα τραγούδια σε διάφορους ρυθμούς, αλλά και οργανικά κομμάτια, καθώς και σχέδια για μπαλέτο, οπερέτες και μουσική δωματίου. Πολύτιμος συνεργάτης στην επεξεργασία, στο στούντιο και στις παραστάσεις ο πιανίστας και ακορντεονίστας Χάρης Σταυρακάκης.


Μια πρώτη ζωντανή παρουσίαση έγινε τον Ιούνιο του 2016 στον κήπο της Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Ακολούθησε στο τέλος της ίδιας χρονιάς η κυκλοφορία του βιβλίου-cd από τη «Μικρή Άρκτο» και η μουσική βραδιά στο θέατρο «Άλφα-Ιδέα», ενώ οι παραστάσεις συνεχίζονται σε όλη την Ελλάδα. Πρόσφατα, παράλληλα με δύο βραδιές στον Ιανό, διοργανώθηκε στον ίδιο χώρο μια μικρή αλλά σημαντική έκθεση με χειρόγραφα και παρτιτούρες του Αττίκ με αρωγό την ανηψιά του, Πέλεια Τζαρτίλη-Τριανταφύλλου.

 


Η έκδοση του βιβλίου-cd περιλαμβάνει 11 κομμάτια, εννέα με γαλλικούς στίχους, μία οργανική «ελληνική βαρκαρόλα» και ένα τραγούδι με ελληνικούς στίχους («Έλα, μα μη βιαστείς») που έγραψε ο Γιώργης Χριστοδούλου πάνω σε μια μελωδία του Αττίκ από εκείνα τα χρόνια. Τη δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-γαλλικά) κοσμούν φωτογραφίες, ντοκουμέντα και έγχρωμες φωτοτυπίες από παρτιτούρες και ένα πολύ κατατοπιστικό κείμενο για τον Αττίκ στο Παρίσι, τις μουσικές του δραστηριότητες και τον καλλιτεχνικό του περίγυρο. Θα την ήθελα περισσότερο εμπλουτισμένη και σε κείμενα (π.χ. αναφορά στους στίχους και στους στιχουργούς με τους οποίους συνεργάστηκε) και σε τραγούδια. Αλλά τι να περιμένεις όταν ιστορικές εκδόσεις που θα έπρεπε να είναι υπόθεση περισσότερων ατόμων και επίσημων φορέων πραγματοποιούνται χάρη στην τρέλλα, το μεράκι - και τα έξοδα φυσικά – μεμονωμένων και παθιασμένων με τη δουλειά τους ανθρώπων.

 

Από εκεί και πέρα, το ζήτημα είναι το πώς θα «περάσει» η δουλειά αυτή στον κόσμο. Εδώ λοιπόν εντοπίζω άλλο ένα ταλέντο του Γιώργη Χριστοδούλου. Δεν έχει ετοιμάσει απλά και μόνο μια συναυλία στην παρουσίαση αυτού του υλικού. Στήνει με τους συνεργάτες του, τον Χάρη Σταυρακάκη στο πιάνο και τον Κώστα Σηφάκη στο κοντραμπάσο, μια μουσική παράσταση με αρχή, μέση και τέλος, ερμηνεύοντας τα τραγούδια του δίσκου, αλλά και ελληνικά τραγούδια του Αττίκ (που είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με τα ταξίδια του στη Γαλλία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του).

 

Ο ίδιος, ως «κομπέρ» ενδιάμεσα στα τραγούδια, ξαναζωντανεύει εκείνη την περίοδο με ιστορικές αναφορές και γλαφυρές αφηγήσεις με σεβασμό, ευγένεια, χιούμορ, ευαισθησία και γνώση των ιστοριών που κρύβονται πίσω από τα τραγούδια. Γιατί πολλές φορές τα τραγούδια που έγραφε ο Αττίκ προέρχονταν από καταστάσεις που βίωσε ο ίδιος ή που έβλεπε γύρω του. Τηρουμένων των αναλογιών και έχοντας πάντα κατά νου το εντελώς διαφοερετικό μέγεθος της παραγωγής, η επιστημονική προσήλωση σε αυτή την περίοδο του Αττίκ μου έφερε στο μυαλό την αλησμόνητη για μένα, όπως έχω ξαναγράψει, παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ» του Λάμπρου Λιάβα και της Σοφίας Σπυράτου στο θέατρο «Badminton» το 2012.

 

 

Αυτό ωστόσο που νομίζω ότι είναι το σημαντικότερο σε αυτό το ταξίδι, πέρα από τη γνωστοποίηση ενός μέρους της δημιουργίας ενός διαχρονικού όπως αποδεικνύεται Έλληνα συνθέτη που μας ήταν άγνωστο (και δυστυχώς ένα μεγαλύτερο κομμάτι παραμένει ακόμα άγνωστο), είναι ο τρόπος μεταφοράς του συγκεκριμένου υλικού στη σημερινή μουσική πραγματικότητα.

 

Ο Γιώργης Χριστοδούλου πλησίασε αυτά τα τραγούδια ως σύγχρονος καλλιτέχνης και όχι ως αντικέρ. Ταξίδεψε στο χθες για την ιστορική καταγραφή των ευρημάτων του, ωστόσο για τη διαχείρισή τους γύρισε στο σήμερα και τα αντιμετώπισε, ερμηνευτικά και ενορχηστρωτικά, σεβόμενος τον δημιουργό τους, μπολιάζοντας τα όμως παράλληλα με τη δική του καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία με τέτοιο τρόπο που να απευθύνονται όχι μόνο στους νοσταλγούς του παλιού ελαφρού ρεπερτορίου, αλλά και στους δικούς του συνομήλικους, καταδεικνύοντας αυτό που έχει επισημανθεί αρκετές φορές : ότι τα τραγούδια αυτά γράφτηκαν από νέους ανθρώπους που είχαν τα κοινά χαρακτηριστικά που έχουν οι νέοι κάθε εποχής και ακριβώς αυτά μετέφεραν και στα τραγούδια τους.

 

Μπορεί να ζούσαν σε άλλα χρόνια, μπορεί οι συνθήκες να ήταν διαφορετικές, μπορεί να μην είχαν τα μέσα που υπάρχουν σήμερα σε πολλούς τομείς της ζωής, μπορεί να εκφράζονταν αλλιώτικα (και κάποιες φορές αρκετά προχωρημένα για τα δικά τους δεδομένα). Όμως και τότε ερωτεύονταν και χώριζαν, χαίρονταν και απογοητεύονταν, ζήλευαν και φίλιωναν, μελαγχολούσαν και διασκέδαζαν, κοινωνικοποιούνταν και απομονώνονταν, ενθουσιάζονταν και συγκρατούνταν, υπερέβαλλαν και ψάχνονταν...


Όπως και σε πολλά άλλα ζητήματα και εδώ είμαστε των άκρων. Έχω δει νέους ανθρώπους να προσεγγίζουν το ελαφρό ελληνικό τραγούδι με ρετρολαγνεία και παλαιοντολογική διάθεση, ερμηνεύοντας το με πιο «παλιακό» τρόπο από αυτόν που υπάρχει στις πρώτες του ηχογραφήσεις, αλλά έχω δει και ακούσει επίσης παλιά τραγούδια να μετασχηματίζονται άκριτα σε όποιο ρυθμό είναι του συρμού (πού κρυβόταν άραγε τόση swing παράδοση στη χώρα αυτή ?)


Τέλος, ξαναγυρνώντας στον Αττίκ, θα έλεγα ότι αυτό που μου λείπει περισσότερο είναι το χιούμορ που λέγεται ότι είχε. Τον έχουμε συνδέσει κυρίως με μελαγχολικά τραγούδια που περιγράφουν θλιβερές ιστορίες ή εκφράζουν δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις. Αυτά είναι που έχουν φτάσει σε περισσότερες επανεκτελέσεις στις μέρες μας. Σαφώς και στην προσωπική του ζωή δε στάθηκε ιδιαίτερα τυχερός.

 

Όμως, αν ανατρέξει κανείς στη βιβλιογραφία ή σε καταλόγους δισκογραφίας 78 στροφών θα διαβάσει περιστατικά από την περίφημη «Μάντρα» και θα βρει τίτλους άγνωστων τραγουδιών του αντίστοιχα – σε πολλά από τα οποία φέρεται ως ερμηνευτής ο ίδιος – που εύκολα οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Αττίκ δεν ήταν μόνο αυτό που προκύπτει από την ακρόαση των τραγουδιών που ήδη ξέρουμε.

 

Ήταν και κάτι άλλο. Και μακάρι αυτό το άλλο, μαζί με το εναπομείναν ανεξερεύνητο έργο του, να γίνει το αντικείμενο μελλοντικής έρευνας, μελέτης και δημοσιοποίησης.